Η ανατομική και λειτουργική ισορροπία των δομών του γυναικείου κόλπου αποτελεί τη βάση στήριξης και υγείας τριών σημαντικών συστημάτων του γυναικείου οργανισμού, του ουροποιητικού, του γεννητικού και του πεπτικού. Πιο συγκεκριμένα, ο κόλπος αποτελεί ένα ινομυώδη σωλήνα καλυμμένο από ευαίσθητο επιθήλιο στην περιφέρεια του οποίου εντοπίζεται ένας στηρικτικός στιβαρός υμένας, γνωστός σαν κολπική περιτονία.

Ο κόλπος θωρακίζεται μυϊκά από ένα κυκλοτερές μυϊκό σύστημα γνωστό ως ανελκτήρας του περινέου και το οποίο ανάλογα με τη θέση του όσον αφορά τα κολπικά όργανα διακρίνεται σε μοίρες: τον σφικτήρα της ουρήθρας, τον σφικτήρα του κόλπου και τον ανελκτήρα και σφικτήρα του ορθού.

Η σωστή και απρόσκοπτη συνεπώς λειτουργία του μυός αυτού εξασφαλίζει:

  • την εγκράτεια της ούρησης,
  • τη σεξουαλική ευλειτουργία και
  • την αφόδευση και την εγκράτεια του εντέρου.

Η πάροδος του χρόνου με την αναμενόμενη χαλάρωση των γυναικείων ιστών και ιδιαίτερα κατόπιν των κολπικών τοκετών έχουν ως φυσιολογική συνέπεια τη ρήξη ή αποδυνάμωση της στηρικτικής κολπικής περιτονίας με αποτέλεσμα την ελλιπή στήριξη και στη συνέχεια την πρόπτωση των οργάνων του κόλπου.

Ορισμένες γυναίκες μάλιστα έχουν και κληρονομική επιβάρυνση όσον αφορά την αντοχή των στηρικτικών δομών και ως εκ τούτου η κολπική πρόπτωση που παρατηρούν είναι εκ τεκμηρίου μεγαλύτερη.

Ανάλογα με την εντόπιση του προβλήματος στα διαμερίσματα του κόλπου οι ασθενείς βιώνουν άλλοτε άλλα συμπτώματα.

Σε πρόσθια κολπική χαλάρωση η ουροδόχος κύστη μετατοπίζεται εκτός της φυσιολογικής της θέσης και αυτό καλείται κυστεοκήλη, (cystocele). Η ευμεγέθης κυστεοκήλη μπορεί να προκαλέσει κατακράτηση ούρων από πλημμελή εκκένωση της ουροδόχου κύστης η οποία βρίσκεται σε ανάρροπη πια θέση και να έχει ως συνέπεια φλεγμονές του ουροποιητικού από απλές κυστίτιδες έως ανιούσες πυελονεφρίτιδες με κίνδυνο για τη νεφρική λειτουργία των ασθενών.

Σε μια άλλη βέβαια διάσταση της πρόσθιας χαλάρωσης και όταν πιο συγκεκριμένα διαφοροποιείται η γωνία στήριξης της ουρήθρας σε σχέση με την ουροδόχο κύστη (κυστεοουρηθρική γωνία) η ασθενής πάσχει από απώλεια-ακράτεια ούρων που παρατηρείται με την αύξηση της κοιλιακής πίεσης και την κίνηση π.χ.

με βήχα και την άρση βάρους, ή ακόμη και με το γέλιο, το χορό και το γρήγορο περπάτημα.

Οι παθολογίες αυτές εξακριβώνονται και προσμετρώνται με απόλυτη ακρίβεια με εκτέλεση ‘ουροδυναμικού ελέγχου’ προεγχειρητικά. Η τοποθέτηση πλεγμάτων κάτωθεν της ουρήθρας (slings ή TVTς) ή κάτω από την ουροδόχο κύστη (όπου αυτό απαιτείται) έχει ως συνέπεια τη μόνιμη διόρθωση των βλαβών και την ομαλή επαναλειτουργία του ουροποιητικού.

Η πτώση του τραχήλου ή ολόκληρης της μήτρας όταν η χαλάρωση εντοπίζεται στο πυθμενικό τμήμα, έχει ως συνέπεια το αίσθημα πλήρωσης και βάρους στον κόλπο, καθώς και σεξουαλικής δυσλειτουργίας. Ανάλογα με την ηλικία και τις ανάγκες της ασθενούς και με τη χρήση πλεγμάτων (βιοσυνθετικά απορροφήσιμων ή μόνιμων), μπορεί να αφαιρεθεί ή να διατηρηθεί η μήτρα και να επανασχηματιστεί ο φυσιολογικός αυλός του κόλπου.

Στην οπίσθια χαλάρωση ο αυλός του παχέους εντέρου προβάλλει μέσα στον κόλπο από το όπισθεν τμήμα αυτού (εντεροκήλη) προκαλώντας δυσκοιλιότητα, ή τμήμα του λεπτού εντέρου διαπερνά τον οπίσθιο θόλο της κορυφής του κόλπου (δουγλασειοκήλη) δημιουργώντας ποικίλες εντερικές διαταραχές.


Η ανατομική και λειτουργική αποκατάσταση των βλαβών αυτών, πραγματοποιείται ενίοτε με τη χρήση οπισθίων πλεγμάτων από αδρανή υλικά για την αποφυγή υποτροπής της βλάβης.

Η χειρουργική αποκατάσταση όλων των τύπων κολπικής πρόπτωσης, καθώς και η τοποθέτηση πλεγμάτων όπου αυτή θεωρείται απαραίτητη είναι πια μία ασφαλής, εργονομική, ανώδυνη και μόνιμη διαδικασία. Στην πληθώρα των χειρουργείων η τοπική-επισκληρίδιος αναισθησία είναι αρκετή και προφυλάσσει τη γενικότερη υγεία των ασθενών μεγαλύτερης ηλικίας.

Οι ανάγκες νοσηλείας περιορίζονται συνεπώς σε 1-2 ημέρες στα βαρύτερα μόνο χειρουργεία και η πλήρης επαναπόκτηση των φυσιολογικών δραστηριοτήτων των ασθενών γίνεται σε 2-3 εβδομάδες μόνο.