« Η ύψιστη μορφή αγάπης είναι αυτή που υπερβαίνει το εγώ και επικεντρώνεται στις ανάγκες των άλλων και του κόσμου στον οποίο ζούμε. Το παράδοξο είναι ότι ξεχνώντας τον εαυτό μας, τον βλέπουμε πιο καθαρά.

Από το δόσιμο του εαυτού έχουμε το μεγαλύτερο όφελος».

Λέο Μπουσκάλια

(1924-1998)

 

Η οικονομική κρίση και οι αρνητικές επιπτώσεις της στον τρόπο ζωής μας δημιουργούν μια πιο σύνθετη, πολύπλοκη και δύσκολη καθημερινότητα, οδηγώντας μας σε πολλαπλά αδιέξοδα.

Η κυριαρχία των οικονομικών εκτιμήσεων στη ζωή μας και η αβεβαιότητα που πυροδοτούν, η αναστολή της οικονομικής προόδου, η αίσθηση εξάρτησης από άλλες χώρες, το αίσθημα της αδικίας και η κοινωνική αποξένωση, έχουν δημιουργήσει όλες εκείνες τις συνθήκες που καλλιεργούν το φόβο και τον μετατρέπουν από ατομικό συναίσθημα σε συμπεριφορά : δε βιώνουμε πλέον το φόβο στιγμιαία ή σε συγκεκριμένες καταστάσεις, αλλά ζούμε διαρκώς υπό την επήρεια του φόβου.

Η προσπάθεια του σημερινού ατόμου να διαχειριστεί τα οικονομικά αδιέξοδα, τις συναισθηματικές δυσκολίες, το άγχος, το θυμό, τη θλίψη, την ανασφάλεια και το αίσθημα απαξίωσης της αξιοπρέπειας και της ζωής του, φέρνει στην επιφάνεια αισθήματα απόγνωσης, ματαιότητας και παραίτησης.

Αυτά μπορούν να καταλήξουν, σύμφωνα και με τα στοιχεία όλο και περισσότερων ερευνών, σε απώλεια του νοήματος στην προσωπική ζωή, απόσυρση, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, ακόμα και σε αυτοκτονία.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, καθίσταται πιο επίκαιρο από ποτέ το έργο του κλασικού κοινωνιολόγου Εμίλ Ντυρκέμ Αυτοκτονία, μια κοινωνιολογική μελέτη (1897), στο οποίο διερεύνησε το φαινόμενο της αυτοκτονίας.

Απορρίπτοντας ερμηνείες περί ψυχολογικής παθολογίας ή πνευματικών διαταραχών του αυτόχειρα, θεώρησε ότι η αυτοκτονία δε μπορεί να εξηγηθεί με «εξωκοινωνικές παραμέτρους». Εστίασε, έτσι, στις κοινωνικές συνθήκες που ευθύνονται για την εξώθηση του ατόμου στην αυτοχειρία, υποστηρίζοντας ότι η αυτοκτονία συνιστά κοινωνικό και όχι ατομικό φαινόμενο.

Για τον Ντυρκέμ η αυτοκτονία συνδέεται άμεσα με τις συνθήκες της συλλογικής ζωής και « μεταβάλλεται αντιστρόφως ανάλογα προς τον βαθμό συνοχής των κοινωνικών ομάδων των οποίων μέλη αποτελούν τα άτομα» : όσο μειώνεται η κοινωνική συνοχή, τόσο αυξάνεται η συχνότητα αυτοκτονιών.

Οι σημερινές σκληρές συνθήκες διαβίωσης που επικρατούν στο διαρκώς μεταλλασσόμενο κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον καθιστούν πιο απαραίτητη από ποτέ την ικανότητα αντίστασης σε αρνητικές στάσεις ζωής και τη συνειδητοποίηση της αξίας της ανθρώπινης ζωής, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη σημασία της ενότητας και της συνύπαρξης.

Στις «αφιερώσεις για επείγουσες περιστάσεις» (1624) ο άγγλος ποιητής Τζον Ντον συμπυκνώνει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο την αντίληψη αυτή, υποστηρίζοντας ότι κανένας δε μπορεί να επιβιώσει μόνος του και τονίζοντας την ανάγκη για αλληλεγγύη μεταξύ ατόμων και κρατών :

Κανένας άνθρωπος δεν είναι ένα νησί πλήρες από μόνο του.

Ο καθένας μας είναι ένα κομμάτι της στεριάς, ένα μέρος της ηπειρωτικής χώρας.

Αν ένα σβωλαράκι από το χώμα παρασυρθεί από τη θάλασσα,

η Ευρώπη γίνεται μικρότερη,

σα να έχει χαθεί ολόκληρο το ακρωτήριο,

σα να έχει χαθεί το σπίτι κάποιων φίλων σου ή το δικό σου.

Ο θάνατος οποιουδήποτε ανθρώπου σε κάνει φτωχότερο,

γιατί είσαι αναπόσπαστο μέρος της ανθρωπότητας.

Γι’αυτό,

μην προσπαθείς να μάθεις για ποιον χτυπάει η καμπάνα.

Για σένα χτυπάει.

Όταν θεωρούμε ότι είμαστε αυτάρκεις και πλήρεις, ζώντας απομονωμένοι και υιοθετώντας ατομικιστικές συμπεριφορές, με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας, μειώνουμε όχι μόνο τη δική μας δύναμη αλλά και του κοινωνικού συνόλου. Η υπέρβαση αυτής της δύσκολης ιστορικής περιόδου μπορεί να επιτευχθεί μέσα από έναν καινούριο, συνειδητό τρόπο διάρθρωσης και έκφρασης των κοινωνικών επαφών, βασιζόμενου στην αλληλεγγύη και την αγάπη : την παροχή βοήθειας σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και σε άτομα απειλούμενα από φτώχεια, την προσφορά ευκαιριών σε άτομα με άνιση πρόσβαση στην εύρεση εργασίας, στην εκπαίδευση, σε αγαθά και υπηρεσίες, την ανάπτυξη της συναισθηματικής γενναιοδωρίας στους γύρω μας, την καλλιέργεια πνεύματος συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης.

Εστιάζοντας όχι στις διαφορές, αλλά στο πόσο σημαντικοί είμαστε ο ένας για τον άλλον, θέτουμε τα θεμέλια για την επανασύνδεση των κρίκων της συλλογικής συνύπαρξης, την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής και την απαλλαγή από τις περιοριστικές σκέψεις που συνδέονται με το φόβο : σε αντίθεση με τη συστολή, την ακινητοποίηση και τη στασιμότητα που προκαλεί ο φόβος, η αγάπη αφυπνίζει, ανοίγει νέα μονοπάτια, κινητοποιεί το σώμα μας να συνεχίσει την πορεία του και μας ωθεί να επηρεάσουμε με θετικό τρόπο το μέλλον μας.

Ανακαλύψτε την ενέργεια της αγάπης και καλλιεργείστε την, επιλέγοντας να ζείτε με αυτήν κάθε στιγμή της καθημερινότητάς σας, προκειμένου να βιώσετε τη θετική και ζωτική της δύναμη. Ίσως το χαρακτηριστικότερο κείμενο στο οποίο αποτυπώνεται εύστοχα η διαπίστωση ότι χωρίς την αγάπη δεν κερδίζουμε τίποτα είναι ο Ύμνος στην Αγάπη, το απόσπασμα από την Καινή Διαθήκη στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου: « Κι αν μιλώ τις γλώσσες όλων των ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη, τότε είμαι μονάχα ένα σήμαντρο που ηχεί. […] Και τώρα αυτά τα τρία μένουν : πίστη, ελπίδα, αγάπη.

Αλλά το σπουδαιότερο είναι η αγάπη». Μιλώντας για τον τρόπο με τον οποίο η αγάπη μπορεί να πολλαπλασιάσει τα θετικά στοιχεία στη ζωή μας, ο φιλόσοφος Πιερ Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν τη χαρακτήρισε σαν ελιξίριο που έχει ζωογόνο δύναμη, σα μια ενέργεια που μπορεί να ενώσει όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις, με τον ίδιο τρόπο που η φωτιά, μια ανακάλυψη τόσο σημαντική για την επιβίωση, έφερνε κοντά τους ανθρώπους των σπηλαίων.

Η ενεργοποίηση της κρυμμένης και αόρατης δύναμης της αγάπης μπορεί να λειτουργήσει σαν την ανακάλυψη της φωτιάς για δεύτερη φορά.

Μέσω της συνειδητοποίησης του καθενός μας ότι αποτελεί ένα σημαντικό κύτταρο στο σώμα της κοινωνίας και του προσανατολισμού προς μια νέα εποχή, στην οποία η ατομικότητα μπορεί να συνυπάρχει αρμονικά με μια καινούρια νοοτροπία αλληλεγγύης και αγάπης, σίγουρα θα αρχίσουν να «ξεδιπλώνονται» λύσεις και διέξοδοι στην κρίση μέσα από την κοινωνία.