Το πρόβλημα της ιατρογενούς νοσηρότητας, καθώς και η σχετικά περιορισμένη συμβολή της ιατρικής επιστήμης στη βελτίωση των δεικτών υγείας και στην προαγωγή της υγείας, αποδίδεται από πολλούς στην ίδια τη φύση της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης.

Βασισμένη στον καρτεσιανό διαχωρισμό σώματος-ψυχής και στη μηχανική θεώρηση του ανθρώπινου οργανισμού, η ιατρική ήταν σχεδόν αναπόφευκτο να στραφεί πρωτίστως στη θεραπεία, αξιοποιώντας όλο και περισσότερα τεχνολογικά επιτεύγματα.

Όμως, μια θεραπευτική και κατά βάση νοσοκομειακή ιατρική δεν ήταν από τη φύση της δυνατόν να αντιληφθεί τον ανθρώπινο οργανισμό ολιστικά, δηλαδή ως αλληλοκαθοριζόμενη ενότητα ψυχής και σώματος.

Ούτε ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσει τους ευρύτερους κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, καθώς και τους παράγοντες συμπεριφοράς, που διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην εμφάνιση και την έκβαση της αρρώστιας. Επιπλέον, ο τεχνοκρατικός χαρακτήρας της σύγχρονης ιατρικής, καθώς και ο εξουσιαστικός της λόγος, διαμόρφωσε σταδιακά απρόσωπη σχέση μεταξύ γιατρού και αρρώστου, με τον ασθενή να βρίσκεται σε παθητική κατάσταση κατανάλωσης ιατρικών υπηρεσιών και προϊόντων, χωρίς γνώση, χωρίς άποψη και (κυρίως) χωρίς συμμετοχή.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι να έχουν σχεδόν εκλείψει στο ανθρώπινο είδος οι μεγάλες δυνάμεις αυτοανάρρωσης που διαθέτουν όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί. Ο γάλλος δοκιμιογράφος Montaigne (1533-1592), μάλιστα, πίστευε ότι η ιατρική δεν χρειάζεται, γιατί η φύση μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα μόνη της.

Έστω κι αν οι ακραίες αυτές θέσεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι σαφές ότι η μάχη για την υγεία και τη ζωή, αντί να δίνεται πρωτίστως από τα ίδια τα άτομα με τη βοήθεια της ιατρικής επιστήμης, έχει καταλήξει να αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των ιατρικών υπηρεσιών.

Η αδυναμία της ιατρικής να δει τον άνθρωπο στην ολότητά του, να κατανοήσει τον ανθρώπινο οργανισμό ως πολύπλοκο και λεπτά ισορροπημένο σύστημα οργανικών, ψυχικών και συναισθηματικών λειτουργιών, συμπαρέσυρε το νοσοκομείο στην υποβάθμιση του ανθρώπινου παράγοντα και στην παραγνώριση της σημασίας που έχουν τα ίδια τα θεραπευτικά αποθέματα του ανθρώπινου οργανισμού.

Το 1877, ο διακεκριμένος αμερικανός γιατρός Gill Wylie (1820-1893) δήλωνε δημόσια πως τα νοσοκομεία κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό, αφού, εκτός από το ότι το περιβάλλον είναι υποβαθμισμένο και συχνά νοσογόνο, αφαιρούν από τον άρρωστο τη θέληση για ανάρρωση.

Δεν ήταν τυχαίο, λοιπόν, ότι μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα οι έχοντες έστω και τα αναγκαία προτιμούσαν να νοσηλεύονται –ή ακόμα και να χειρουργούνται- στα σπίτια τους παρά στα νοσοκομεία.

Στα νοσοκομεία πήγαιναν μόνο οι φτωχοί και οι άποροι, οι περισσότεροι από τους οποίους αντιμετώπιζαν την είσοδό τους στο νοσοκομείο περίπου σαν καταδίκη. Άλλωστε, τα νοσοκομεία φτιάχτηκαν για τους φτωχούς και τους απόρους, με σκοπό όχι τόσο να τους θεραπεύουν, όσο να τους στεγάζουν σε μια δύσκολή στιγμή της ζωής, τους που κατά κανόνα απέβαινε και μοιραία.

Βέβαια, στη διάρκεια του 20ού αιώνα η ιατρική επιστήμη και τα νοσοκομεία γνώρισαν ραγδαία ανάπτυξη και μεγάλες αλλαγές. Η ακτινολογία, η μικροβιολογία, η αντισηψία, καθώς και πολλά άλλα τεχνολογικά και επιστημονικά επιτεύγματα, έχουν οδηγήσει σε έκρηξη των χειρουργικών ειδικοτήτων και των θεραπευτικών παρεμβάσεων, τις οποίες μόνο σύγχρονα νοσοκομειακά συγκροτήματα μπορούν να στεγάσουν πλέον.

Τα νοσοκομεία έγιναν έτσι τα ιερατεία της σύγχρονης ιατρικής και ο νοσοκομειακός γιατρός ταυτίστηκε στη συνείδηση του κόσμου με την πεμπτουσία του ιατρικού επαγγέλματος.

Οι θεαματικές αυτές αλλαγές δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν ορισμένα μονιμότερα χαρακτηριστικά, που σφράγισαν τα νοσοκομεία στα πρώτα τους βήματα. Οι μεγάλοι θάλαμοι όπου στοιβάζονταν οι άποροι των προηγούμενων αιώνων επιβιώνουν ακόμα και σήμερα, όπως επιβιώνει πολλές φορές η ιδρυματική διάσταση του νοσοκομειακού χώρου, η αυταρχική αντιμετώπιση των ασθενών, ο φυσικός περιορισμός τους και η κοινωνική τους απομόνωση, η έλλειψη ανθρώπινης επαφής και στοιχειώδους ψυχαγωγίας, και κυρίως η απουσία επικοινωνίας του ασθενή με το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, που έχει συχνά ως αποτέλεσμα την πλήρη άγνοια του νοσηλευόμενου για ό,τι αφορά την αρρώστια του, και ειδικότερα τη φύση, το σκοπό και τις ενδεχόμενες παρενέργειες της θεραπευτικής του αγωγής.

 Ήδη από τη δεκαετία του 1960, κοινωνιολογικές μελέτες στις ΗΠΑ διαπίστωναν πως ο τρόπος οργάνωσης του νοσοκομείου εμποδίζει την παραγωγή και διακίνηση των απαραίτητων πληροφοριών και τη δημιουργία κλίματος ασφάλειας και στήριξης των ασθενών.

Επιπλέον, ο θεραπευτικός χαρακτήρας της ιατρικής μεταθέτει τις ιατρικές παρεμβάσεις σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης της νόσου, όταν πλέον εκδηλώνονται συμπτώματα, αντί οι παρεμβάσεις να πραγματοποιούνται είτε πριν από την παθογενετική διαδικασία, καταπολεμώντας τα αίτια και προλαμβάνοντας τις συνέπειες, είτε κατά το προσυμπτωματικό στάδιο, όταν για πολλά νοσήματα υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης της πρόγνωσης.

Η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων αυτών μειώνεται επίσης από το γεγονός ότι κατά κανόνα στηρίζονται σε λαθεμένη άποψη για τη μονοπαραγοντική αιτιολογία της νόσου. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η προληπτική ιατρική, ακόμα και σήμερα οπότε έχει συνειδητοποιηθεί η σημασία της, παραμένει στο περιθώριο του ιατρικού ενδιαφέροντος.

Ούτε είναι τυχαίο ότι ακόμα και αυτός ο περιθωριακός ρόλος της προληπτικής ιατρικής αφορά κυρίως τη δευτερογενή πρόληψη, δηλαδή την έγκαιρη διάγνωση με προσυπτωματικούς ελέγχους (το γνωστό τσεκ-απ), και όχι την πρωτογενή πρόληψη που αποσκοπεί στην καταπολέμηση των αιτίων της νόσου.

Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι η δευτερογενής πρόληψη, στο βαθμό που στηρίζεται σε όλο και πιο τεχνολογικά εξελιγμένες διαγνωστικές εξετάσεις μπορεί πολύ πιο εύκολα να ενσωματωθεί στο κυρίαρχο βιοϊατρικό μοντέλο απ΄ ό,τι η πρωτογενής πρόληψη, που αντιστοιχεί περισσότερο στο βιοψυχοκοινωνικό ή οικολογικό μοντέλο.

Μια άλλη σημαντική διάσταση του βιοϊατρικού μοντέλου είναι η τάση για συνεχή διεύρυνση των τομέων αρμοδιότητας της ιατρικής. Ένα είδος ιδιότυπου ιατρικού ‘ιμπεριαλισμού’ εκδηλώνεται κατά τις τελευταίες δεκαετίες με διαρκώς επιταχυνόμενους ρυθμούς.

Η δύναμη της ιατρικής να ορίζει τι είναι φυσιολογικό και τι παθολογικό ως προς το ανθρώπινο σώμα, καθώς και η καθοριστική εξουσία που ασκεί στην αντιμετώπιση του κάθε ‘προβλήματος’, επεκτείνεται υπό τον μανδύα της επιστημοσύνης στη σφαίρα τόσο της ψυχικής όσο και της κοινωνικής ευεξίας.

Πολύ περισσότερο μάλιστα, που οι σύγχρονες ολιστικές προσεγγίσεις για την υγεία έχουν αναδείξει τη σημασία των ευρύτερων περιβαλλοντικών, κοινωνικών και ψυχικών παραγόντων. Όμως, η υπαγωγή όλων αυτών των ευρύτερων παραγόντων στη δικαιοδοσία της ιατρικής εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους να μετατραπεί ο σύγχρονος άνθρωπος σε συνεχή καταναλωτή ιατρικών υπηρεσιών από τη γέννησή του ως το θάνατο του.

Ήδη, σημαντικά ανθρώπινα βιώματα, όπως η γέννηση, ο πόνος, ο θάνατος, έχουν περιέλθει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ιατρικής, ενώ άλλα, όπως η εφηβεία, η σεξουαλικότητα, η διαφορετικότητα, η γήρανση, ‘απειλούνται’ άμεσα.

Η αποκοπή όλων αυτών των φαινομένων από τις κοινωνικές και υπαρξιακές τους αναφορές αποδυναμώνει σε μεγάλο βαθμό την ανθρώπινη (και αρκετά πιο ανώδυνη) αντιμετώπισή τους. Πολλοί ‘πρωτόγονοι’ πολιτισμοί αντιμετωπίζουν ακόμα και σήμερα τα γηρατειά και το θάνατο με φυσικότητα και ηρεμία, σε αντίθεση με τον δυτικό πολιτισμό, όπου η ιατρική έχει οδηγήσει τον σύγχρονο άνθρωπο σε εναγώνια και ψυχοφθόρα προσπάθεια εξοστρακισμού των αναπόφευκτων αυτών εξελίξεων.

Ο κίνδυνος μεγαλώνει και από το γεγονός ότι η ανάπτυξη της πρόληψης και της Προαγωγής Υγείας μπορεί να οδηγήσει σε εμπλοκή της ιατρικής σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής, στο βαθμό που τα πάντα σχεδόν επιδρούν άμεσα ή έμμεσα στην υπόθεση της υγείας και της αρρώστιας.

Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος ιατρικού ολοκληρωτισμού, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ο κοινωνικός και διατομεακός χαρακτήρας της πολιτικής υγείας.

Για όλους αυτούς τους λόγους, το βιοϊατρικό μοντέλο μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο όχι μόνο για τη σχετική αναποτελεσματικότητα της σύγχρονης ιατρικής, αλλά και για την παραγωγή πολύπλευρων ιατρογενών κινδύνων.