Η λέξη ‘ψύχωση’ είναι μία λέξη η οποία χρησιμοποιείται υπερβολικά συχνά από τον κόσμο με λάθος νόημα και περιεχόμενο. Στο κείμενο αυτό, γίνεται μία προσπάθεια να δοθεί μία επιστημονική αλλά και κατανοητή ερμηνεία του όρου, αλλά και της θεραπευτικής αντιμετώπισης που θα ήταν ιδανικό να ακολουθείται.

Κάτι που δυστυχώς συχνά δεν γίνεται λόγω του ότι το συγγενικό περιβάλλον του ατόμου, συχνά δεν γνωρίζει πώς πρέπει να αντιμετωπίσει μία κατάσταση σαν αυτή.

Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι η ανάγνωση του άρθρου αυτού και συμπτωμάτων που αναφέρονται, δεν πρέπει να οδηγήσει τον αναγνώστη να εξάγει για τον εαυτό του ή οποιονδήποτε άλλο, μία ‘διάγνωση’, καθώς πολλές φορές στην ψυχιατρική, ψυχικές καταστάσεις που θεωρούνται πιο ‘απλές’, όπως το άγχος μπορεί να μοιάζουν, στον μη ειδικό, σε κάποια σημεία με πιο ‘σύνθετες’ καταστάσεις.

Τι εννοούμε με τον όρο ψύχωση;

Με τον όρο ψύχωση αναφερόμαστε σε μία κατηγορία διαταραχών, οι οποίες έχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά συμπτώματα, όχι σε μία συγκεκριμένη διαταραχή. Είναι σαν να λέμε ‘παθήσεις στομάχου’, όπου αυτές μπορούν να είναι διάφορες, και όχι κάποια συγκεκριμένη όπως το έλκος.

Η σχιζοφρένεια για παράδειγμα, είναι μία διαταραχή η οποία ‘κατατάσσεται’ στις ψυχώσεις, ακόμα και αυτή όμως έχει μία μεγάλη διαφοροποίηση στα συμπτώματά της, από άτομο σε άτομο.

Αναφορά σε κάποια συμπτώματα ψύχωσης

Προτού αναφερθούμε πώς επιδρά η ψυχοθεραπεία σε συνδυασμό με τη φαρμακευτική αγωγή, είναι χρήσιμο να αναφέρουμε εν συντομία κάποια χαρακτηριστικά συμπτώματα της κατηγορίας ψύχωση.

Συχνά παρατηρούνται διαταραχές του περιεχομένου της σκέψης με τη μορφή επίμονων ιδεών τις οποίες για το λόγο αυτό τις ονομάζουμε παραληρητικές. Για παράδειγμα, το άτομο να νιώθει ότι κάποιος ελέγχει την σκέψη του, ότι το παρακολουθούν ή το καταδιώκουν, ότι διαβάζει ή βλέπει στην τηλεόραση μηνύματα που του απευθύνονται προσωπικά, ή να δείχνουν σχετικά ρεαλιστικές όπως παραληρητικές ιδέες μεγαλείου ή θρησκευτικού περιεχομένου.

Αυτές μπορούν να φαίνονται στο συγγενικό περιβάλλον του ατόμου ως εξωπραγματικές, ενώ ο ίδιος τις βιώνει ως πραγματικές.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονίσουμε ότι στην ψύχωση, το άτομο μπορεί να κατανοεί ή και να μην κατανοεί ότι οι ιδέες αυτές που βιώνει είναι παράλογες, κάτι που επιστημονικά ονομάζουμε ύπαρξη ή μη εναισθησίας. Τονίζουμε όμως και πάλι ότι το αν οι ιδέες αυτές είναι παράλογες ή όχι, πρέπει να το συζητήσει το άτομο με τον ειδικό σε προσωπική επαφή και να μην κάνει ‘αυτοδιάγνωση’ κάποιος στον εαυτό του, κάτι που δυστυχώς γίνεται συχνά, ιδιαίτερα διαβάζοντας σχετικά άρθρα μέσω του διαδικτύου.

Επίσης, μπορεί να συνυπάρχουν ψυχαναγκασμοί (ή και καταναγκασμοί) ως συμπτώματα, το περιεχόμενο των οποίων, όπως ο ειδικός μπορεί να κρίνει, είναι υπερβολικό.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό σημαντικό είναι ο αποδιοργανωμένος λόγος, ο οποίος μπορεί να φτάνει σε χειρότερη μορφή μέχρι την ασυναρτησία, σύμπτωμα που οφείλεται στη διαταραχή του ειρμού της σκέψης.

Στη σχιζοφρένεια, για παράδειγμα, είναι χαρακτηριστικές οι διαταραχές στη λειτουργία της αντίληψης που εκδηλώνονται με ακουστικές ψευδαισθήσεις, όπως φωνές που μπορεί να ακούει το άτομο.

Χαρακτηριστικό επίσης το οποίο μπορεί να εμφανίζεται είναι το επίπεδο (αμβλύ) συναίσθημα, το οποίο μπορεί να παρερμηνευθεί κάποιες φορές με καταθλιπτικό. Η λεπτή διαφορά έγκειται στο ότι αν παρατηρηθεί σωστά το άτομο δεν νιώθει μελαγχολία, απλά δεν νιώθει τίποτα (σαν ένα ‘κενό’, αδιάφορο συναίσθημα) για κάποιες καταστάσεις.

Αυτό όμως είναι κάτι το οποίο θα πρέπει πάντοτε να παρατηρηθεί από ειδικό και μόνο.

Θεραπευτική αντιμετώπιση

Ποιες είναι οι επιδράσεις της ψυχοθεραπείας; Αρκεί μόνο η φαρμακευτική αγωγή;

Βεβαίως η φαρμακευτική αγωγή έχει ‘παρεξηγηθεί’ και υπάρχει μεγάλη προκατάληψη απέναντί της, οφειλόμενη κυρίως στην άγνοια για το πώς επιδρά στον άνθρωπο. Μπορούμε με απόλυτη βεβαιότητα να πούμε ότι όταν επιλεχθεί από ψυχίατρο η σωστότερη επιλογή φαρμακευτικής αγωγής, αυτή ούτε ‘κοιμίζει’, ούτε κάνει ‘φυτό’ κάποιον άνθρωπο.

Αντιθέτως, αποτελεί μία υποστηρικτική βάση η οποία μπορεί να μειώσει ή και να εξαλείψει τα συμπτώματα του ασθενούς, ώστε να μπορεί μετέπειτα αυτός να ‘αναπτύξει’ τις ικανότητες και δεξιότητές του σε συνεργασία με τον ψυχολόγο.

Ο βαθμός της νοημοσύνης ενός ανθρώπου, και το αν έχει επηρεαστεί λίγο ή πολύ από την ψύχωση, είναι ένας ιδιαίτερα σημαντικός παράγων. Ακόμη και αν έχει επηρεαστεί μπορεί να αναπτυχθεί ιδιαίτερα, και πάλι, μέσω της ψυχοθεραπείας.

Η νοημοσύνη μας δεν είναι κάτι το οποίο μένει στάσιμο, αλλά αναπτύσσεται, ιδιαίτερα όσο ‘εκπαιδεύουμε’ τους διάφορους τομείς αυτού που αποκαλούμε συνολικά ‘νοημοσύνη’, με ειδικές ασκήσεις. Είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις σχιζοφρενικών ασθενών οι οποίοι κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας ανέπτυξαν την ικανότητα να κάνουν απλές μαθηματικές πράξεις, τις οποίες πριν δεν μπορούσαν, καθώς και διάφορες άλλες παραμέτρους της νοημοσύνης, (μνημονική ικανότητα κλπ.).

Η ανάπτυξη των ικανοτήτων του ατόμου, του αυξάνει ιδιαίτερα την αυτοεκτίμηση και το κάνει να νιώθει λειτουργικό και ισότιμο μέλος της κοινωνίας το οποίο δεν μειονεκτεί. Κατ’ αυτό τον τρόπο, πρέπει να μη γίνεται ένα συχνό λάθος από το περιβάλλον του ατόμου, δηλαδή να γίνεται μόνο χρήση της φαρμακευτικής αγωγής και όχι αυτής σε συνδυασμό με ψυχοθεραπεία.

Έχει επίσης παρατηρηθεί ότι στο αμβλύ, επίπεδο συναίσθημα, συχνό σύμπτωμα της ψύχωσης, η ψυχοθεραπεία μπορεί να αυξήσει επιπρόσθετα, το επίπεδο βελτίωσης που επιτυγχάνει η φαρμακευτική αγωγή. Το ίδιο επίσης παρατηρείται και στο επίπεδο της εναισθησίας του ατόμου (κατανόησης) και επομένως καλύτερης αντιμετώπισης από μέρους του, σκέψεων, συναισθημάτων, καταστάσεων που τυχόν μπορεί να προκαλούν την παλινδρόμηση του ατόμου σε συμπτώματα που είχαν υποχωρήσει.

Πολύ συχνά η ψύχωση, ‘προσβάλλει’ και επιβαρύνει (προκαλεί έκπτωση δηλαδή) τις κοινωνικές δεξιότητες του ατόμου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος μπορεί να παρουσιάζει αδυναμία ακόμα και σε απλά πράγματα όπως η φροντίδα του εαυτού του (καθαριότητα), η εργασία του, ακόμη και η διαπροσωπική επικοινωνία.

Το οικογενειακό περιβάλλον είναι λογικό όταν παρατηρεί την έκπτωση των δεξιοτήτων αυτών, να απογοητεύεται και να θεωρεί ότι αυτές δεν μπορούν να αποκατασταθούν σε ένα πολύ καλό επίπεδο, κάτι το οποίο δεν ισχύει. Συχνά λοιπόν παρατηρείται οι γονείς να αναλαμβάνουν ακόμα και την καθαριότητα του ατόμου (το μπάνιο του κλπ), μη γνωρίζοντας πώς να το κινητοποιήσουν για να προσπαθήσει μόνο του.

Καθώς το άτομο ‘συνηθίζει’ τη φροντίδα αυτή, αυτό έχει ως αποτέλεσμα, οι δεξιότητές του να ‘ατροφούν’ περισσότερο.

Επιπρόσθετα λοιπόν, εκτός από την υποστηρικτική ψυχοθεραπεία προς το άτομο για την εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων, ο ειδικός αναλαμβάνει και την οικογενειακή ψυχοθεραπεία, προκειμένου να ενημερώνει και να καθοδηγεί την οικογένεια στο να αποφεύγει συμπεριφορές ή τρόπους επικοινωνίας που αναζωπυρώνουν την ασθένεια του ατόμου και ιδιαίτερα στο πώς η οικογένεια μπορεί να ενισχύσει ‘πρακτικά’ και στο σπίτι τις δεξιότητες οι οποίες μαθαίνονται κατά τις συνεδρίες μεταξύ ειδικού και ατόμου.

Δυστυχώς, πολλές φορές το άτομο δεν θα ζητήσει ή και θα αρνηθεί στο οικογενειακό περιβάλλον του, την επίσκεψη σε ειδικό. Σε τέτοιες περιπτώσεις η αντίδραση του οικογενειακού περιβάλλοντος δεν θα πρέπει να είναι η απογοήτευση, αλλά η επίσκεψη των συγγενών σε ειδικό, προκειμένου να τους συμβουλέψει για τον καλύτερο τρόπο με τον οποίο θα μπορέσουν να παρακινήσουν το άτομο να επισκεφθεί οικειοθελώς τον ειδικό.

Ο ειδικός γνωρίζει να δημιουργεί μία σχέση εμπιστοσύνης με το άτομο, η οποία θα τον ωθήσει στο να επιδιώκει τις συναντήσεις με τον ειδικό με δική του πρωτοβουλία.