Κέλλυ Μπούσια - Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια


Ο πόνος είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης εμπειρίας. Για τους περισσότερους, ο πόνος είναι ένα κοινό καθημερινό φαινόμενο και γενικά ορίζεται ως «μία δυσάρεστη αισθητηριακή και συναισθηματική εμπειρία που σχετίζεται με πραγματική ή δυνητική βλάβη των ιστών, ή περιγράφεται με όρους μιας τέτοιας βλάβης». Ο ορισμός αυτός αναγνωρίζει μια σειρά από ψυχολογικά χαρακτηριστικά του πόνου και κυρίως αναγνωρίζει ότι ο πόνος είναι ουσιαστικά ένα συναισθηματικό γεγονός.

Συναισθήματα και καταστάσεις φόβου και κατάθλιψης συνδέονται συχνά με το βίωμα του πόνου. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα το βίωμα του πόνου, δηλαδή το πόσο έντονος ή ανεκτός είναι και πώς επηρεάζει τελικά τη συμπεριφορά μας, είναι κάτι το οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να προβλέψει μέσω της ιατρικής διάγνωσης, μιας και πρόκειται για μια υποκειμενική εμπειρία, την οποία ο καθένας μας βιώνει διαφορετικά.

Οι ασθενείς με χρόνιο πόνο αγωνίζονται για τη θεμελιώδη σχέση με το σώμα τους (δραστηριότητες της καθημερινής ζωής) και επιπλέον συχνά έχουν την αίσθηση ότι δεν είναι πλέον «ο πραγματικός τους εαυτός». Ακόμα, το αίσθημα αβεβαιότητας για το μέλλον τους είναι αυξημένο και σε αυτό φαίνεται να συμβάλλει και η συνεχής υπενθύμιση των σωματικών περιορισμών που αυτοί οι ασθενείς βιώνουν. Εκτός από τα παραπάνω, αρκετοί ασθενείς δηλώνουν “χαμένοι” μέσα στο σύστημα υγείας, κυρίως γιατί νιώθουν ότι δε υπάρχει καμία ανταπόκριση σε ό,τι αφορά τον πόνο τους. Τέλος, πολλοί ασθενείς θεωρούν σχεδόν απίθανο το να μπορέσουν να “αποδείξουν” τον πόνο τους. Συγκεκριμένα δηλώνουν: “αν εμφανιστώ “πολύ άρρωστος” ή “όχι και τόσο άρρωστος”, κανείς δε θα με πιστέψει”. Από τη μία δηλαδή το οικείο περιβάλλον “δεν τους αντέχει” όταν πονούν πολύ και από την άλλη “είναι πολύ άρρωστοι” για να έχουν μια φυσιολογική δραστηριότητα.

Ψυχολογικοί παράγοντες όπως η διάθεση αλλά και οι πεποιθήσεις κάποιου για τον πόνο, καθώς και η καθημερινή στάση στην αντιμετώπισή του, παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του χρόνιου πόνου. Δεδομένου ότι ο πόνος επιμένει, το άτομο μπορεί να αναπτύξει αρνητικές πεποιθήσεις για την κατάστασή του (π.χ., «δεν πρόκειται να βελτιωθώ») ή αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό του (π.χ., «είμαι βάρος στην οικογένειά μου», «δεν μπορώ να λειτουργήσω»). Αυτοί οι τύποι των σκέψεων, μαζί με τη μειωμένη συμμετοχή σε δραστηριότητες, μπορεί να μας οδηγήσουν σε έντονο αίσθημα άγχους, αγωνίας ή και κατάθλιψης. Όλα τα παραπάνω τροφοδοτούν και ενισχύουν τον κύκλο του πόνου. Το γεγονός ότι ψυχολογικοί παράγοντες έχουν και αυτοί αντίκτυπο στην εμπειρία του χρόνιου πόνου, ενισχύει την πρόταση για ταυτόχρονη ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη στα θέματα αυτά.

Έρευνες υποστηρίζουν ότι σε ποσοστό 60% των ασθενών με χρόνιο πόνο, γεγονότα της καθημερινής ζωής που μπορεί να προκαλέσουν ψυχική ένταση ή αρνητική διάθεση (π.χ. πίεση στις εργασιακές σχέσεις, δυσκολίες στις οικογενειακές σχέσεις) μπορεί να προκαλέσουν έξαρση των εκδηλώσεων της νόσου. Βέβαια, κάθε άτομο αντιδρά διαφορετικά σε τέτοια ερεθίσματα, όμως φαίνεται να υπάρχει κάτι κοινό στα άτομα με χρόνιο πόνο. Αρκετές επιστημονικές μελέτες καταδεικνύουν μία σημαντική σχέση του άγχους με το χρόνιο πόνο. Το ποσοστό των ασθενών που εμφανίζει άγχος κυμαίνεται από 20-30%.

Ο χρόνιος πόνος, ο περιορισμός των κινήσεων, η μεταβολή των συμπτωμάτων αυτών μέσα στην ημέρα ή σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, καθώς και η μη προκαθορισμένη πορεία της νόσου μπορούν να συμβάλουν και να αυξήσουν την πιθανότητα εμφάνισης κλινικά σημαντικών ψυχικών διαταραχών, όπως είναι το άγχος. Αυτό άλλωστε που έχει επισημανθεί σε αρκετές επιστημονικές μελέτες είναι ότι στους ασθενείς με χρόνιο πόνο το άγχος είναι πολύ πιο έντονο από αυτό που παρατηρείται σε άλλα άτομα που εκδηλώνουν άγχος και σχετίζεται με υψηλό ποσοστό και με την παρουσία κατάθλιψης.

Το άγχος αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τη θεραπεία της νόσου. Αντίστοιχα, η κατάθλιψη φαίνεται να είναι υψηλά συχνή μεταξύ των ασθενών και να σχετίζεται με κακή έκβαση της νόσου. Οι ερευνητές τονίζουν πώς η σύνθεση όλων αυτών των πληροφοριών σχηματίζει μια αρκετά ανησυχητική εικόνα τόσο για την εμπειρία των ασθενών με χρόνιο πόνο, όσο και για την αντίληψη που το οικογενειακό και ιατρικό τους περιβάλλον έχει για την κατάστασή τους. Επιπρόσθετα, υπογραμμίζουν και την ανάγκη αξιοποίησης αυτών των πληροφοριών ώστε και να κατανοήσουμε καλύτερα τις καταστάσεις χρόνιου πόνου αλλά κυρίως να βελτιώσουμε την ποιότητα ιατρικής φροντίδας που παρέχουμε σε αυτούς τους ασθενείς.

Γνωρίζουμε άλλωστε καλά στην Ψυχολογία ότι η πεποίθηση για τη βελτίωση της κατάστασης αλλά και το μοίρασμα και η εκφόρτιση των ψυχικών εντάσεων των ασθενών, συντελούν σε θετική πρόβλεψη για την πορεία της νόσου. Η επίδραση λοιπόν της ψυχικής μας κατάστασης είναι καθοριστική τόσο στην εξέλιξη όσο και στην αντιμετώπιση της νόσου.

Το γεγονός ότι οι ψυχικές εντάσεις σχετίζονται άμεσα με την έκβαση της νόσου, ενισχύει την πρόταση για ταυτόχρονη ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη στα θέματα αυτά. Ο πόνος έχει σημαντική επίπτωση στην καθημερινή μας λειτουργία και αυτές οι παράμετροι θα πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο της θεραπείας, στο σχήμα «ιατρική αντιμετώπιση – ψυχολογική υποστήριξη». Εκτός από τις διάφορες ιατρικές θεραπείες για την ανακούφιση του χρόνιου πόνου όπως τα παυσίπονα φάρμακα ή η φυσικοθεραπεία, η ψυχική και η συναισθηματική μας ευεξία είναι εξίσου σημαντική. Με την κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη και συγκεκριμένες ψυχολογικές τεχνικές μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα την επίπονη αυτή κατάσταση.

Υιοθετώντας μία ολιστική στάση απέναντι στις φυσιολογικές, συναισθηματικές και ψυχολογικές διακυμάνσεις που προκαλεί ο χρόνιος πόνος, μπορούμε να πετύχουμε σημαντικές αλλαγές στην καθημερινότητά μας. Όπως οι γιατροί παρέχουν θεραπεία για τις φυσικές διαστάσεις του χρόνιου πόνου, οι ψυχολόγοι είναι αντίστοιχα εκπαιδευμένοι για να μας βοηθήσουν να διαχειριστούμε τις διανοητικές και συναισθηματικές πτυχές αυτής της συχνά εξουθενωτικής κατάστασης.

Είναι σημαντικό να ζητάμε βοήθεια όπου τη χρειαζόμαστε. Δεν επιβαρύνουμε κανέναν, αλλά αντιθέτως πρόκειται για μία πολύ ανθρώπινη και θεμιτή επικοινωνία. Αντίστοιχα, δε χρειάζεται να πιέζουμε τον εαυτό μας να κάνει όλο και περισσότερα σε μία προσπάθεια να πειστούμε ότι είμαστε καλά. Χρειάζεται να ακολουθούμε τους ρυθμούς που το σώμα μας υποδεικνύει. Να μην αποσυρόμαστε με τον φόβο του πόνου αλλά και να μην το παρακάνουμε και τελικά επιδεινώνουμε την κατάστασή μας. Η συμβίωση με τον χρόνιο πόνο δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά η επικοινωνία και το μοίρασμα του βιώματος μπορούν να μας βοηθήσουν να τον αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικότερα.

Πηγές: 1. Eccleston C. (2010). "Psychology of chronic pain and evidence based psychological interventions". In C.F. Stammard, E. Kalso & J. Ballantyne (Eds.). Evidence based chronic pain management. Oxford: BMJ Books 2. Matcham F., Rayner L., Steer S., Hotopf M. (2013). “The prevalence of depression in rheumatoid arthritis: a systematic review and meta-analysis”. Rheumatology Volume 52, Issue 12 Pp. 2136-2148 3. Eccleston C. (2010). "Psychology of chronic pain and evidence based psychological interventions". In C.F. Stammard, E. Kalso & J. Ballantyne (Eds.). Evidence based chronic pain management. Oxford: BMJ Books 4. Lance M. McCracken, "Psychology and chronic pain", Anaesthesia & Intensive Care Medicine, Volume 9, Issue 2, February 2008, Pages 55–58. 5. http://www.apa.org/helpcenter/chronic-pain.aspx