Γράφει ο Ιωάννης Βλαχογιαννάκος, Επιμελητής Β’ Γαστρεντερολογικής Κλινικής Γ.Ν.Α. 'Ο Ευαγγελισμός'

Τι είναι ευερέθιστο έντερο και πώς γίνεται η διάγνωση;

Το ευερέθιστο έντερο είναι συχνή διαταραχή του γαστρεντερικού συστήματος, που χαρακτηρίζεται από κοιλιακό άλγος, μετεωρισμό και διαταραχές των κενώσεων.

Μερικοί από τους ασθενείς έχουν δυσκοιλιότητα (δυσκολία στην κένωση ή ελαττωμένη συχνότητα κενώσεων), άλλοι έχουν διάρροια (συχνές κενώσεις με ή χωρίς επιτακτική ανάγκη για κένωση), ενώ κάποιοι έχουν και τα δύο.

Η διάγνωση στηρίζεται σε ευρέως αποδεκτά κριτήρια με βάση τα συμπτώματα του ασθενούς, και τον αποκλεισμό οργανικής νόσου.

Παλαιότερα, το ευερέθιστο  έντερο (ΕΕ) είχε διάφορα άλλα ονόματα, όπως σπαστική κολίτιδα, βλεννώδης κολίτιδα, σπαστικό έντερο, λειτουργική διαταραχή του εντέρου. Οι περισσότεροι από τους ανωτέρω όρους είναι ανακριβείς.

Για παράδειγμα, ο όρος κολίτις σημαίνει φλεγμονή του παχέος εντέρου. Αντίθετα, το ευερέθιστο έντερο δεν χαρακτηρίζεται από φλεγμονή, και δεν θα πρέπει να συγχέεται με την ελκώδη κολίτιδα η οποία είναι φλεγμονώδης νόσος του εντέρου και είναι αρκετά πιό σοβαρή.

Παρόλο που τα συμπτώματα του ΕΕ προκαλούν σημαντικού βαθμού δυσφορία και ενόχληση, δεν προκαλούν μόνιμη βλάβη στο έντερο και δεν οδηγούν σε αιμορραγία, ή άλλη σοβαρή νόσο όπως είναι ο καρκίνος.

Ο ακριβής παθοφυσιολογικός μηχανισμός του ΕΕ είναι μέχρι σήμερα άγνωστος και ως εκ τούτου δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεραπεία. Θεωρείται λειτουργική διαταραχή, αφού δεν ανευρίσκονται παθολογικά ευρήματα κατά την εξέταση του εντέρου.

Φαίνεται ότι στο ΕΕ υπάρχει κάποιου είδους διαταραχή στον άξονα επικοινωνίας εγκεφάλου-εντέρου. Έτσι, οι ασθενείς εμφανίζουν ενισχυμένη απάντηση των κέντρων του εγκεφάλου στα εντερικά ερεθίσματα, αλλά και αυξημένη ευαισθησία του εντέρου στα ενδοαυλικά αλλά και κεντρικά ερεθίσματα.

Ποιες ομάδες πληθυσμού υποφέρουν περισσότερο από ευερέθιστο έντερο

Το 13% (πάνω από 1 στους 8) του συνολικού πληθυσμού 15-64 αστικών περιοχών (10.000+ κατοίκους) της ηπειρωτικής Ελλάδος δηλώνει ότι υποφέρει από κοιλιακό πόνο.

Το πρόβλημα του κοιλιακού πόνου παρουσιάζεται πιο έντονα στις παρακάτω υποομάδες του πληθυσμού:

  • Στις γυναίκες: 19% (ανεβαίνει στο 25%,δηλαδή 1 στις 4, στις ηλικίες 45-64)
  • Στις ηλικίες 45-64: 18%-20%
  • Στους κατοίκους του πολεοδομικού συγκροτήματος Αθηνών: 18%

Ενδιαφέρον έχει επίσης ότι το πρόβλημα παρουσιάζεται και στις ηλικίες των 25-34 χρόνων, όπου πάνω από 1 στους 10 (11%) δηλώνει ότι υποφέρει χρονίως από υποτροπιάζοντα επεισόδια κοιλιακού πόνου.

Συνήθως (στο 70% των περιπτώσεων), ο κοιλιακός πόνος συνοδεύεται από φούσκωμα ή πρήξιμο. Είναι αρκετά συχνή διαταραχή αφού επηρεάζει το 10-20% του γενικού πληθυσμού.

Ποια είναι η επίδραση του ευερέθιστου εντέρου στην ποιότητα ζωής των ασθενών;

Η απρόβλεπτη εμφάνιση σπασμών του εντέρου και η έπειξη προς αφόδευση μπορεί να έχει εξαιρετικά δυσμενή επίδραση στην ποιότητα ζωής των ατόμων που υποφέρουν από ΕΕ. Ορισμένοι μπορεί να υποφέρουν τόσο ώστε να περιορίζεται η κοινωνική τους ζωή, να απουσιάζουν συχνά από τη δουλειά, και να φοβούνται να ταξιδέψουν ακόμη και σε μικρές αποστάσεις.

Περίπου το ¼ των ασθενών με ΕΕ εκδηλώνει εντονότερα συμπτώματα, τα οποία αν και συνήθως είναι διαλείποντα επιβαρύνουν σημαντικά την ποιότητα ζωής και εμπλέκονται ανασταλτικά στις καθημερινές τους δραστηριότητες. Οι ασθενείς αυτοί συχνά αναγνωρίζουν συσχέτιση των ενοχλημάτων τους με εξωγενή ερεθίσματα (λήψη τροφής, άγχος).

Ποια είναι η θεραπευτική προσέγγιση που επιλέγουν οι ασθενείς;

Πάνω από 1 στους 3 (36%) δεν κάνει κάτι και 6 στους 10 (60%) δεν συμβουλεύονται κάποιο γιατρό για να αντιμετωπίσει τον κοιλιακό πόνο. Αυτό συμβαίνει επειδή θεωρούν ότι το πρόβλημα δεν είναι σοβαρό, ότι οι πόνοι δεν διαρκούν και ότι έχουν βρει κάποιο δικό τους τρόπο να τον αντιμετωπίσουν.

Επίσης, πιστεύουν ότι ο κοιλιακός πόνος συνδέεται με τη διατροφή τους (κάνουν κακή διατροφή ή τους ενοχλούν ορισμένες τροφές) και το στρες.

Κατ’ επέκτασιν, οι περισσότεροι (56%) από εκείνους που υποφέρουν από κοιλιακό πόνο δεν παίρνουν κάποιο φάρμακο ή σκεύασμα για την αντιμετώπισή του, αν και η χρήση φαρμάκων για την αντιμετώπιση του κοιλιακού πόνου μειώνει τη διάρκεια της κρίσης κατά 38%-45%.

Η μη αντιμετώπιση του κοιλιακού πόνου είναι πιο έντονη στην ηλικιακή ομάδα 25-34 (όπου υποφέρει 1 στους 10) όπου περισσότεροι από τους μισούς (53%) δεν κάνουν κάτι και 3 στους 4 (75%) δεν συμβουλεύονται κάποιο γιατρό για να αντιμετωπιστεί ο κοιλιακός πόνος.

Επιπλέον, η μη χρήση φαρμάκων ή σκευασμάτων για την αντιμετώπιση του κοιλιακού πόνου αποτελεί σχεδόν τον κανόνα στην ηλικία 15-24, αφού πάνω από 7 στους 10 (72%) που υποφέρουν δεν χρησιμοποιούν φάρμακα ή άλλα σκευάσματα.

Οι κυριότεροι λόγοι επίσκεψης στο γιατρό (που συνήθως είναι παθολόγος 60% ή γαστρεντερολόγος 43%) είναι η ανησυχία και οι επίμονοι και επαναλαμβανόμενοι πόνοι.

Το σκεύασμα που χρησιμοποιείται πιο συχνά είναι το Buscopan (στο 23% των περιπτώσεων χρήσης κάποιου φαρμάκου για την αντιμετώπιση του κοιλιακού πόνου).

Πρόσφατη επιστημονική ανασκόπηση, που περιλαμβάνει δεδομένα από την πρόσφατη βιβλιογραφία και δημοσιεύτηκε στο ιατρικό περιοδικό Drugs, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υοσκιναμίνη (το γνωστό σε όλους Buscopan®) παρέχει αποτελεσματική και άμεση ανακούφιση, ώστε οι ασθενείς να μπορούν να αντιμετωπίσουν τα συμπτώματά τους και να συνεχίσουν τις καθημερινές τους εργασίες.

Η ανασκόπηση υπογραμμίζει τη σημασία του φαρμάκου, το οποίο μειώνει γρήγορα και αποτελεσματικά τον πόνο που οφείλεται σε σπασμό. Είναι σημαντικό ότι απορροφάται σε μικρό ποσοστό, επομένως ουσιαστικά δρα κυρίως τοπικά στο έντερο.

Οι κλινικές μελέτες αλλά και η πρακτική εμπειρία πολλών ετών επιβεβαιώνουν ότι η θεραπευτική αυτή αντιμετώπιση του λειτουργικού πόνου στην κοιλιακή χώρα με το εξειδικευμένο για αυτή την περιοχή φάρμακο είναι αποτελεσματική και ασφαλής.

Η ανασκόπηση αυτή παρουσιάζει επιπλέον πληροφορίες, οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι το Buscopan® κατέχει την πρώτη θέση παγκοσμίως στην αντιμετώπιση του κοιλιακού πόνου. Η ανασκόπηση εξέτασε την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου και επιβεβαιώνει την αξιοπιστία του και την καλή ανοχή του από τους ασθενείς.

Σίγουρα, ο γιατρός είναι ο απαραίτητος σύμβουλος για τη σωστότερη αξιολόγηση του προβλήματος και την καταλληλότερη αντιμετώπισή του.