της Νάνσυ Ψημενάτου, σύμβουλου ψυχικής υγείας και πρόεδρου των Μαθημάτων Ζωής

‘Έρχεται μια στιγμή στη ζωή κάθε παιδιού στην οποία αναπόφευκτα θα έρθει σε επαφή είτε με την ιδέα του δικού του θανάτου είτε με την ιδέα του θανάτου ενός αγαπημένου του προσώπου.

Ανάλογα με την ηλικία, την προσωπικότητα , τις συνθήκες, το οικογενειακό περιβάλλον και τις προηγούμενες εμπειρίες του παιδιού, αυτή η στιγμή μπορεί να είναι πολύ καθοριστική για το αν αυτό το παιδί θα μπορέσει ή όχι να εξερευνήσει την ιδέα του θανάτου με άλλους ανθρώπους.
Θα υπάρξουν άνθρωποι γύρω του που θα το βοηθήσουν να μιλήσει ανοιχτά; Θα υπάρξουν άνθρωποι που θα του απαντήσουν με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που έχει ή άνθρωποι που θα κλείσουν βιαστικά το θέμα – χτυπώντας ξύλο και φτύνοντας τον κόρφο τους; - Και τί στάσεις, αντιλήψεις και ιδέες θα διαμορφώνει σχετικά με το θάνατο, καθώς από παιδί θα γίνεται έφηβος και έπειτα ενήλικος;

Η αποφυγή μιας τέτοιας κουβέντας όμως φέρνει περισσότερα προβλήματα απ΄ όσα δημιουργεί. Αυτό συμβαίνει διότι η ιδέα του θανάτου, είτε αφορά το δικό μας θάνατο είτε αφορά το θάνατο ενός αγαπημένου ανθρώπου - δεν είναι απλά μια αφηρημένη ιδέα αλλά μια σκληρή πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που βρίσκει τους περισσότερους από εμάς ανέτοιμους, όταν συμβεί κάτι τέτοιο στη δική μας ζωή.
Υπάρχουν κάποιοι μύθοι και στερεότυπα γύρω από το θέμα του θανάτου που εμποδίζουν την ελεύθερη επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους που πάσχουν από μια καταληκτική ασθένεια που θα έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο τους.

Αυτοί οι μύθοι στερούν όχι μόνο από τον ίδιο τον ασθενή, αλλά και από την οικογένεια του, την ευκαιρία να συζητήσουν ανοιχτά μεταξύ τους, να μοιραστούν τα συναισθήματα τους, να ξεκαθαρίσουν τις υποθέσεις μεταξύ τους, να μετανιώσουν, να συγχωρέσουν και να συγχωρεθούν, να έρθουν ακόμα πιο κοντά, να δώσουν την ευκαιρία ακόμα και εκεί -μέσα στη τεράστια δίνη των συναισθημάτων που θα δημιουργηθούν- να μιλήσουν μεταξύ τους για να μην μείνουν ανείπωτα όλα όσα χρειάζονται να ειπωθούν. Μια τέτοια επικοινωνία θα έχει ως αποτέλεσμα μια ακόμα πιο βαθιά και ουσιαστική σχέση με τον άνθρωπο μας.

Για να γίνουν όλα τα παραπάνω θα χρειαστεί να υπερβούμε τον εαυτό μας και τους φόβους μας. Θα χρειαστεί να μη φοβηθούμε ότι βλάπτουμε τον άνθρωπο μας. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι αν μιλήσουν ανοιχτά στον άνθρωπο τους για τον επικείμενο θάνατο τους αυτό μπορεί να προκαλέσει το θάνατο γρηγορότερα.

Επιστημονικά όμως αυτή η άποψη είναι εντελώς αστήρικτη. Ενώ το να μιλήσουμε ανοιχτά για το θάνατο μπορεί να δημιουργήσει έντονο άγχος παράλληλα μπορεί να είναι και πολύ θεραπευτικό, τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένεια. Θα χρειαστεί επίσης να υπερβούμε το φόβο μας ότι εμείς θα ‘πονέσουμε παραπάνω’. Η πραγματικότητα είναι ότι, όταν δημιουργούμε ένα κατάλληλο περιβάλλον για μια τέτοια συζήτηση – ένα περιβάλλον όπου θα κυριαρχεί η ειλικρίνεια , η αποδοχή, η έλλειψη κριτικής –προκαλείται μια μεταμορφωτική εμπειρία σε όσους θα συμμετέχουν.

Η αρχή μιας τέτοιας συζήτησης είναι πάντα και η πιο δύσκολη. Θα υπάρξει αμηχανία, φόβος και άγχος. Και αυτό θα ισχύει και για τις δύο πλευρές. Σήμερα όλο και περισσότεροι γιατροί υποστηρίζουν το αναφαίρετο δικαίωμα του ασθενή να μάθει την αλήθεια σχετικά με το αν θα ζήσει ή αν θα πεθάνει.

Ακόμα και αν ο γιατρός δεν έχει πει την αλήθεια στον ασθενή , συνήθως, ο άνθρωπος που νοσεί, γνωρίζει. Καταλαβαίνει τις σιωπές, τα βλέμματα, τις αδιόρατες κινήσεις που γίνονται πίσω από την πλάτη του.

Το να δοθεί όνομα, λοιπόν, σε αυτό που συμβαίνει, φέρνει –μεταξύ των άλλων – ανακούφιση στον ασθενή, γιατί με αυτόν τον τρόπο του δίνεται η ευκαιρία να ξεδιπλώσει τα συναισθήματα του. Το φόβο του, το θυμό του, τη θλίψη του.
Με αυτό τον τρόπο μπορεί να εκφράσει ελεύθερα τις ανάγκες του, τις τελευταίες του επιθυμίες, τη διαθήκη του. Επομένως, του δίνεται χώρος να υπάρξει και να συμμετέχει ενεργά αντί να κάθεται παθητικά. Αυτό είναι ένα μεγάλο δώρο. Το δώρο της αγάπης άνευ όρων.
Το παιχνίδι του να «προστατεύσουμε» και να «προστατευθούμε» πολλές παίζεται και από την πλευρά του άνθρωπου που νοσεί. Προσπαθεί και αυτός με τη σειρά του να μην μιλήσει ανοιχτά και ειλικρινά, όχι γιατί δεν το θέλει ή γιατί δεν το έχει ανάγκη, αλλά γιατί διαισθάνεται τη δική μας αγωνία και δεν θέλει να επιβαρύνει τη δική μας ταραχή.

Επιλέγει λοιπόν να αλλάζει κουβέντα ή να δείχνει μια στωικότητα απέναντι στα πράγματα που μπορεί να μας μπερδέψει. Χρειάζεται διπλό κουράγιο από τη δική μας μεριά ώστε να μεταφέρουμε το μήνυμα στον άνθρωπο μας, ότι είμαστε εκεί για αυτόν, έτοιμοι να μιλήσουμε ανοιχτά και ειλικρινά και πως είμαστε ικανοί να αντέξουμε και να διαχειριστούμε τα συναισθήματα που θα προκύψουν.

Τι μπορεί να συναντήσουμε;

Όταν αποφασίσουμε να εμπλακούμε ενεργά σε συζητήσεις που αφορούν το θάνατο του αγαπημένου μας προσώπου, στην ουσία πρέπει να προετοιμαστούμε στο να εκτεθούμε σε μια πληθώρα συναισθημάτων.

Η παλέτα θα έχει όλα τα χρώματα. Θα έχει το κόκκινο του θυμού & της άρνησης. «Γιατί εγώ; Γιατί τώρα; Γιατί σε μένα; Μα τι Θεός είναι αυτός; Για ποια ελπίδα μου μιλάς; Είναι εύκολο είναι να μιλάμε εγώ θα πεθάνω όχι εσύ!» Θα έχει το μωβ της κατάθλιψης.
«Δεν θέλω να πω τίποτε, φύγε, άσε με να πεθάνω, δεν μπορώ ούτε να μιλήσω, δεν το βλέπεις;» Θα έχει το ροζ της διαπραγμάτευσης. «Αχ! Και να προλάβαινα να σε δω στην αποφοίτηση. «Μόνο να ξαναπήγαινα στο χωριό άλλη μια φορά.»
Και στο τέλος, θα εμφανιστεί το χρυσό της αποδοχής. «Πόσο ευτυχισμένη είμαι που είστε όλοι γύρω μου και δεν είμαι μόνη. Πόση αγάπη πήρα απ΄όλους σας. Πόσο γεμάτη ζωή είχα… Σας ευχαριστώ.»

Από την πλευρά της οικογένειας θα υπάρχουν παρόμοια συναισθήματα. Κάποιες φορές θα είναι εύκολο να μιλήσουμε με τον άνθρωπο που αγαπάμε. Αντίθετα, κάποιες άλλες φορές θα είναι τόσο επώδυνο που δεν θα μπορούμε να πάρουμε ανάσα.
Μερικές φορές θα θέλουμε να είμαστε όσο πιο κοντά μπορούμε σε αυτόν που πεθαίνει, και κάποιες άλλες και μόνο η ιδέα του να σηκωθούμε από το κρεβάτι θα φαίνεται αβάσταχτη. Θα υπάρξουν και μέρες που οι γιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό θα είναι φορείς ελπίδας και άλλες που τα ίδια πρόσωπα θα είναι ο στόχος που θα κατευθύνουμε το θυμό μας. Θα νοιώθουμε ενοχές, φόβο, τρόμο, ελπίδα, χαρά και όλα θα κινούνται γύρω μας είτε με απίστευτη ταχύτητα είτε βασανιστικά αργά.

Τι γίνεται όταν κάποιος δεν θέλει να μιλήσει;

Πολλές φορές, παρ΄ όλο που εμείς έχουμε την προθυμία, το κουράγιο και το θάρρος να μιλήσουμε, θα διαπιστώσουμε ότι ο άνθρωπος μας δεν θέλει να μιλήσει. Η άνευ όρων αγάπη σημαίνει να αποδεχτούμε και αυτή την επιλογή του.
Ούτως η άλλως, η αποδοχή είναι που φέρνει τη γαλήνη. Επομένως, δεν μπορούμε ούτε να πιέσουμε ούτε να εκβιάσουμε έναν άνθρωπο να «ανοιχτεί.» Καλό είναι να θυμόμαστε πως - με την προϋπόθεση ότι εμείς κάνει όλα όσα είναι απαραίτητα για να επικοινωνήσουμε με τον άνθρωπο μας αλλά αυτός εξακολουθεί να μην θέλει κάτι τέτοιο- υπάρχουν και άλλοι τρόποι επικοινωνίας εκτός από τον λεκτικό.
Μια αγκαλιά, ένα σφίξιμο στο χέρι, μια βαθιά παρατεταμένη σιωπή, ένα κοίταγμα στα μάτια μπορεί να μεταφέρει όλες τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε για να επικοινωνήσουμε έναν άλλο άνθρωπο.

Απώλεια…

Η αγάπη και η απώλεια βαδίζουν χέρι – χέρι. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που χρειάζεται να την αποδεχτούμε συνειδητά. Ότι αγαπάμε είναι προσωρινό, όπως προσωρινοί είμαστε και εμείς οι ίδιοι αλλά μας αγαπούν παρ΄όλα αυτά. Η δέσμευση μας να ζήσουμε αυτή τη ζωή περιλαμβάνει ταυτόχρονα και την υποχρέωση μας να δεχτούμε το θάνατο. Αν δεν γίνει αυτό οδηγούμαστε σε μια ζωή γεμάτη άρνησης και μάταιου πόνου.
Γνωρίζουμε μέσα μας έστω και αδιόρατα – ακόμα και αν δεν έχουμε φιλοσοφήσει σοβαρά πάνω στα θέματα της ζωής και του θανάτου – ότι η ζωή συνεχίζεται. Σε αυτό το σημείο έχουμε μόνο δύο επιλογές˙ είτε να κλείσουμε τα μάτια μας και την ψυχή μας στην πραγματικότητα αυτή, είτε να επανασυνδεθούμε με τη ζωή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δηλαδή, φυλώντας πάντα, με νοσταλγία, αγάπη και γλυκύτητα τις αναμνήσεις με το αγαπημένο μας πρόσωπο μέσα μας σε έναν τόπο ιερό.

Τα «Μαθήματα Ζωής» είναι μια μη κερδοσκοπική εταιρεία η οποία ιδρύθηκε το Σεπτέμβριο του 2013. Την απαρτίζουν έμπειροι επιστήμονες από το χώρος της ψυχικής υγείας και ο κύριος σκοπός της είναι η επιμόρφωση γονέων & εκπαιδευτικών, επαγγελματιών της ψυχική υγείας, ιατρών, κληρικών κ.ο.κ σε θέματα που αφορούν τη στήριξη του παιδιών και αλλά και των ενηλίκων που πενθούν, την οποιαδήποτε απώλεια.