Γράφει ο Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου


Ο 21ος αιώνας χαρακτηρίζεται από πολλούς ως εποχή της διακινδύνευσης, των ρευστών πολυεπίπεδων σχέσεων και της έξαρσης της ατομικότητας. Οι προσωπικές βιογραφίες αντικαθιστούν τις συλλογικότητες, οι σταθερές του παρελθόντος καθίστανται δυσλειτουργικές και ατονούν, ενώ η ευελιξία, η μετανεωτερική γνώση και η έγκαιρη και έγκυρη πρόσβαση στην πληροφορία αναδεικνύονται σε μέγιστα εφόδια για τον νέο που εισέρχεται στην κοινωνική και επαγγελματική κονίστρα.

Το σχολείο, κατεξοχήν θεσμός υπεύθυνος για τη μετάδοση πολιτιστικών αγαθών, καλείται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο, να αναπροσαρμόσει τα διδακτικά του προγράμματα, ώστε να αντανακλούν (ή και να προετοιμάζουν) την κοινωνική μεταβολή, αλλά κυρίως να παρέχει ένα ασφαλές περιβάλλον, μέσα στο οποίο η προαγωγή της ψυχικής και βιολογικής υγείας, η εξάλειψη των παραγόντων κινδύνου και η πρόληψη θα αποτελούν εχέγγυα για την αντισταθμιστική, δημοκρατική και ισότιμη παιδεία.

Η αγωγή υγείας αποτελεί μία παράλληλη εκπαιδευτική δραστηριότητα, άρρηκτα συνδεδεμένη με το σχολείο, το μαθητή, τον εκπαιδευτικό, τους γονείς και την κοινωνία στο σύνολό της. Η εφαρμογή προγραμμάτων αγωγής της υγείας στο σχολείο, συμβάλλει στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης και της σχολικής ζωής, ενισχύοντας την ομαλή κοινωνική και επαγγελματική ένταξη των μαθητών, ενώ συγχρόνως περιορίζει την εμφάνιση ψυχικών και σωματικών διαταραχών.

Σκοπός τους είναι η κοινωνική ευεξία, η ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας και των δεξιοτήτων και η άρση φαινομένων όπως η σχολική αποτυχία και η κοινωνική ανισότητα.

Η αγωγή υγείας είναι κατ’ εξοχήν μαθητοκεντρική και εντάσσει στα προγράμματά της όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από το κοινωνικό-οικονομικό και πνευματικό επίπεδο των γονέων τους. Επιδιώκει να αναπτύξει θετικές συνήθειες, που αφορούν την υγεία των μαθητών, πριν μεταβληθούν σε ανήκεστο πρόβλημα.

Προάγει την προσωπική, οικογενειακή και κοινοτική ευθύνη για την υγεία και εφοδιάζει τους μαθητές με τις προσήκουσες γνώσεις. Στοχεύει στην παροχή αρωγής και υποστήριξης για τα οικογενειακά, κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα, τόσο στο χώρο του σχολείου όσο και στο χώρο έξω από αυτό.

Αποβλέπει στην ενδυνάμωση της σχολικής κοινότητας, ώστε να μπορούν οι εμπλεκόμενοι φορείς να χειρίζονται και να προλαμβάνουν αποτελεσματικά δυσλειτουργικές καταστάσεις, και τέλος δίνει έμφαση στην κινητοποίηση των δασκάλων και τη δια βίου εκπαίδευσή τους (World Health Organization, 1999, p.5).

Τα οφέλη που προκύπτουν από την εφαρμογή των προγραμμάτων υγείας έχουν πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα: βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των μαθητών και των οικογενειών τους, συντελούν στη διαπαιδαγώγηση συνειδητοποιημένων και ενήμερων πολιτών, περιορίζουν μακροπρόθεσμα το κόστος περίθαλψης, αναδεικνύουν και αντιμετωπίζουν τα προβλήματα υγείας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, διαχέουν πολύτιμες πληροφορίες πρόληψης και προφύλαξης, κινητοποιούν τα στελέχη της εκπαίδευσης, αυξάνουν τον κοινωνικοποιητικό ρόλο του σχολείου, αλλά κυρίως εγκαθιδρύουν στάσεις και αντιλήψεις, που μπορούν να μεταλαμπαδευτούν από γενιά σε γενιά.

Παράλληλα, αξιοποιούν τους διαθέσιμους πόρους της κοινότητας, ενισχύουν τα τοπικά δίκτυα, ενεργοποιούν τα κοινωνικά αντανακλαστικά σε περιπτώσεις αποκλεισμού, προάγουν το κοινωνικό κεφάλαιο μιας περιοχής και διευρύνουν τη χρήση καινοτόμων μεθόδων διδασκαλίας.

Συμπερασματικά, τα προγράμματα υγείας έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • Ευαισθητοποιούν τα στελέχη της υγείας και της εκπαίδευσης σε θέματα προαγωγής της υγείας
  • Διασφαλίζουν τις συνθήκες υγιεινής στο σχολικό περιβάλλον
  • Διασυνδέουν και κινητοποιούν το διαθέσιμο δυναμικό της κοινότητας
  • Εντάσσουν στη διδακτέα ύλη μαθήματα, που βοηθούν τους μαθητές να κατανοήσουν τους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία, ώστε να υιοθετήσουν τις κατάλληλες στάσεις και συμπεριφορές
  • Εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας
  • Υλοποιούν πολιτικές και πρακτικές προαγωγής υγείας, που υποστηρίζονται τόσο από τη διοίκηση του σχολείου και από τη διεύθυνση, όσο και από τις εκπαιδευτικές πρακτικές, και δημιουργούν ένα υγιές και ασφαλές ψυχολογικό περιβάλλον για τους μαθητές. Οι πολιτικές αυτές προωθούν θεμελιώδεις αρχές, όπως η ίση αντιμετώπιση όλων των μαθητών και ο σεβασμός των ιδιαιτεροτήτων τους. Στους στόχους περιλαμβάνονται η μείωση των βιολογικών, κοινωνικών και συναισθηματικών προβλημάτων, όπως είναι η χρήση αλκοόλ, ναρκωτικών, καπνού και κάθε μορφή βίας
  • Δικτυώνουν τα σχολεία μεταξύ τους για την ανταλλαγή πληροφοριών και εμπειριών
  • Αναπτύσσουν περιβαλλοντική συνείδηση
  • Παρέχουν ευκαιρίες φυσικής άσκησης και αναψυχής
  • Θεωρούν την πνευματική, ψυχική και βιολογική υγεία ως ενιαίο σύνολο και ενισχύουν μαθησιακές διαδικασίες, που διατηρούν την ισορροπία μεταξύ των τριών αυτών στοιχείων
  • Καλλιεργούν την κοινωνική αλληλεγγύη, εμπιστοσύνη και συμμετοχικότητα
  • Επεκτείνουν τα προγράμματα υγείας στο οικογενειακό πλαίσιο
  • Διαμορφώνουν κατάλληλα τα αναλυτικά προγράμματα, ώστε να εξοπλίσουν τους μαθητές με όλα τα κατάλληλα εφόδια, που θα τους επιτρέπουν να κάνουν ασφαλείς και υγιεινές επιλογές
  • Διαχέουν τις καλές πρακτικές και πληροφορίες για την προαγωγή της υγείας σε όλα τα κοινωνικά στρώματα
  • Επιλέγουν μαθητοκεντρικές διαδικασίες μάθησης, με έμφαση την ενεργό έρευνα, τη βιωματική προσέγγιση και την ανάπτυξη μεταγνωστικών στρατηγικών και κριτικής σκέψης
  • Διευκολύνουν την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, αλλά ταυτόχρονα εξασφαλίζουν την πραγματοποίηση πρωτοβάθμιων διαδικασιών μέσα στο σχολικό πλαίσιο (εμβολιασμοί, διαγνώσεις, ενημέρωση, πρώτες βοήθειες, φαρμακευτικές αγωγές κ.λπ.)
  • Ενισχύουν την υπογραφή μνημονίων συνεργασίας του σχολείου με κοινοτικούς και άλλους φορείς
  • Τονώνουν τη συμμετοχικότητα και παράγουν ενεργούς μαθητές-πολίτες, που αγωνίζονται για την εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων
  • Καταπολεμούν τη φτώχεια, τη σχολική διαρροή και αποτυχία.

 Τα προγράμματα υγείας στοχεύουν

  • στη Συνειδητοποίηση, η οποία θα βοηθήσει τα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες να κατανοήσουν ότι η υγεία αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο και να ευαισθητοποιηθούν στους παράγοντες που την προάγουν
    στη Γνώση, για να εμπεδώσουν οι μαθητές τους τρόπους με τους οποίους η υγεία μπορεί να προαχθεί σε όλα τα εκπαιδευτικά πλαίσια
  • στις Στάσεις, με τις οποίες τα άτομα και οι κοινωνικές ομάδες θα αποκτήσουν κοινωνικές αξίες, θα αναπτύξουν έντονο ενδιαφέρον για την υγεία και διάθεση για ενεργό συμμετοχή στην προστασία και βελτίωση αυτής
  • στις Δεξιότητες, που είναι αναγκαίες στα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες για τη διαχείριση και επίλυση των προβλημάτων υγείας
  • στην Ικανότητα αξιολόγησης, μέτρων που λαμβάνονται για την υγεία, καθώς και των εκπαιδευτικών προγραμμάτων ως προς οικολογικούς, πολιτικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς, αισθητικούς και εκπαιδευτικούς παράγοντες
  • στη Συμμετοχικότητα, μέσω της οποίας αναπτύσσεται η αίσθηση της υπευθυνότητας και αμεσότητας στη θεώρηση των προβλημάτων υγείας και παρωθείται η δραστηριοποίηση των ατόμων σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο για την επίλυση τους.

Η αγωγή υγείας, ουσιαστικά αποτελεί αλλαγή του τρόπου σκέψης των μαθητών και διατήρηση της νέας αυτής φιλοσοφίας σε όλα τα πλαίσια και εκφάνσεις της ζωής. Τα προγράμματα υγείας είναι συνυφασμένα με την έννοια του ‘Νέου Σχολείου’, του ανοιχτού στην καινοτομία, την κοινότητα, τις τεχνολογικές εξελίξεις, τη βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών.

Είναι προσαρμοσμένα στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες μιας περιοχής και διαπνεόμενα από ανθρωπιστικά ιδεώδη, αποβλέπουν στην κοινωνική ενδυνάμωση και ευθύνη. Τα σχολεία επωφελούνται από αυτά, γιατί η διασφάλιση συνθηκών υγιεινής αυξάνει την αποτελεσματικότητα και την επίδοση των μαθητών, απαλλάσσει τους γονείς από το άγχος, τροφοδοτεί την κοινωνία με υγιείς πολίτες, μειώνει το κόστος της υγείας μέσω της πρόληψης και κινητοποιεί πλαίσια, που πριν δρούσαν αποσπασματικά και ανεξάρτητα.

Η αγωγή υγείας, τέλος, επιχειρεί να αμβλύνει τις διαφορές ανδρών-γυναικών, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ, 86 εκατομμύρια κορίτσια (13 εκατομμύρια περισσότερα από τα αγόρια) δεν έχουν πρόσβαση στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και τα 2/3 από το 1 δισ ανθρώπων, που είναι αναλφάβητοι, είναι γυναίκες.

Η θεσμοθέτηση και ίδρυση σχολείων που προάγουν την υγεία πρέπει να αποτελεί τμήμα μιας εθνικής πολιτικής για την Παιδεία, στα πλαίσια του Κράτους Πρόνοιας. Παρόλα αυτά οι Διεθνείς Οργανισμοί (Ευρωπαϊκή Ένωση, ΟΗΕ κτλ) ενισχύουν συμπληρωματικά κάθε ατομική πρωτοβουλία ή κοινοτική δράση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ύπαρξη μιας αρχικής ομάδας κρούσης σε κάθε σχολείο, (που θα αποτελείται από εκπαιδευτικούς, μαθητές, γονείς και τοπικούς φορείς), η οποία θα συντάσσει τον στρατηγικό σχεδιασμό, θα συνάπτει συμμαχίες, θα διαδίδει την έννοια της πρόληψης, θα επισημαίνει τους κινδύνους που απειλούν τους μαθητές στο σχολικό περιβάλλον, θα ανακαλύπτει μεθόδους πρόσβασης σε συναφείς πληροφορίες, θα ευαισθητοποιεί την κοινωνία, δρώντας πολλαπλασιαστικά, θα προκαλεί δημόσιο διάλογο για θέματα υγείας των μαθητών, θα εκδίδει έντυπα και ενημερωτικό υλικό, θα οργανώνει συνέδρια, θα λαμβάνει κοινωνική συναίνεση για καινοτόμες δράσεις και θα επιλέγει τα κατάλληλα πρόσωπα, για να διασπείρουν την έννοια της αγωγής υγείας.

Η όλη διαδικασία προσομοιάζει με έρευνα-δράσης, κατά την οποία, την αρχική καταγραφή των υφιστάμενων πολιτικών και κινδύνων υγιεινής.

Ακολουθεί η ανάλυση αναγκών, η προσμέτρηση των διαθέσιμων πόρων – μέσων, η επιλογή του εκπαιδευτικού υλικού και των κατάλληλων μεθόδων διδασκαλίας. Η αξιολόγηση των προγραμμάτων αυτών μπορεί να γίνει κατά τη διάρκεια και το τέλος τους από εσωτερικούς και εξωτερικούς αξιολογητές.

Το σχέδιο δράσης περιλαμβάνει λεπτομερείς καταγραφές των ενεργειών και των δεδομένων, ομαδοσυνεργατική μάθηση, ανάλυση αναγκών της περιοχής, θέσπιση κανόνων και μεθοδολογίας δράσης, διασύνδεση των φορέων, διοικητικό και εκτελεστικό πλάνο, αναπλαισίωση αναλυτικών προγραμμάτων και προσαρμογή των μαθημάτων, ώστε να ενταχθούν στους σκοπούς της αγωγής υγείας, συνεργασία με σχολεία ειδικής αγωγής για άρση των ανισοτήτων και εκπαίδευση των αναπήρων μαθητών.

Στην αρχική ομάδα δέον να εμπλέκονται επαγγελματίες υγείας (νοσοκόμες, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, γιατροί κ.λπ.), συνδικαλιστικές ενώσεις εργαζομένων, σύλλογοι καθηγητών και σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων, νομικοί, μη κυβερνητικές οργανώσεις και εκπρόσωποι τοπικών φορέων, ενώσεις γυναικών, τοπικές επιχειρήσεις κ.λπ.

Οι κίνδυνοι, που σε γενικές γραμμές σχετίζονται με τη σχολική διαδικασία με τους οποίους ασχολείται η αγωγή υγείας είναι:

  • Κατάχρηση εξαρτητικών ουσιών
  • Μολυσματικές ασθένειες – AIDS – σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα
  • Ασθένειες δοντιών
  • Υποβιταμίνωση/ κακή διατροφή, ποιότητα σχολικών κυλικείων
  • Αναπνευστικά νοσήματα
  • Ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη
  • Κακή ποιότητα ή ανεπάρκεια νερού
  • Βία από ομάδες συνομηλίκων – παιδική κακοποίηση
  • Προβλήματα όρασης και ακοής
  • Σχολικά ατυχήματα
  • Στερεότυπα απέναντι στα άτομα με αναπηρίες
  • Κακός σχεδιασμός σχολικών κτιρίων – εγκατάσταση σχολικών μονάδων σε περιοχές με μεγάλη ρύπανση, πλημμελής αντισεισμική θωράκιση, έλλειψη μέσων πυρασφάλειας
  • Μιμητικές συμπεριφορές μαθητών, που μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στους ίδιους και τους συμμαθητές τους
  • Αδικαιολόγητες απουσίες
  • Διαταραχές συμπεριφοράς/προσωπικότητας
  • Παιδική παράνομη εργασία-κακοποίηση
  • Κακή διαπαιδαγώγηση από τους γονείς, ακατάλληλες μέθοδοι διδασκαλίας
  • Πρόσβαση σε απομακρυσμένες σχολικές μονάδες
  • Επικίνδυνα μέσα μεταφοράς
  • Ελλιπώς εκπαιδευμένο βοηθητικό προσωπικό
  • Στερεοτυπικές/αναχρονιστικές αντιλήψεις γονέων-εκπαιδευτικών
  • Κακή διαχείριση σκουπιδιών-αποβλήτων
  • Έλλειψη μαθησιακών κινήτρων-ανεπαρκής επαγγελματικός προσανατολισμός.

Οι πυλώνες για την αλλαγή στάσεων προς ένα σχολείο, που προάγει την υγεία αφορούν:

  • Τη συνειδητοποίηση εκ μέρους των μαθητών ότι πρέπει να φροντίζουν τους εαυτούς τους και τους άλλους
  • Την ενδυνάμωσή τους, ώστε να κατανοήσουν πως η λήψη ορθών αποφάσεων επηρεάζει τη βιολογική και ψυχική τους υγεία
  • Τη γνώση για τη διαμόρφωση κοινωνικών συνθηκών, που θα εγγυώνται την υγεία του πληθυσμού
  • Τη συντονισμένη δράση που μπορεί να προκαλέσει κοινωνική αλλαγή
  • Η αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων αυτών εξαρτάται από τη διάθεση συνεργασίας των εκπαιδευτικών, από τη συμβολή των διάφορων υποστηρικτικών φορέων (Διεθνείς Οργανισμοί, όπως η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, το Συμβούλιο της Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και η κοινωνία στο σύνολο), καθώς και από το αρμόζον εκπαιδευτικό περιβάλλον (Peled E, Jaffe P, Edleson J, 1994). Πιο συγκεκριμένα, ο εκπαιδευτικός καλείται να αναπτύξει δεξιότητες και να υιοθετήσει διδακτικές μεθόδους, που θα ενθαρρύνουν την ενεργό μάθηση σε θέματα υγείας. Το σχολείο οφείλει να ενισχύσει το ρόλο του εκπαιδευτικού ως Παιδαγωγού-Ψυχολόγου, ώστε να μετατραπεί σε συντονιστή και εμψυχωτή, που θα αυξήσει την ικανότητα του μαθητή να φροντίζει συνολικά τον εαυτό του και τους άλλους.
  • Γενικότερα, τα σχολεία που εφαρμόζουν προγράμματα υγείας χρησιμοποιούν όλη τους την οργανωτική διάρθρωση, έτσι ώστε να προωθήσουν την υγεία ανάμεσα στους μαθητές, το προσωπικό, την οικογένεια και τα μέλη της ευρύτερης κοινωνίας. Προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή όλες οι παραπάνω πρακτικές και πολιτικές, τα σχολεία πρέπει να χρηματοδοτηθούν επαρκώς, να διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό και τους κατάλληλους χώρους μάθησης, άθλησης και ψυχαγωγίας.
  • Η ανεπάρκεια του παραδοσιακού εκπαιδευτικού συστήματος προκάλεσε το ενδιαφέρον για εξωσχολικές μορφές εκπαίδευσης σε θέματα πρόληψης των κινδύνων υγείας, ως συμπλήρωμα της τυπικής σχολικής διδασκαλίας.
  • Η μη τυπική εκπαίδευση είναι: η εκπαίδευση που περιγράφει όλες τις μορφές διδασκαλίας που οι δάσκαλοι και οι εκπαιδευόμενοι προάγουν συνειδητά, η ‘μαθησιακή κατάσταση’ που επιχειρείται και από τις δυο πλευρές (πομπός και δέκτης).

Ως κύρια χαρακτηριστικά της μη τυπικής εκπαίδευσης αναφέρονται τα ακόλουθα:

  • Η μη τυπική εκπαίδευση αποτελείται από οργανωμένες και δομημένες δραστηριότητες (αλλιώς θεωρείται άτυπη)
  • Είναι σχεδιασμένη για μια ορισμένη μονάδα στόχου
  • Είναι οργανωμένη έτσι ώστε να επιτευχθούν μια σειρά από εκπαιδευτικοί στόχοι
  • Αυτές οι μη θεσμοθετημένες δραστηριότητες εκτελούνται έξω από το καθιερωμένο εκπαιδευτικό σύστημα και προορίζονται για εκπαιδευόμενους που δεν κατατάσσονται επίσημα στο σχολείο (ακόμη και αν σε ορισμένες περιπτώσεις η διδασκαλία πραγματοποιείται στο σχολικό περιβάλλον)
  • Η μη τυπική εκπαίδευση ορίζεται, ως ‘οποιαδήποτε οργανωμένη εκπαιδευτική δραστηριότητα εκτός του καθιερωμένου τυπικού συστήματος’ και έχει διακριτούς μαθητευόμενους και στοιχειώδη εκπαιδευτικό προσανατολισμό. Οι εθελοντικές οργανώσεις και οι κοινοτικές ομάδες είναι τα ευρέως διαδεδομένα μέσα της μη τυπικής εκπαίδευσης.
  • Η μη τυπική εκπαίδευση έχει οριστεί σαν ένα σκόπιμο και συστηματικό εκπαιδευτικό εγχείρημα (συνήθως εκτός του παραδοσιακού σχολείου), στο οποίο το περιεχόμενο προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες ανάγκες των εκπαιδευομένων (ή ιδιαίτερες καταστάσεις) έτσι ώστε να μεγιστοποιεί τη μάθηση και να ελαχιστοποιεί άλλα στοιχεία, τα οποία συνήθως απασχολούν τους εκπαιδευτές του τυπικού σχολείου (π.χ. ρόλοι, πειθαρχία, έλεγχοι κ.λπ.)
  • Η έννοια της μη τυπικής εκπαίδευσης είναι εξ ορισμού ευρεία και μέχρι ένα βαθμό ασαφής. Θα ήταν αδύνατο να δοθεί στη συγκεκριμένη έννοια ένας μοναδικός και καθολικός ορισμός, καθώς αυτό που διαφοροποιεί τη μη τυπική εκπαίδευση είναι η ποικιλία των μορφών που μπορεί να πάρει, καθώς ανταποκρίνεται σε διάφορα αιτήματα και ανάγκες, διαφορετικών ατόμων και ομάδων. Επίσης, η μη τυπική εκπαίδευση μπορεί να οριστεί μόνο σε σχέση με τη λειτουργία της σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Δεν πρέπει να ξεχνιέται το γεγονός ότι η μη τυπική εκπαίδευση δημιουργήθηκε για να καλύψει τις αδυναμίες του παραδοσιακού σχολικού συστήματος και να ικανοποιήσει τις ανάγκες που συχνά, η τυπική εκπαίδευση παραβλέπει. Έτσι εξηγείται το ενδιαφέρον που εκδηλώνεται από τις τοπικές κοινωνίες για αυτή τη μορφή εκπαίδευσης, η οποία ικανοποιεί τις ανάγκες τους αποτελεσματικότερα. Γι’ αυτό, τα αντικείμενά της μπορούν να σχεδιαστούν μόνο σε ξεχωριστή βάση, η οποία βασίζεται στις ανάγκες των εκπαιδευομένων και στο τοπικό περιβάλλον. Για τον ίδιο λόγο, η μη τυπική εκπαίδευση δεν μπορεί να επιβλέπεται από την κεντρική εξουσία (Hamadache, 1991).

Για καλύτερη κατανόηση της εμφάνισης του τομέα της μη τυπικής εκπαίδευσης, πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν ορισμένες παρατηρήσεις:

Πρώτον, το σχολείο, πλέον δεν θεωρείται το μοναδικό μέρος όπου πραγματοποιείται η διδασκαλία, και δεν μπορεί να έχει μοναδικό εκπαιδευτικό ρόλο στην κοινωνία. Εκτός από αυτό, η διδασκαλία συμπεριλαμβάνει ποικίλους παράγοντες, οι οποίοι είναι ανέφικτο να κατανοηθούν μέσα στους περιορισμούς ενός και μοναδικού συστήματος, το οποίο οργανώνεται και εποπτεύεται από την κεντρική εξουσία.

Η εκπαίδευση δεν ανήκει πλέον μόνο στη δικαιοδοσία των εθνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, αλλά και σε άλλες υπηρεσίες και ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων και παραγόντων που προάγουν την ανάπτυξη.

Δεύτερον, η εκπαίδευση και η μάθηση, σήμερα πια, δεν θεωρούνται πλέον συνώνυμα της ‘σχολικής διδασκαλίας’, ακόμη και αν μερικοί γονείς εξακολουθούν να εξισώνουν την εκπαίδευση με το σχολείο, καθώς εστιάζονται στο πτυχίο που εξασφαλίζει το σχολείο, το οποίο αποτελεί εγγύηση για μελλοντική επαγγελματική απασχόληση, η οποία όμως γίνεται ολοένα και περισσότερο υποθετική.

Αυτή η εξίσωση της μάθησης με την τυπική εκπαίδευση παραμένει σταθερά στο μυαλό πολλών γονιών, αλλά καθώς αυτοί αναγκάζονται να αναγνωρίσουν την αποτυχία του συστήματος, πάνω στο οποίο είχαν εναποθέσει όλες τις ελπίδες τους, αναπτύχθηκαν νέα εκπαιδευτικά συστήματα και έγιναν αντικείμενο μεγάλου ενδιαφέροντος.

Τρίτον, απαιτούνται νέες μη συμβατικές εκπαιδευτικές μέθοδοι, οι οποίες θα εστιάζονται στην ιδέα, η οποία όπως αναφέρεται και από το Club of Rome σε κάποια έκθεση, ως ‘το ανθρώπινο χάσμα που πρέπει να γεφυρωθεί’, το οποίο είναι, η ασυμφωνία ανάμεσα στην ολοένα και αυξανόμενη πολυπλοκότητα, που προκύπτει από την πρόοδο των ανθρώπων, και την αποτυχία μας να συμβαδίσουμε.

Στο σημείο αυτό, το πρόβλημα ήταν να προσδιοριστεί ο τρόπος με τον οποίο μια νέα διδασκαλία θα μπορούσε να καλύψει αυτό το χάσμα. Αυτή η ιδέα αναφέρεται από τους συγγραφείς της έκθεσης σαν καινοτόμα, κοινωνική διδασκαλία, η οποία είναι βασισμένη στην εκδήλωση ενδιαφέροντος και στην εθελοντική, ενεργή συμμετοχή, σε αντίθεση με την ασυνείδητη αναπαραγωγή και προσαρμογή των χαρακτηριστικών που παρέχεται στα παραδοσιακά σχολεία (Hamadache, 1991).

Βασισμένοι στην εμπειρία του παρελθόντος και του παρόντος, τα κύρια χαρακτηριστικά της μη τυπικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με τον Hamadache (1991), συνοψίζονται στα παρακάτω:

  • Οι πολλές και ποικίλες μορφές που είναι δυνατόν να πάρει
  • Η λειτουργική φύση του περιεχομένου της, σε σχέση με συγκεκριμένα πεδία, και συνεπώς η δεκτικότητά της στο τοπικό περιβάλλον και η ικανότητά της να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του
  • Συγκεκριμένα αντικείμενα – συχνά μικρής διάρκειας- περιορισμένα σε ένα πεδίο, ένα περιεχόμενο ή μια ομάδα. Το πρόγραμμα διδασκαλίας που διαμορφώνεται, έτσι ώστε να ικανοποιεί συγκεκριμένες ανάγκες των εκπαιδευομένων
  • Ευκαμψία στην υλοποίησή της
  • Ετερογενείς ομάδες στόχου
  • Δραστηριότητες οργανωμένες και συστηματικές, αλλά ποτέ συνηθισμένες
  • Δραστηριότητες, οι οποίες οργανώνονται συχνά χωρίς να επαναλαμβάνονται και σε μικρότερο χρονικό πλαίσιο από αυτές του τυπικού συστήματος
  • Χρήση εθελοντών ή εκπαιδευτών μερικής απασχόλησης και χρήση μη επαγγελματικού, επί πληρωμής ή εθελοντικά
  • Αυτάρκεια και συμμετοχή.

Η αξιολόγηση των προγραμμάτων αγωγής και προαγωγής της υγείας, έχει ως σκοπό την εκτίμηση του βαθμού επιτυχίας, των στόχων και των σκοπών, του σχεδιασμού και των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν.

Γενικότερα, η έρευνα έδειξε ότι η εφαρμογή των προγραμμάτων στο χώρο της εκπαίδευσης μείωσε τους παράγοντες κινδύνου και προώθησε πιο υγιείς τρόπους ζωής. Η ανάλυση των δεδομένων από 207 προγράμματα βασισμένα στην καταπολέμηση των παραγόντων, που εγκυμονούν κινδύνους στα σχολεία, έδειξε ότι τα πιο αποτελεσματικά προγράμματα είναι αυτά που μεταδίδουν δεξιότητες ζωής, επικοινωνιακές ικανότητες και προσαρμοστικότητα (Tobler,1992).

Η εφαρμογή των προγραμμάτων ελαχιστοποίησε τις πιθανότητες εμφάνισης βίαιης συμπεριφοράς, απέτρεψε τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών (World Health Organization, 1997, p. 25). Συγχρόνως, αποσοβήθηκε ο κίνδυνος εμφάνισης σεξουαλικών νοσημάτων, ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης και εκτρώσεων στο μαθητικό πληθυσμό.

Οι μαθητές έμαθαν να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, αυξήθηκε η αυτοεκτίμησή τους και απετράπησαν έκτροπα μέσω εκφοβισμού και απειλής (World Health Organization, 1997, p.26). Η έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα προγράμματα πρέπει να ενταχθούν στα αναλυτικά προγράμματα των σχολείων (Ο’ Donnell, Stueve, Doval 1998).

Συμπεράσματα

Τα προγράμματα αγωγής υγείας στα σχολεία συμβάλλουν στην αλλαγή συμπεριφορών, ενισχύουν χαρακτηριστικά όπως, η αυτοεκτίμηση, η αυτοπεποίθηση, ενώ εξοπλίζουν τους μαθητές με δεξιότητες απαραίτητες για τν ζωή τους. Αποδείχθηκε ότι μπορούν να τους προσφέρουν κοινωνική και ψυχολογική υποστήριξη, να τους διδάξουν, να τους διαπαιδαγωγήσουν, ενώ ταυτόχρονα τους βοήθησαν να γνωρίσουν τον εαυτό τους και να κάνουν προσωπικές επιλογές θετικές για την υγεία τους.

Ταυτόχρονα, η συνεργασία των γονέων, των εκπαιδευτικών και των μαθητών στο χώρο του σχολείου συντελεί στη βελτίωση των σχέσεών τους αλλά και στν βελτίωση του επιπέδου της υγείας τους, εκπληρώνοντας τους στόχους των προγραμμάτων.

Τέλος, τα προγράμματα αυτά φέρνουν το σχολείο κοντά στην πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα χώρο έκφρασης και δημιουργίας για τα παιδιά.

Η επιτυχία των προγραμμάτων αυτών σε άλλες χώρες δημιουργεί την ανάγκη να εφαρμοστούν αυτά τα προγράμματα στο εκπαιδευτικό σύστημα, καθώς αποτελεί το σημαντικότερο φορέα μετάδοσης συμπεριφορών, στάσεων και τρόπου σκέψης. Αυτό που είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη, έτσι ώστε να έχει επιτυχία το πρόγραμμα αγωγής και προαγωγής της υγείας στα σχολεία είναι τα εμπόδια, τα οποία θα πρέπει να απομονωθούν και να εξαλειφθούν (World Health Organization 1996b).

Τέτοιου είδους εμπόδια είναι:

  • Η μερική γνώση σε θέματα υγείας, συνεπάγεται η γνώση, οι συμπεριφορές και οι ικανότητες εξελίσσονται σε μια στρατηγική ενδυνάμωσης
  • Όχι επαρκής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και άλλων συμβουλευτικών υπαλλήλων
  • Μη εξειδικευμένα προγράμματα
  • Λίγος χρόνος αφιερωμένος στο αντικείμενο της μάθησης
  • Δυσκολίες συνεργασίας
  • Έλλειψη επιμορφωτικών σεμιναρίων για τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς.