Σύμφωνα με τους ερευνητές, η σύγκρουση είναι σύμφυτη με την έννοια της οικογένειας, δεδομένου ότι αυτή αποτελείται από μέλη που εθελοντικά προσχώρησαν στο σύστημά της (σύζυγοι) και παιδιά, που αναγκαστικά ανήκουν σε αυτή.

Ο χρόνος δημιουργίας της οικογένειας και οι ανάγκες που αυτή εξυπηρετεί σε εκείνη τη χρονική στιγμή είναι σημαντικοί παράγοντες, επειδή οι προτεραιότητες μετασχηματίζονται με την πάροδο του χρόνου και η προσωπικότητα εξελίσσεται τόσο μέσα στην οικογένεια, όσο και έξω από αυτή.

Ο τρόπος που οι γονείς επιλύουν τις συγκρούσεις αναπαράγεται από τα παιδιά. Το σύστημα της οικογένειας παρουσιάζει τη συχνότερη και μεγαλύτερη σύγκρουση από όλα τα κοινωνικά συστήματα. Η σύγκρουση στη συμβουλευτική διαδικασία θεωρείται καλή, αλλά και επικίνδυνη, όταν διαιωνίζεται.

Αυτό που έχει σημασία για τα μέλη μιας οικογένειας δεν είναι να αποφεύγουν τη σύγκρουση, αλλά να γνωρίζουν τους τρόπους διευθέτησής της. Μάλιστα, η σύγκρουση είναι πιο συχνή μεταξύ αδελφών, ακόμη και από την προσχολική ηλικία.

Φαίνεται, όμως, ότι αυτό αποτελεί μια αναπτυξιακή προϋπόθεση, μέσα από την οποία εγκαθιδρύονται ιεραρχίες, ορίζονται πλαίσια συμπεριφοράς, τα οποία θα εμπλουτιστούν αργότερα στις εξωοικογενειακές σχέσεις. Όσο μεγαλύτερη είναι η επαφή των αδελφών μεταξύ τους τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα σύγκρουσης.

Παρόλα αυτά, τα αδέλφια αξιολογούν τις μεταξύ τους διαμάχες ως λιγότερο σημαντικές από αυτές με φίλους. Οι ερευνητές κατέληξαν ότι συχνότερες είναι οι συγκρούσεις μεταξύ αδελφών, έπονται οι διαμάχες γονέων-παιδιών, και τέλος, οι διαπληκτισμοί μεταξύ συζύγων.

Οι στατιστικές αυτές δεν έχουν μεγάλη αξιοπιστία και αναφέρονται κυρίως στο δυτικό τύπο οικογένειας.

Η σύγκρουση στη συμβουλευτική μπορεί να εννοηθεί ως μια σειρά διαδοχικών εναντιωματικών συμπεριφορών ή λεκτικών σχημάτων. Στη σύγκρουση δεν περιλαμβάνονται οι μικροδιαφωνίες, οι οποίες έχουν μικρό χρόνο ζωής. Η συχνότητα της σύγκρουσης συσχετίζεται με την ποιότητα της επικοινωνίας.

Οι οικογένειες με έντονο άγχος και μη παραγωγική επικοινωνία εμπλέκονται σε τουλάχιστον μια σοβαρή σύγκρουση την ημέρα. Ο μηχανισμός της πλημμελούς επικοινωνίας φαίνεται ότι χρησιμοποιείται, για να ενισχύει το πρόβλημα και να επικυρώνει τη δυσαρέσκεια των μελών της οικογένειας.

Οι σύζυγοι δεν διαφέρουν στον αριθμό των μεταξύ τους συγκρούσεων, αλλά στον τρόπο που επικοινωνούν. Αυτό που έχει σημασία είναι η ένταση της σύγκρουσης και οι εμπεδωμένες μέθοδοι επικοινωνίας, που έχουν θεσπιστεί κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου.

Σύζυγοι που έχουν μάθει να επικοινωνούν δημιουργικά προσδιορίζουν το πρόβλημα ως συμπεριφοριστικό.

Αντίθετα, η πόλωση της επικοινωνίας νοηματοδοτεί το ίδιο πρόβλημα ως αρνητικό στοιχείο της προσωπικότητας. Επομένως, εύκολα εξάγεται το συμπέρασμα ότι δεν έχει σημασία το πρόβλημα αυτό καθαυτό, αλλά η αναπλαισίωσή του μέσα στο ευρύτερο επικοινωνιακό σύστημα της οικογένειας.

Εξάλλου, αρκετές οικογένειες είναι λειτουργικές, ενώ παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα σύγκρουσης. Φαίνεται ότι έχουν αναπτύξει λεκτικούς και εξωλεκτικούς μηχανισμούς, αδιόρατους στον παρατηρητή , που εκτονώνουν την ενέργεια της σύγκρουσης.

Οι έρευνες έχουν δείξει ότι τα συγκρουσιακά σχήματα θεμελιώνονται κατά τα πρώτα χρόνια της συμβίωσης και κατά την απόκτηση παιδιών. Ακριβώς εκείνη την περίοδο εδραιώνονται και τα σχήματα επικοινωνίας, τα οποία, ανάλογα με την αποτελεσματικότητά τους, θα καθορίσουν την ικανοποίηση από την οικογενειακή ζωή.

Οι συγκρούσεις, είτε έχουν λυθεί είτε όχι, τείνουν να αδρανοποιούνται με την πάροδο των ετών, χωρίς να υπάρχει ικανοποιητική ερμηνεία γιατί αυτό να συμβαίνει.

Ενδεχομένως, η ένταση των συγκρούσεων στα πρώιμα στάδια του γάμου να καταλήγει σε διαζύγιο, ενώ στα ζευγάρια που επιβιώνουν να μετασχηματίζεται σε παράλληλες ζωές ή σε αλληλοαποδοχή. Ενώ οι νέες οικογένειες βιώνουν έντονες περιόδους μετάβασης και αλλαγής των προσωπικών δεδομένων, οι παλαιότερες και σταθερότερες οικογένειες είχαν περισσότερο χρόνο, για να διαχειριστούν τα ζητήματα που ανέκυψαν.

Εξάλλου, με την πάροδο των ετών σχηματίζονται ισχυροί δεσμοί και κοινώς αποδεκτά επικοινωνιακά πρότυπα, τα οποία μπορούν να αναιρεθούν σε φάση μετάβασης. Για παράδειγμα, η συνταξιοδότηση των συζύγων ή η απομάκρυνση των παιδιών από την οικογενειακή εστία μεγεθύνει το διαθέσιμο προσωπικό χρόνο, μεταβάλλει την επικοινωνία, ώστε να εσωτερικευθούν τα νέα δεδομένα και αυτό μπορεί να δημιουργήσει νέες συγκρούσεις ή να απαλύνει τις σχέσεις.

Μια από τις βασικές δεξιότητες επικοινωνίας που πρέπει να κατακτηθεί από ένα ζευγάρι είναι η διαχείριση του θυμού και των αρνητικών συναισθημάτων, που μπορούν να νοηθούν ως υπολείμματα αρνητικής επικοινωνίας. Η οικοδόμηση ειλικρινούς επικοινωνίας κατά τη διάρκεια των ήρεμων περιόδων του γάμου μπορεί να βοηθήσει το ζευγάρι να επιβιώσει κατά τις αγχογόνες περιόδους.

Τα δύο συστατικά που καθορίζουν την επικοινωνία κατά τη σύγκρουση είναι η αμεσότητα σε αντίθεση με την απόκρυψη ή τον πλάγιο τρόπο εκφοράς των προθέσεων και των κινήτρων και η διάθεση για συνεργασία σε αντίθεση με την τάση για ανταγωνισμό.

Οι συνήθεις αντιδράσεις μπορεί να αφορούν τη διαπραγμάτευση, την αποφυγή διαιώνισης της έντασης, την απευθείας επίθεση ή τη λανθάνουσα επίθεση. Πρέπει εδώ να διευκρινιστεί ότι η επιλογή κάποιου από τα παραπάνω σχήματα επικοινωνίας καθορίζεται και από διαπολιτισμικούς παράγοντες.

Υπάρχουν κοινωνίες, όπου η σύζυγος έχει πολύ λίγες επιλογές στον τρόπο αντίδρασής της απέναντι στον άνδρα.

Η μελέτη της επικοινωνίας στα πλαίσια της οικογένειας είναι σημαντική, επειδή μπορεί να ερμηνεύσει ένα μεγάλο ποσοστό της οικογενειακής σύγκρουσης, η οποία αποτελεί και το πρότυπο για τις διαμάχες, που παρατηρούνται σε όλα τα κοινωνικά πλαίσια, είτε αυτά αναφέρονται σε κοινωνικές τάξεις είτε σε συλλογικές εκφράσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Η κυρίαρχη θεωρία, που με συμπεριφοριστικό υπόβαθρο κέρδισε τους ερευνητές, είναι αυτή της συνδιαλλαγής, η οποία πρεσβεύει ότι οι άνθρωποι διαρκώς επιδιώκουν να αποφύγουν το κόστος-συναισθηματικό ή υλικό-και να αντλήσουν ευχαρίστηση.

Είναι δεδομένο ότι στις δυτικού τύπου αστικές οικογένειες η τριάδα πατέρας-μητέρα-παιδί δημιουργούσε πάντοτε εντάσεις, επειδή οι σχέσεις αυτού του τύπου, επιτρέποντας τις συμμαχίες μεταξύ δύο μελών, μπορούν να περιθωριοποιήσουν το τρίτο.

Οι συνδυασμοί είναι αρκετοί: Ο πατέρας-μητέρα, που με τη σύμπλευση αναλαμβάνουν τη διαπαιδαγώγηση και συμμόρφωση του παιδιού, μητέρα-παιδί, που ενδεχομένως να στραφούν ενάντια στην πατρική εξουσία κλπ. Τα περισσότερο πειστικά μηνύματα εκπέμπονται από αυτούς, που έχουν τη δύναμη να διανείμουν αμοιβές και ποινές.

Φυσικά κατά τη διαδικασία της ενηλικίωσης η απαγκίστρωση του παιδιού από τους γονείς και η αυτονόμησή του συνεπάγεται ανατροπή στις σχέσεις των μελών, όχι όμως και στη δυναμική του συστήματος. Η γέννηση αδελφών περιπλέκει τις συσχετίσεις και προσομοιώνει περισσότερο την οικογένεια με μικρογραφία του κοινωνικού status quo.

Η ασυμμετρία στη νομή της εξουσίας παράγει ανισορροπίες στην επικοινωνία. Σε μια υποθετική τριαδική σχέση τα δύο μέλη, που συμπράττουν, βρίσκονται σε ισορροπία, το τρίτο όμως μέλος διακυβεύει τη σταθερότητα του όλου συστήματος.

Η εξάρτηση αποτελεί πάντοτε εφαλτήριο για τη σύγκρουση, ειδικά εάν τα μέρη, που εμπλέκονται δεν διαθέτουν ίσους πόρους. Η σταδιακή ενδυνάμωση και χειραφέτηση των παιδιών, αλλά και η μεταβολή της γυναικείας θέσης στην κοινωνική και οικονομική ιεραρχία, η μονογονεϊκότητα και οι νέες μορφές οικογένειας, επιβεβαιώνουν ότι η συνθετότητα των επικοινωνιακών σχημάτων θα αυξάνεται και η σύγκρουση θα διαιωνίζεται ες αεί.

Πάντως πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η σύγκρουση μπορεί να είναι παραγωγική (καταστάσεις win-win), στις οποίες αντλείται ικανοποίηση από τη λύση της έντασης-εξέλιξη που ενισχύει τους δεσμούς, αυξάνει την αυτοεκτίμηση, τη σταθερότητα και την αυτογνωσία ή φθοροποιός (καταστάσεις win-lose και lose-lose), στις οποίες επιχειρείται έλεγχος, απόλυτη επικράτηση, εκδίκηση και ψυχολογική εξουθένωση-στάδιο που αφήνει πολλά κατάλοιπα πικρίας, μίσους και διάθεσης για πλήρη απόσυρση ή και διάλυση.

Ως επιτυχημένη επικοινωνία στα πλαίσια της οικογένειας μπορούν να οριστούν οι προσπάθειες των μελών να αναπτύξουν και να οργανώσουν ένα σύστημα αλληλεπίδρασης, που έχοντας επιβιώσει από τις συγκρούσεις, έχει καταστεί προβλέψιμο, λειτουργικό και ευέλικτο.

Αυτό επιτυγχάνεται με τη σύναψη συναισθηματικών – άτυπων συμφωνιών, την καθιέρωση ιεροτελεστιών και τελετουργικών επικοινωνίας και μέσω της αποδοχής ενός κοινού αξιακού και κανονιστικού πλαισίου, που επιτρέπει την προσωπική καλλιέργεια διά της συμβιωτικής σχέσης, των αλληλοσυμπληρούμενων προσδοκιών, στόχων και στάσεων ζωής.

Οι μελετητές καταλήγουν ότι το διαλεκτικό ύφος επικοινωνίας, κατά το οποίο κάθε μέλος ενθαρρύνεται να συμμετέχει σε συζητήσεις και στη λήψη αποφάσεων, οι αντίθετες απόψεις τελικά συγκλίνουν στην ισχυροποίηση των σχεδίων δράσης και οι εντάσεις εκτονώνονται διαφυλάττοντας το αίσθημα δικαίου είναι αυτό, που θα διατηρήσει επιτυχέστερα τη συνοχή της οικογένειας.

Οι οικογένειες που υιοθετούν αυτή την πολιτική περνούν πολύ χρόνο συζητώντας μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων, τα οποία μπορεί να μην είναι κοινού ενδιαφέροντος αλλά η συμμετοχή όλων είναι ένδειξη ενσυναίσθησης. Τα παιδιά ενισχύονται από νωρίς να εκφράζουν τα συναισθήματα και τις απόψεις τους και η ποικιλία λεκτικών ερεθισμάτων αναπτύσσει τη συμμετοχικότητα.

Στο αντίθετο άκρο βρίσκονται οικογένειες των οποίων τα επικοινωνιακά σχήματα είναι συγκρουσιακά. Σε αυτές ο σύζυγος, η σύζυγος και τα παιδιά αποτελούν ξεχωριστούς πόλους εξουσίας και εξυφαίνεται μια διαρκής προσπάθεια για την τελική επικράτηση του ενός.

Ενδεχομένως να επικρατούν άκαμπτοι κανόνες, των οποίων η παραβίαση είναι ένδειξη δύναμης. Οι αντίθετες απόψεις εκλαμβάνονται ως απειλή και δεν υπάρχει αίσθημα δικαιοσύνης. Τα λεκτικά σχήματα ενισχύουν την ατομικότητα και τον ανταγωνισμό.

Μια παραλλαγή αυτού του μοτίβου αποτελούν οι προστατευτικές οικογένειες. Σε αυτές δεν υπάρχει αναγκαστικά σύγκρουση, αλλά ο διάλογος θεωρείται απλά ως μέσο διατήρησης των αξιακών αρχών που επιβάλλουν οι γονείς και δεν αφορά την αμφισβήτησή τους.

Οι γονείς δεν εξηγούν στα τέκνα τους το σκοπό των αποφάσεών του και σταδιακά τα παιδιά απαξιώνουν το διάλογο, επειδή δεν διαβλέπουν κάποια αξία σ΄ αυτόν.

Στις πλουραλιστικές οικογένειες ο διάλογος και η συζήτηση των απόψεων είναι συχνός και έντονος αλλά δεν επιτυγχάνεται εύκολα η χάραξη κοινής στρατηγικής και επικρατεί έντονος λεκτικός ανταγωνισμός για τη διατήρηση ή την επέκταση των δικαιωμάτων.

Οι αμοιβές κερδίζονται μέσω των ισχυρών επιχειρημάτων και όχι εξαιτίας της ιεραρχίας. Σε κάποιες άλλες οικογένειες ο διάλογος σταματά όταν οι γονείς αισθανθούν ότι απειλείται το σύστημα της οικογένειας. Οι γονείς αυτοί προσέχουν τα επιχειρήματα των παιδιών αλλά λαμβάνουν οι ίδιοι την τελική απόφαση και αφιερώνουν πολύ χρόνο για να την αιτιολογήσουν στα παιδιά τους.

Τέλος υπάρχουν και οι αδιάφορες οικογένειες τόσο επικοινωνιακά, όσο και στον τομέα της συμμόρφωσης. Οι ρόλοι είναι δυσδιάκριτοι και τα μέλη αναζητούν λύσεις εκτός οικογενειακού πλαισίου.

Τα είδη της σύγκρουσης

Η ταξινόμηση των ειδών σύγκρουσης εξαρτάται από το θεωρητικό υπόβαθρο υπό το οποίο εξετάζονται. Μια διαφορετική προσέγγιση κατηγοριοποιεί τις οικογενειακές διαμάχες στις παρακάτω μορφές:

Αποφυγή σύγκρουσης : Ενώ υπάρχουν παράγοντες που αποτελούν αίτια σύγκρουσης τα μέλη της οικογένειας προσπαθούν να την αποφύγουν, επειδή πιστεύουν ότι θα είναι ολέθρια για τις σχέσεις τους.

Η αντιμετώπιση αυτή δεν εκτονώνει τη συναισθηματική ενέργεια, η οποία διοχετεύεται σε μηχανισμούς άμυνας. Συνήθως τέτοιες σχέσεις κάνουν άτομα που προέρχονται από υπερπροστατευτικά περιβάλλοντα.

Αποφυγή σύγκρουσης και υποταγή στις επιθυμίες του άλλου: Οι σχέσεις αυτού του τύπου γίνονται από άτομα με υψηλό υπερεγώ, που για να αποφύγουν τις ενοχές, αδιαφορούν για τις δικές τους επιθυμίες και υποτάσσονται στις θελήσεις των υπολοίπων μελών.

Παλιότερα η κοινωνική θέση της γυναίκας επέβαλλε αυτού του είδους την αντιμετώπιση. Εάν η οικογένεια καταγωγής δεν προάγει το διάλογο ή είναι υπερβολικά προστατευτική μπορεί να προπαρασκευάσει απογόνους, που παρουσιάζουν αυτόν τον τύπο αντίδρασης.

Δεδομένου ότι κάθε πρόβλημα είναι συσσωρευμένη ενέργεια και ο τρόπος αυτός δεν διασφαλίζει την εκτόνωση, το κλίμα που αναπτύσσεται μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη ή ριζοσπαστικές λύσεις, που θα διακυβεύσουν τη συνοχή της οικογένειας.

Ανταγωνιστική σύγκρουση: Συνήθως παρουσιάζονται ανάμεσα σε συζύγους που διαθέτουν την ίδια ισχύ και προσπαθούν με δυναμικές στρατηγικές να εγκαθιδρύσουν την εξουσία τους με κάθε τίμημα.

Ο άλλος θεωρείται αντίπαλος, που πρέπει να ηττηθεί με κάθε τρόπο, ακόμα και με απειλές εκβιασμούς και διαρκείς οχλήσεις. Στις συγκρούσεις αυτές δεν υπάρχει νικητής ή τουλάχιστον αναδεικνύεται ένας φαινομενικός τροπαιούχος και οι σύζυγοι καταλήγουν ηττημένοι ή διαλύουν τη σχέση τους.

Στο είδος αυτό της σύγκρουσης συνήθως προσφεύγουν ανασφαλή άτομα, με έντονο εγωισμό, που προέρχονται από πλουραλιστικές οικογένειες, χωρίς αυστηρή γονεϊκή εξουσία, όπου κυριαρχούσε η ισχυρή επιχειρηματολογία αντί της γόνιμης συζήτησης.

Συγκρούσεις με αυξημένη έκφραση συναισθήματος: Αυτό που προέχει στα άτομα, που εμπλέκονται σε συγκρούσεις με υψηλή συναισθηματική φόρτιση είναι να εκφράσουν πάση θυσία όσα νιώθουν, ακόμα κι αν έτσι δεν πρόκειται να επιτευχθούν οι στόχοι τους ή να λυθούν τα προβλήματα της οικογένειας.

Είναι συχνή επιλογή ατόμων, που χρήζουν φροντίδας και προσοχής και πολλές φορές εφευρίσκουν προβλήματα κυρίως για να εισακουστούν από τον σύντροφό τους και να εισπράξουν την επιμέλεια, που έχουν στερηθεί.

Συνθετική σύγκρουση: Στο είδος αυτό της σύγκρουσης τα μέλη ενδιαφέρονται για την ικανοποίηση των δικών τους αναγκών, αλλά ταυτόχρονα δεν κωφεύουν στις προτεραιότητες των υπολοίπων.

Προέχει η ανοιχτή συζήτηση των προβλημάτων με απώτερο στόχο όχι τη νίκη ή την ήττα ενός εκ των μερών, αλλά η κατάληξη σε μία ικανοποιητική για όλους λύση. Οι συγκρούσεις στην περίπτωση αυτή είναι παραγωγικές και εμπλουτίζουν την οικογένεια με μηχανισμούς και εμπειρία στην αντιμετώπιση κρίσεων.

Συμβιβαστική σύγκρουση: Άτομα που επιδεικνύουν μέση φροντίδα για τις δικές τους ανάγκες , αλλά και για τις ανάγκες των υπολοίπων συνήθως συμβιβάζονται υιοθετώντας μια μέση λύση, που τελικά δεν ικανοποιεί απόλυτα κανέναν.

Διαφαίνονται υψηλά επίπεδα διαλόγου και επικοινωνίας μέχρι να διατυπωθεί η μετριοπαθέστερη οδός, με την οποία θα συμφωνήσουν όλοι. Το ανησυχητικό είναι ότι η συστηματική επιλογή τέτοιων λύσεων μειώνει την ευχαρίστηση από τη συμβίωση και αλλοιώνει τα αυθεντικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας.

Σύγκρουση μέσω αδιαφορίας: Ενώ τα μέλη φαινομενικά αποφεύγουν τη σύγκρουση, εντούτοις διατηρούν πολλά αρνητικά συναισθήματα για την προβληματική κατάσταση που επικρατεί, τα οποία εκφράζουν ακόμα και έξω από την οικογένεια, όταν δίνεται η ευκαιρία.

Η σύγκρουση χαρακτηρίζεται από περιστασιακές επιθέσεις, που εναλλάσσονται με αδιαφορία. Για παράδειγμα μία σύζυγος, που δεν είναι ευχαριστημένη με τα επαγγελματικά και οικονομικά επιτεύγματα του άνδρα της, αλλά παράλληλα δεν επιχειρεί να τον μειώνει διαρκώς, μπορεί να προβαίνει σε ευκαιριακές φραστικές επιθέσεις ή παράπονα, τα οποία ενδεχομένως να εκφράζονται πιο έντονα σε φίλες ή σε συγγενείς της.

Το πρόβλημα δεν τίθεται σοβαρά ποτέ επί τάπητος και διαιωνίζεται, επειδή έπονται περίοδοι αδιαφορίας.

Σύγκρουση με εμπλοκή τρίτων μερών: Αν τα μέλη έχουν υψηλή συναισθηματική φόρτιση, αλλά δεν επιτυγχάνεται λύση των προβλημάτων, μπορούν να καταφύγουν σε εξωτερική βοήθεια, για να δουν το πρόβλημά τους υπό διαφορετική προοπτική.

Αν τα χρόνια συμβίωσης συνεχιστούν, χωρίς να υπάρξει αλλαγή στον τρόπο επικοινωνίας, είτε εξαιτίας της ακλόνητης πεποίθησης των συντρόφων για βελτίωση είτε με παρέμβαση ειδικού, το συγκρουσιακό κλίμα μπορεί να μετατραπεί σε στάση και άκαμπτη συμπεριφορά.

Τα ζευγάρια, που μετά από πολλές προσπάθειες συμφιλίωσης αποτυγχάνουν να βρουν το σημείο ισορροπίας, διδάσκονται, μέσω της αρνητικής ενίσχυσης, ότι κάθε εγχείρημα αποτροπής του πολεμικού σκηνικού είναι μάταιη, βραχυπρόθεσμη και τελικά μη ειλικρινής.

Δυστυχώς, ανάμεσα στην πρόθεση για αλλαγή και στην de facto μεταστροφή παρεμβάλλονται τα συστατικά των στάσεων, που είναι δυσχερέστερο και περιπλοκότερο να αναπλαισιωθούν.