Λόγω των ειδικών συνθηκών της επαγγελµατικής του ενασχόλησης, για τον γιατρό υπάρχει πάντα ο κίνδυνος λάθους. Ο πρόεδρος του Βρετανικού Ιατρικού Συµβουλίου, µάλιστα, έχει δηλώσει ότι οι γιατροί είναι άνθρωποι και θα ήταν παράλογο να πιστέψουµε πως σε καµία περίπτωση δεν κάνουν λάθη.

Έτσι, το ζητούµενο δεν είναι αν θα έχουµε ιατρικά σφάλµατα, αλλά πώς αυτά θα ελαχιστοποιηθούν.

Η ευθύνη του γιατρού επιµερίζεται ως εξής:

  • Πειθαρχική ευθύνη για τον γιατρό σηµαίνει επιβολή πειθαρχικής φύσεως κυρώσεως και επιβάλλεται από τα αρµόδια όργανα του Ιατρικού Σώµατος και από Νοµικά Πρόσωπα Δηµοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ). Οι κυρώσεις αυτές είναι: α) επίπληξη, β) χρηµατικό πρόστιµο, γ) προσωρινή παύση του ιατρικού επαγγέλµατος από ένα µήνα µέχρι τρία χρόνια.
  • Ποινική ευθύνη έχει ο γιατρός που µε τις πράξεις του ή τις παραλήψεις του παραβιάζει µία ή περισσότερες διατάξεις του ποινικού κώδικα. Η ποινική ευθύνη συνήθως στηρίζεται στην ιατρική αµέλεια και τιµωρείται µε φυλάκιση.
  • Αστική ευθύνη έχει ο γιατρός όταν µε τις πράξεις ή τις παραλήψεις του παραβιάζει µία ή περισσότερες διατάξεις του αστικού κώδικα. Με τον καταλογισµό της αστικής ευθύνης στον υπαίτιο γιατρό δηµιουργείται από το νόµο η υποχρέωση σε εκείνον να ικανοποιήσει χρηµατικά και να αποζηµιώσει το άτοµο που υπέστη τις ενέργειές του. Το θέµα είναι τεράστιο και οδηγεί τις περισσότερες φορές τον γιατρό σε πλήρη αδυναµία εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς του, µε συνέπεια να υποστεί πλήρη προσωπική και οικογενειακή καταστροφή.

Αµέλεια του γιατρού δεν υφίσταται εάν η σωµατική βλάβη του ασθενούς αποδειχτεί ότι οφείλεται σε τυχαίο γεγονός ή είναι απότοκος προηγούµενης νόσου ή συνδυασµού προηγούµενων νόσων.

Η ιατρική αµέλεια ολοκληρώνεται µόνο όταν η πληµµελής πράξη ευρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς το αποτέλεσµα. Η στοιχειοθέτηση, δηλαδή, ιατρικής αµέλειας πραγµατοποιείται όταν το αρνητικό αποτέλεσµα οφείλεται σε άµεση δράση του ιατρού.

Αν δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια µεταξύ της πράξεως και του αποτελέσµατος, ζήτηµα ιατρικής ευθύνης δεν τίθεται. Η ιατρική ευθύνη διέπεται από την αρχή 'υπέρτατος νόµος είναι η προσπάθεια για τη σωτηρία του ασθενούς'. Ο γιατρός έχει, εξ ορισµού, ως αντικείµενο της δραστηριότητάς του τον άνθρωπο, και µάλιστα τον πάσχοντα άνθρωπο.

Δεν µπορεί να λειτουργεί, σε τελική ανάλυση, σε βάρος του, αφού ο ίδιος ο γιατρός όχι µόνο δεν ευθύνεται για την αρχική κατάσταση του ασθενούς, αλλά αντίθετα αποβλέπει στη βελτίωσή της.

Τα δικαιώµατα ασθενών και γιατρών

Το 1997 δηµοσιεύθηκε η ίδρυση αυτοτελούς υπηρεσίας προστασίας των δικαιωµάτων των ασθενών (Νόµος 2519). Επιγραµµατικά τα δικαιώµατα αυτά είναι:

  • Ο ασθενής έχει το δικαίωµα να ενηµερώνεται για την κατάσταση της υγείας του.
  • Ο ασθενής έχει το δικαίωµα να µην υποβάλλεται σε φαρµακευτικές ή επεµβατικές πράξεις χωρίς την πλήρη ενηµέρωση και γραπτή συγκατάθεσή του.
  • Ο ασθενής έχει το δικαίωµα του απορρήτου του ιατρικού του φακέλου, πλην της περιπτώσεως δικαστικής συνδροµής.
  • Ο ασθενής έχει το δικαίωµα να µην επιφορτίζεται µε άσκοπες θεραπευτικές ή άλλες επεµβάσεις που του δηµιουργούν έξοδα και ταλαιπωρία.
  • Ο ασθενής έχει το δικαίωµα να υποβάλλεται στη σωστή θεραπευτική αγωγή, έστω και µε επέµβαση της δικαστικής αρχής, αν ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αποφασίσει και αν οι συγγενείς, για λόγους θρησκευτικούς, πολιτισµικούς ή άλλους, την αρνούνται.
  • Ο ασθενής έχει το δικαίωµα να τυγχάνει ευγενικής συµπεριφοράς από το γιατρό και το νοσηλευτικό προσωπικό.
  • Ο γιατρός έχει την υποχρέωση να ενηµερώσει τον ασθενή για το είδος της θεραπείας ή της επεµβάσεως.
  • Ο γιατρός έχει την υποχρέωση να ενηµερώσει τον ασθενή για τους κινδύνους που περικλείει η εκάστοτε ιατρική πράξη, καθώς και για τους συγκεκριµένους και αστάθµητους παράγοντες που µπορεί να υπάρξουν, όπως επίσης και για τις ενδεχόµενες επιπλοκές.
  • Ο γιατρός έχει την υποχρέωση, στο πλαίσιο φυσικά του εφικτού, να προσδιορίσει τα αναµενόµενα εκ της επεµβάσεως αποτελέσµατα.
  • Ο γιατρός δικαιούται να διακόπτει τη συνεργασία του µε τον ασθενή, αλλά µόνο στην περίπτωση που αυτός δεν κινδυνεύει άµεσα.
  • Ο γιατρός έχει το δικαίωµα να αρνηθεί τη συνταγογράφηση φαρµάκων άλλου γιατρού, εφόσον ο ίδιος δεν είναι πεπεισµένος για την αναγκαιότητά τους.
  • Ο γιατρός έχει το δικαίωµα να αρνηθεί την έκδοση ανακριβών βεβαιώσεων και πιστοποιητικών, όπως και να ενδώσει σε οποιαδήποτε παράνοµη πράξη ή απαίτηση του ασθενούς ή των οικείων του.
  • Ο γιατρός έχει το δικαίωµα να χρησιµοποιήσει την περίπτωση ασθενούς σε επιστηµονικές ανακοινώσεις και µελέτες, µε την προϋπόθεση της διασφάλισης του ιατρικού απορρήτου. Η παραβίασή του, όµως, θεωρείται πληµµέληµα και τιµωρείται από το νόµο µε φυλάκιση.
  • Ο γιατρός έχει την υποχρέωση να ενηµερώσει τον ασθενή για τις βέβαιες συνέπειες που θα υπάρξουν (π.χ. ακρωτηριασµός).
  • Ο γιατρός δικαιούται να αρνηθεί να αναλάβει ασθενή, αλλά και πάλι εφόσον δεν κινδυνεύει άµεσα η ζωή του.

Πηγές: Το άρθρο βασίζεται σε ομιλία του δικηγόρου του ΥΓΕΙΑ, κ. Δημήτρη Δρόλια, στην Επιστημονική 'Ενωση Ιατρων ΥΓΕΙΑ.