Η εκπαίδευση αποτελεί-και αυτή- κοινωνικό θεσμό που επιδρά στην υγεία. Η εκπαίδευση συμβάλλει στην επίτευξη μεγαλύτερης κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης, καθώς και στην προσωπική ολοκλήρωση του ατόμου.

Ενισχύει ακόμα την κοινωνική υπευθυνότητα, διαμορφώνει και μεταδίδει την πολιτισμική ταυτότητα. Πάνω απ΄ όλα όμως, καθορίζει σε σημαντικό βαθμό τις υλικές συνθήκες ύπαρξης. Άτομα με καλή εκπαίδευση ανεβαίνουν πιο εύκολα στην κοινωνική ιεραρχία.

Το σχολείο αποτελεί, μετά την οικογένεια, το σημαντικότερο θεσμό εγκοινωνισμού του παιδιού, επιδρώντας σημαντικά στη ψυχική του υγεία. Στο σχολείο συντελείται η καλύτερη εκμάθηση της κοινωνικής ζωής με την παράλληλη υποχώρηση της εγωκεντρικής υποκειμενικότητας του παιδιού.

Εξάλλου, η σχολική εκπαίδευση εκφράζει τις αξίες, τις πεποιθήσεις και τις προτεραιότητες μίας κοινωνίας, που επηρεάζουν σημαντικά την υπόθεση της προστασίας και προαγωγής της υγείας. Επιπλέον, οι εκπαιδευτικοί λειτουργούν ως ισχυρά πρότυπα ταύτισης για τα παιδιά, γεγονός που επιδρά στην υιοθέτηση ή απόρριψη συμπεριφορών που σχετίζονται με την υγεία (κάπνισμα, διατροφή κ.ά).

Σε ό,τι αφορά τα παιδιά, η εκπαίδευση των γονέων αποτελεί δείκτη του βιοτικού επιπέδου κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Παράλληλα, αποτελεί την πιο ισχυρή πρόβλεψη για την επαγγελματική αποκατάσταση, και κατ’ επέκταση για το εισόδημα κατά την ενηλικίωσή τους.

Στη Μ.Βρετανία οι εβδομαδιαίες αποδοχές όσων δεν έχουν ανώτερη εκπαίδευση είναι περίπου οι μισές απ’ ό,τι εκείνων που έχουν.

Γι’ αυτό και η εκπαίδευση θεωρείται προγνωστικός δείκτης για τις υλικές και ψυχοκοινωνικές συνθήκες κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Μάλιστα, η ισχυρή συσχέτιση της εκπαίδευσης με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες οδηγεί, όπως ήδη τονίστηκε, στο να χρησιμοποιείται σε πολλές χώρες η εκπαίδευση ως δείκτης κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, υποκαθιστώντας την ταξινόμηση με βάση τις κοινωνικές τάξεις.

Η εκπαίδευση, από την στιγμή που επιδρά στη βελτίωση της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, είναι φυσικό να επηρεάζει και τo επίπεδο της υγείας. Όμως, εκτός από την έμμεση αυτή επίδραση, η εκπαίδευση επιδρά στην υγεία και άμεσα.

Μελέτη σε εργαζόμενους ενήλικες στις ΗΠΑ, την περίοδο 1989-90, διαπίστωσε ότι όσοι είχαν περισσότερα από 16 χρόνια εκπαίδευσης παρουσίαζαν τους χαμηλότερους δείκτες θνησιμότητας, ενώ αυτοί που είχαν 9-11 χρόνια εκπαίδευσης είχαν τους υψηλότερους δείκτες θνησιμότητας.

Η αρνητική συσχέτιση της εκπαίδευσης με τη θνησιμότητα, τόσο στις ΗΠΑ όσο και σε άλλες χώρες στις οποίες μελετήθηκε το φαινόμενο, είναι πιο ισχυρή στις γυναίκες απ’ ό,τι στους άνδρες.

Εκτός από τη θνησιμότητα, η εκπαίδευση σχετίζεται αρνητικά και με τη νοσηρότητα. Στην Ολλανδία, το 1993, η υποκειμενική εκτίμηση της υγείας ήταν χειρότερη και η συχνότητα των χρόνιων παθήσεων μεγαλύτερη στους πληθυσμούς εκείνους στους οποίους η εκπαίδευση περιοριζόταν μόνο στο δημοτικό.

Οι άνδρες που είχαν φοιτήσει μόνο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση παρουσίαζαν διπλάσια συχνότητα χρόνιων νοσημάτων σε σύγκριση με τους άνδρες που είχαν φοιτήσει σε πανεπιστήμιο. Ανάλογα ευρήματα για τη σχέση της εκπαίδευσης με την υποκειμενική εκτίμηση της υγείας αναφέρονται και στις ΗΠΑ, ενώ στη Φινλανδία το επίπεδο εκπαίδευσης σχετίζεται και με τη μακροχρόνια λειτουργική ανικανότητα.

Η εκπαίδευση σχετίζεται επίσης με σημαντικούς συμπεριφορικούς παράγοντες κινδύνου. Η συσχέτιση είναι ιδιαίτερα εμφανής στην περίπτωση των καρδιαγγειακών νόσων. Μελέτη στις ΗΠΑ έδειξε ότι ο χρόνος της εκπαίδευσης αποτελεί προγνωστικό παράγοντα ως προς την εμφάνιση των γνωστών παραγόντων κινδύνου για ανάπτυξη ισχαιμικής νόσου του μυοκαρδίου (κάπνισμα, έλλειψη σωματικής άσκησης, υπερβάλλον βάρος, υπέρταση και υπερχοληστερολαιμία).

Η διαφορά αυτή οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι το επίπεδο εκπαίδευσης επηρεάζει την υιοθέτηση υγιεινών συμπεριφορών. Είναι γνωστό ότι οι άνδρες και οι γυναίκες με χαμηλή εκπαίδευση, που απασχολούνται σε χειρωνακτική εργασία, έχουν μειωμένη ανταπόκριση στα προγράμματα Αγωγής Υγείας.

Είναι αυτοί που καπνίζουν πιο συχνά, που έχουν τη χειρότερη διατροφή, που εμφανίζουν συχνότερα αυξημένο σωματικό βάρος.

Επιπλέον, η εκπαίδευση παρέχει γνώσεις και δεξιότητες στα ζητήματα υγείας. Η σωστή διατροφή, η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, η ορθολογική χρήση των ιατρικών υπηρεσιών, κ.ά., αποτελούν σημαντικά εφόδια υγείας, που παρέχονται από τις άτυπες μορφές εκπαίδευσης στο πλαίσιο της οικογένειας, καθώς και από τη θεσμοθετημένη πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Εξάλλου, έχει εκτιμηθεί ότι μια αύξηση του εκπαιδευτικού επιπέδου κατά 10% θα μειώσει τη βρεφική θνησιμότητα κατά 5,6%, τη νεογνική κατά 4,9% και την όψιμη βρεφική κατά 6,5%. Συχνά διακηρύσσεται επίσης ότι ένα επιπλέον δολάριο για την εκπαίδευση μειώνει τη θνησιμότητα περισσότερο απ’ ό,τι ένα επιπλέον δολάριο για ιατρική περίθαλψη.