Η συνεξάρτηση (‘codependence’) είναι όρος που εισήχθη στην αμερικανική κυρίως βιβλιογραφία, πριν από δύο περίπου δεκαετίες σχετικά με τη δυσκολία στην οριοθέτηση του εαυτού και των άλλων.

Είναι πολύ συνηθισμένη και σχεδόν όλοι οι άνθρωποι μπορούμε να πούμε ότι έχουν μια μορφή συνεξάρτησης, έστω και πολύ ελαφριά.

Πρωτοποριακή είναι η δουλειά της Pia Mellody, όπου με αυθεντικά παραδείγματα ορίζει με πολύ συγκεκριμένο τρόπο τις πτυχές της συνεξάρτησης σε όλο το φάσμα της αλληλεπίδρασής μας με τους άλλους. Η συνεξάρτηση σύμφωνα με την Mellody, είναι αποτέλεσμα της δυσλειτουργικής ανατροφής στην παιδική ηλικία.

Επειδή βέβαια καμία οικογένεια δεν είναι απόλυτα 100% λειτουργική, είναι αναμενόμενο κάποιες από τις παρακάτω εκφράσεις να μας αφορούν όλους. Προβληματίζει όμως όταν βλέπει κανείς να υιοθετεί πολλές από τις ακόλουθες συμπεριφορές και σε έντονο βαθμό.

Η θέση της Mellody είναι ότι η δυσλειτουργική παιδική ηλικία τραυματίζει τις σχέσεις μας με τους άλλους (και τον εαυτό μας) με συνέπεια τη δυσκολία στα όρια (πού σταματά ο εαυτός, πού ξεκινά ό άλλος). Ακολουθεί μία λίστα από πιθανές εκφράσεις, αρκετά συνηθισμένες στον ελληνικό πληθυσμό (πολλές από τις οποίες, περιλαμβάνει η Mellody με αντίστοιχο ή λίγο διαφορετικό τρόπο) και σχετικά με τις οποίες, η αυτογνωσία είναι το πρώτο βήμα για την επιτυχή αντιμετώπιση.

Συμπτώματα συνεξάρτησης

Έλλειψη μετριοπάθειας στη σκέψη. Απόλυτη σκέψη άσπρο-μαύρο. Οι απόψεις (για οποιοδήποτε θέμα) είναι ακραίες και απόλυτες. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται ισχυρές. Το ‘ίσως’ και ‘συνήθως’ δεν υπάρχουν στο λεξιλόγιο.

Πόλωση σχετικά με την κρίση των άλλων ανθρώπων. Κρίνουμε τον άλλον σαν να είναι θεϊκά τέλειος, φανταστικός, μυθικός, τον τοποθετούμε αμέσως σε βάθρο, ακόμη κι αν τον γνωρίζουμε ελάχιστα. Τον βλέπουμε αλάνθαστο, με υπερφυσικές δυνάμεις.

Αν μας απογοητεύσει, εύκολα όμως τον καταβαραθρώνουμε και τον εξισώνουμε με το απόλυτο κακό.

Η έλλειψη μετριοπάθειας εκτείνεται και στην κρίση για τον εαυτό μας. Τη μία νιώθουμε σαν θεοί, υπερφυσικοί, μοναδικοί ήρωες σε όλη την ανθρωπότητα, αλλά με ένα λάθος ή ένα στραβοκοίταγμα από κάποιον, η δήθεν αυτοεκτίμηση εξατμίζεται μονομιάς και καταβαραθρωνόμαστε σε σκέψεις απόλυτης αναξιότητας, σαν να είμαστε μηδενικοί και τιποτένιοι.

Εξαίρουμε τον εαυτό μας για ανούσια πράγματα (π.χ. εμφάνιση ή υποτιθέμενο στυλ), ενώ παραβλέπουμε σημαντικές αρετές μας ως αμελητέες. Μια μετριοπαθής, ισορροπημένη αποδοχή του εαυτού δεν διατηρείται. Η εναλλαγή αυτή (σαν πινγκ πονγκ) στην αυτοεικόνα μας είναι εξαιρετικά επώδυνη και εξουθενωτική.

Έλλειψη μετριοπάθειας στο συναίσθημα. Αποφεύγουμε να νιώσουμε αυθεντικά συναισθήματα, αλλά εύκολα εντρυφούμε στο δράμα της ζωής, της δικής μας και των άλλων. Αντί να αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας, να προχωρήσουμε μπροστά και να κάνουμε ουσιαστικά κινήσεις, αναλωνόμαστε, σε χρόνο και ενέργεια, σε ατελείωτες δακρύβρεχτες συζητήσεις για τα συναισθηματικά μας, παρεξηγήσεις επί παρεξηγήσεων και μπόλικο φθηνό δράμα, σαν αυτό που διαφημίζεται στις αποχαυνωτικές τηλεοπτικές σαπουνόπερες.

Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται δείχνουν απόλυτη εγωκεντρική εμμονή, λες και η κάθε πτυχή της παθολογικής εξαρτητικής σχέσης θα σημάνει την αρχή ή το τέλος του σύμπαντος. Εντρυφούμε και μηρυκάζουμε ξανά και ξανά, με φίλους και γνωστούς τους βαρυσήμαντους διαλόγους του τελευταίου μας καυγά ‘μου είπε..’ και ‘του είπα..’ και ‘τότε μου είπε..’ και ‘γιατί να μου πει..’ και ‘θα του πω..’ κλπ.

Όλο αυτό το δράμα βέβαια των συνεξαρτητικών σχέσεων έχει τη δευτερογενή συνέπεια ότι μας αποσπά την προσοχή από το να δούμε πραγματικά ποιος γύρω μας έχει ανάγκη και να ενεργοποιηθούμε ως ενεργοί πολίτες της κοινωνίας μας.

Ο συνεξαρτητικός, όσο κι αν περνά σχεδόν όλο το χρόνο του ασχολούμενος με τις ‘σχέσεις’ του, είναι βαθιά εγωκεντρικός, χωρίς παραδόξως να κάνει ουσιαστική δουλειά με τον εαυτό του. Εντέλει το δράμα, μας οδηγεί στην αποφυγή των ευθυνών που έχει καθένας από εμάς απέναντι στον εαυτό του και στην κοινωνία.

Έλλειψη μετριοπάθειας στην αλληλεπίδραση με τους άλλους. Ή είμαστε απόλυτα εξαρτητικοί και δεν μπορούμε να κάνουμε λεπτό μόνοι μας, ή σηκώνουμε τοίχο και απομονωνόμαστε απόλυτα για ασφάλεια.

Η επιλογή των ανθρώπων είναι επίσης διαστρεβλωμένη. Επιλέγουμε όλα τα λάθος άτομα (συνήθως βάσει του προτύπου του γονιού μας) αλλά παραβλέπουμε υγιή άτομα με τα οποία μπορούμε να κάνουμε υγιείς ισορροπημένες φιλίες. Στον συνεξαρτητικό, που είναι εθισμένος στον εντυπωσιασμό και το δράμα, οι υγιείς και ισορροπημένοι άνθρωπο, των οποίων η ζωή ‘δουλεύει’, φαίνονται ‘βαρετοί’.

Έλκονται από άλλους συνεξαρτητικούς, η σχέση ξεκινά με πυροτεχνήματα, αλλά σύντομα γίνεται ένα πεδίο μάχης για το ποιος θα ικανοποιήσει τις ανάγκες του πρώτος. Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν είναι πιο βαρετό από το φθηνό δράμα και την απουσία αληθινής ανθρώπινης σύνδεσης.

Ο εθισμός στο σεξ (και τη θεοποίησή του) είναι επίσης πολύ συνηθισμένος στους συνεξαρτητικούς.

Ακαμψία στη σκέψη. Δυσκολία να αλλάξουμε μια άποψη, ακόμη κι αν τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Η προσκόλληση στον αυτόματο πιλότο μας προσφέρει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας (‘έτσι είναι ο κόσμος, κι επειδή εγώ δεν αλλάζω την άποψή μου για τον κόσμο, δεν αλλάζει κι αυτός- άρα μπορώ να τον προβλέψω’).

Επίσης, η ακαμψία στη σκέψη μας απαλλάσσει από την ευθύνη να σκεφτούμε ανεξάρτητα και να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις της ζωής. Οι συνεξαρτητικοί εύκολα γίνονται τυφλοί οπαδοί ναρκισσιστών γκουρού (πνευματικών, πολιτικών, ψυχοθεραπευτών, ακαδημαϊκών κλπ).

Δυσκολία στη λήψη αποφάσεων. Περνάμε πολλές ώρες μηρυκάζοντας τις ίδιες σκέψεις, παραλυμένοι από αναποφασιστικότητα. Μπρος, πίσω, τελικά ακόμη κι αν πάρουμε μια απόφαση, το ξανασκεφτόμαστε και την αναιρούμε.

Πνιγόμαστε στις λεπτομέρειες και χάνουμε την ουσία.

Έλλειψη μετριοπάθειας στην αυτοκριτική. Ο συνεξαρτητικός μπορεί να επιτρέπει στον εαυτό του μακροχρόνια και σοβαρά λάθη, ακόμη κι όταν βλέπει τις αρνητικές συνέπειες, χωρίς να προβληματίζεται.

Άλλες φορές όμως, το παραμικρό λάθος τον καταρρακώνει και για αυτό έχει ανάγκη να το καλύψει (λέγοντας συχνά ψέματα). Είναι πολύ ευάλωτος στη γνώμη των άλλων, καθώς τρέφεται από ετερο-εκτίμηση (όχι αυτοεκτίμηση). Ο έπαινος των άλλων τον στέλνει σε έκσταση, ενώ η παραμικρή αποδοκιμασία στα τάρτατα.

Του λείπει μια ήρεμη, αποστασιοποιημένη, ψύχραιμη και σταθερή αυταξία.

Ιδεασμός μεγαλείου: Παιδιά που μεγαλώνουν ως υποκατάστατοι σύντροφοι των μοναχικών γονιών τους, συχνά αποκτούν τον ιδεασμό μεγαλείου στις σχέσεις τους. Όταν η μητέρα π.χ. απαιτεί από το γιό της να την κάνει ευτυχισμένη, το παιδί από τη μία μεριά νιώθει υπεράνθρωπος (‘εγώ έχω τη δύναμη να κάνω τη μαμά ευτυχισμένη’), αναλαμβάνει ευθύνες που δεν του αναλογούν (και είναι αδύνατον να εκπληρώσει), αλλά το πληρώνει ταυτόχρονα με απώλεια της παιδικής του ζωής, της ανεμελιάς, του παιχνιδιού και της ελευθερίας να ανακαλύψει τον εαυτό του χωρίς ενοχές να μην αφήσει μόνη τη μαμά.

Ο ιδεασμός μεγαλείου συνεπώς έρχεται με ένα πολύ βαρύ τίμημα. Ο γονιός αντί να δίνει ενέργεια στο παιδί, του ρουφάει ενέργεια. Το παιδί ίσως δεν το αντιλαμβάνεται, αλλά μεγαλώνει εξουθενωμένο. Όταν φτάσει στην ενηλικίωση, δεν έχει προλάβει να ανακαλύψει ποιος είναι (δεν είχε τον ψυχικό χώρο) και νιώθει κουρασμένο, χωρίς τα αποθέματα, που του είναι αναγκαία να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες και τις προκλήσεις της ενήλικης ζωής.

Η στενή συντροφική σχέση του φέρνει μνήμες της εξουθένωσης. Αυτό τον πανικοβάλλει, του είναι επώδυνο και απομακρύνεται, είτε ολικά, είτε συναισθηματικά (μπορεί να είναι παντρεμένος, αλλά είναι απών). Ταυτόχρονα του είναι δύσκολο να νιώσει έλξη για αυτάρκη άτομα.

Όταν κάνει σχέσεις, επαναλαμβάνει το μοτίβο του σωτήρα της ανήμπορης γυναίκας. Οι δυο εμπλέκονται σε μια απόλυτα δυσλειτουργική ψευδαίσθηση, όπου η συνεξαρτητική νομίζει ότι ο σύντροφος θα τη σώσει (αδύνατον) και ο συνεξαρτητικός, στον ιδεασμό μεγαλείου του, πιστεύει επίσης ότι θα σώσει τη γυναίκα-αλλά αυτή τη φορά το σώσιμο θα πετύχει! (σε αντίθεση με τη μαμά του…).

Στην πράξη βρίσκουν ότι κανείς δεν μπορεί να σώσει κανένα, ο συνεξαρτητικός νιώθει αμέσως εξάντληση και συχνά απομακρύνεται απότομα, χωρίς καμιά ανθρωπιά, ενώ η συνεξαρτητική νιώθει σαν να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της.

Οι χωρισμοί είναι επώδυνοι για όλους τους ανθρώπους. Για τους συνεξαρτητικούς όμως (εξαιτίας του εθισμού τους στους άλλους και των μη-ρεαλιστικών προσδοκιών), οι χωρισμοί είναι εξαιρετικά και ακραία επώδυνοι, καθώς ενεργοποιούνται και ο ενήλικος, αλλά και ο παιδικός πόνος.

Αυτό το μοτίβο πάντως μπορεί να αλλάξει με θεραπεία.

Τραυματισμένη πνευματικότητα. Έχοντας διακόψει την πνευματική του σύνδεση, που είναι η βαθύτερη διάσταση της σύνδεσης με τον εαυτό, ο συνεξαρτητικός αναζητεί μάταια την πλήρωση, δίνοντας τη δύναμή του σε άλλους ανθρώπους.

Ο συνεξαρτητικός ξανά και ξανά αναζητεί το τέλειο άτομο, μέσα από το οποίο προσδοκά μάταια να νιώσει το αντίστοιχο της πνευματικής πλήρωσης . Αυτό είναι αδύνατον. Σύμφωνα με τη φιλοσοφία θεραπείας εξαρτήσεων των 12 βημάτων όταν δίνουμε τη δύναμή μας σε οποιονδήποτε άνθρωπο, θεσμό, συνήθεια ή ουσία, αυτή είναι η ρίζα του προβλήματος της συνεξάρτησης ή του εθισμού, και είναι εν τέλει πρόβλημα πνευματικής φύσεως.

Δυσκολίες με τα όρια. Οι συνεξαρτητικοί έχουν δυσκολίες στα όρια με τους άλλους, είτε επιτρέπουν να παραβιάζονται τα δικά τους, είτε παραβιάζουν τα όρια των άλλων. Όπως αναφέρει η Mellody, παραβιάζουν τα φυσικά όρια, άτομα που π.χ.

έρχονται πολύ κοντά σωματικά και δεν αντιλαμβάνονται τη γλώσσα σώματος του άλλου που θέλει να απομακρυνθεί. Αντίστροφα, το άτομο που δυσκολεύεται να πει ‘όχι’ ή να απομακρύνει τον εαυτό του από εκείνον που παραβιάζει τα όρια επίσης εμφανίζει συμπτώματα συνεξάρτησης.

Ο συνεξαρτητικός μπορεί να εμφανίσει διάτρητα όρια στη σκέψη του. Δηλαδή, οι άλλοι να τον επηρεάζουν υπερβολικά στη διαμόρφωση απόψεων, σε ακραίο βαθμό, είναι υπερβολικά εύπιστος και χειραγωγίσιμος. Διάτρητα όρια στο συναίσθημα παρατηρούμε όταν τα ευαίσθητα άτομα, απορροφούν τα αρνητικά συναισθήματα των άλλων, χωρίς μετά να αναγνωρίζουν ότι δεν είναι δικά τους.

Δυσκολία διάκρισης ανάγκης και επιθυμιών. Ο συνεξαρτητικός εντρυφεί απεριόριστα στην πιο παράδοξη κι εκκεντρική επιθυμία του, αλλά αποτυγχάνει να αναγνωρίσει τις βασικές ανάγκες του και να ανταποκριθεί σε αυτές.

Μπορεί να αφιερώνει πολύ χρόνο, π.χ. στην εμφάνισή του, αλλά δεν αναγνωρίζει καν ότι χρειάζεται π.χ. ύπνο.

Η συνεξάρτηση μπορεί να θεραπευτεί με τη γνωσιακή προσέγγιση των δυσλειτουργικών μοτίβων, σε συνδυασμό με θεραπεία εθισμών και ταυτόχρονη θεραπεία του πρωτογενούς τραύματος της παιδικής ηλικίας, που οδήγησε στην τήξη των ορίων μεταξύ εαυτού και άλλων.

Η επίγνωση όμως είναι ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας, καθώς, η συνεξάρτηση δεν αναγνωρίζεται ευρέως στην κοινωνία μας ως δυσλειτουργία/διαταραχή, απεναντίας παρερμηνεύεται ως ‘υπερβολική αγάπη’ ή ‘συναισθηματισμός’.