Πολλές από τις ώρες που περνούμε μπροστά σε μια οθόνη μπορεί να σχετίζονται με τη δουλειά μας. η ενασχόλησή μας, όμως, δεν σταματά εκεί, προχωράει και στην προσωπική μας ζωή. Είτε θέλουμε να διαβάσουμε τις τελευταίες εξελίξεις, είτε να δούμε τι συνέβη σήμερα στα social media, το να αφιερώνουμε τόσες ώρες στις συσκευές μας μπορεί να προκαλέσει “ψηφιακό εθισμό”, που έχει αποκτήσει το όνομα “Νομοφοβία” – ο φόβος του να μείνουμε χωρίς καμία φορητή ηλεκτρονική συσκευή. Σε περιπτώσεις σοβαρού εθισμού, ο φόβος αυτός ξεκινά να προκαλεί σωματικά συμπτώματα, όπως πόνους στην μέση.

Ίσως το πιο εμφανές σύμπτωμα εθισμού στην… οθόνη, είναι τα προβλήματα στα μάτια. Σε μια σχετική μελέτη, το 61% των ενηλίκων είπαν πως έχουν νιώσει τα μάτια τους ξηρά ή ερεθισμένα, και την όρασή τους να θολώνει. Ακόμα χειρότερα, στις νεότερες ηλικίες, τα ποσοστά ανεβαίνουν. Η γενιά των Millenials (παιδιά της δεκαετίας του ’90) δηλώνει τα συμπτώματα του εθισμού στις συσκευές κατά 13% περισσότερο από την προηγούμενη γενιά, την αποκαλούμενη Generation X.

Την ίδια στιγμή, το φως που εκπέμπεται από τις συσκευές καταπιέζει την παραγωγή της μελατονίνης, της ορμόνης του ύπνου, ταράσσοντας τον κιρκαδιανό ρυθμό, κάνοντάς μας να χάσουμε τον ύπνο μας. Τα αποτελέσματα αυτού; Από κακή απόδοση στη δουλειά (καθώς ο εγκέφαλός μας δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε), μέχρι και παχυσαρκία.

Η τραγική ειρωνεία είναι πως, ενώ προκαλούμε κακό στα μάτια και στον εγκέφαλό μας, δεν λαμβάνουμε καν όσες πληροφορίες θα μπορούσαμε. Η συγκέντρωση σε πολλαπλά πράγματα (σε αυτή την περίπτωση, σε πολλές οθόνες) αποσπά την προσοχή μας και δεν μας αφήνει να φιλτράρουμε σωστά όσα βλέπουμε/ διαβάζουμε.

Επιπλέον, και το multitasking αλλά και η παρατεταμένη χρήση συσκευών έχουν συνδεθεί με αλλαγές στον εγκέφαλο. Συγκεκριμένα, φαίνεται να ελαττώνουν τη φαιά ουσία, την περιοχή του εγκεφάλου όπου επεξεργάζονται οι πληροφορίες που λαμβάνει. Με τη σειρά του, αυτό επηρεάζει αρνητικά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, τα επίπεδα του στρες και πολλές άλλες γνωστικές διαδικασίες που σχετίζονται με τη μνήμη, την προσοχή και τα συναισθήματα. Ακόμα χειρότερα, οι αντιδράσεις που πυροδοτούν στον εγκέφαλο είναι παρόμοιες με αυτές που προκαλεί ένας εθισμός. Κάθε φορά που επεξεργαζόμαστε μια νέα πληροφορία, ο εγκέφαλος παράγει περισσότερη ντοπαμίνη. Με πολύ απλούστερα λόγια, το μυαλό μας επαινεί επειδή βρίσκουμε καινούρια πράγματα που θα μας αποσπάσουν την προσοχή.

Οι μεγαλύτερες πιθανότητες είναι πως θα κουβαλήσουμε αυτά τα προβλήματα μαζί μας και στο εργασιακό μας περιβάλλον, όπου μπορούν να καταπνίξουν τη δημιουργικότητα και τη διαδικασία της καθαρής σκέψης. Είναι δύσκολο να οργανώσουμε τις σκέψεις μας, ακόμα και αν προσπαθούμε να συγκεντρωθούμε. Μια μελέτη αποκάλυψε πως η πτώση των γνωστικών δεξιοτήτων λόγω του multitasking είναι μεγαλύτερη και από αυτήν που συμβαίνει μετά το κάπνισμα μαριχουάνας. Κατά κάποιο τρόπο, η τεχνολογία καλωδιώνει τα μυαλά μας με διαφορετικό τρόπο. Κάποιοι ειδικοί συγκρίνουν την ανάγκη να τσεκάρουμε τις συσκευές μας όχι με την ανάγκη για αλκοόλ ή ναρκωτικά, αλλά με την ανάγκη για σεξ και φαγητό: σημαντικές ανάγκες, αλλά αντιπαραγωγικές αν το παρακάνουμε.

Τα καλά νέα είναι πως ο εγκέφαλος είναι ελαστικός και μπορεί να επανέλθει στο φυσιολογικό. Το να βγαίνουμε offline όσο περισσότερο γίνεται, είτε το Σαββατοκύριακο, ή μετά τη δουλειά, επιτρέπει στο μυαλό μας να μπορεί να συγκεντρωθεί ξανά. Αρχικά θα είναι δύσκολο, καθώς θα νιώθουμε πιο έντονα τις στιγμές που βαριόμαστε – και η βαρεμάρα κάνει την επιθυμία να μπούμε online ακόμα μεγαλύτερη. Όσο περισσότερο αντιστεκόμαστε, όμως, τόσο καλύτεροι θα γίνουμε στο να γλυτώνουμε από τις πρακτικά κενές ώρες που χάνουμε μπροστά από μία οθόνη.

Επιπλέον, οι ειδικοί επισημαίνουν πως το αίσθημα βαρεμάρας δεν είναι κάτι κακό. Η ανάγκη να είμαστε συνεχώς απασχολημένοι δημιουργεί ακόμα περισσότερο στρες. Όταν ξεφεύγουμε από τις οθόνες και επιτρέπουμε στον εαυτό μας να χαλαρώσει, μπορούμε πάλι να είμαστε παραγωγικοί.

Επιμέλεια: Θοδωρής Διάκος