Τα τελευταία χρόνια γίνεται πολλή συζήτηση για το ρόλο της γενετικής στην αιτιοπαθογένεια των διαφόρων νοσημάτων. Οι πρόσφατες ανακοινώσεις πάνω στα αποτελέσματα από την χαρτογράφηση του μεγαλύτερου μέρους του ανθρώπινου γονιδιώματος ( το σύνολο του γενετικού υλικού ενός οργανισμού) συντηρούν το ενδιαφέρον και επιτείνουν την προσπάθεια των ερευνητών.

Παίζουν ρόλο γενετικοί παράγοντες στην αιτιοπαθογένεια των ψυχικών διαταραχών; Το ερώτημα αυτό απασχόλησε από παλιά την ιατρική σκέψη. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα που ο γερμανός ψυχίατρος Kraepelin διαχώρισε τις μείζονες ψυχικές διαταραχές σε σχιζοφρενική και μανιοκαταθλιπτική ψύχωση (συναισθηματική διαταραχή), εμπειρικές παρατηρήσεις ανέφεραν ότι οι διαταραχές αυτές εκδηλώνονταν συχνότερα στις οικογένειες των πασχόντων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εύλογα το ερώτημα της γενετικής συμμετοχής.

Η συστηματική διερεύνηση του ρόλου των γενετικών παραγόντων στην εκδήλωση των ψυχικών διαταραχών γίνεται κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες. Τούτο οφείλεται στην πρόοδο που έχει συντελεσθεί στην μεθοδολογία των μελετών και στην θέσπιση αυστηρότερων κριτηρίων για τη διάγνωση, στη σύγκριση των αποτελεσμάτων με ομάδες υγιών μαρτύρων, στην εγκυρότερη στατιστική επεξεργασία των δεδομένων και πάνω από όλα στην αλματώδη πρόοδο της μοριακής βιολογίας και στην εφαρμογή ειδικών τεχνικών που άνοιξε νέους ορίζοντες στη σύγχρονη ψυχιατρική γενετική.

Οι κλινικές - επιδημιολογικές μελέτες σε οικογένειες, σε δίδυμους και σε υιοθετημένους, καθώς και οι μελέτες συνδυασμού και σύνδεσης των ψυχικών διαταραχών με γενετικούς δείκτες στα πλαίσια της μοριακής γενετικής, θεωρούνται οι κατεξοχήν μέθοδοι για τη διερεύνηση της γενετικής συμμετοχής.

Με τις μελέτες οικογενειών, που προϋποθέτουν την κατά το δυνατόν πληρέστερη καταγραφή του οικογενειακού γενεαλογικού δέντρου του ασθενούς, διερευνάται αν η νόσος είναι οικογενής, αν δηλαδή αρκετά μέλη στην ίδια οικογένεια πάσχουν και μάλιστα σε διαδοχικές γενεές ή είναι σποραδική, κατά την οποία εκτός από τον ασθενή δεν πάσχει κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας ή, αν κάποιο πάσχει, ευρίσκεται σε απομακρυσμένη θέση σε σχέση με τον ασθενή στο οικογενειακό δέντρο.

Επίσης υπολογίζεται ο κίνδυνος νόσησης, ο κίνδυνος δηλαδή που εμφανίζει το άτομο να νοσήσει όταν διανύει την ηλικία νόσησης που για τη σχιζοφρενική διαταραχή θεωρείται το ηλικιακό φάσμα μεταξύ 15 και 45 ετών, για τη συναισθηματική διαταραχή 15-60 ετών.

Οι μελέτες σε οικογένειες επαλήθευσαν τις προϋπάρχουσες εμπειρικές παρατηρήσεις της οικογενούς εκδήλωσης των ψυχικών διαταραχών, και ιδιαίτερα των μειζόνων, με τη διαπίστωση ότι οι πρώτου βαθμού συγγενείς (γονείς, αδέλφια, παιδιά) του πάσχοντος εμφανίζουν σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο να νοσήσουν από την ίδια διαταραχή, σε σύγκριση με τους συγγενείς των υγιών μαρτύρων.

Συγκεκριμένα, ενώ ο κίνδυνος νόσησης για τη σχιζοφρενική διαταραχή στο γενικό πληθυσμό κυμαίνεται γύρω στο 1%, στους πρώτου βαθμού συγγενείς των ασθενών ο κίνδυνος αυτός διαπιστώθηκε ότι είναι περίπου 9% για τα αδέλφια, 13% για τα παιδιά ενώ για τους γονείς κυμαίνεται γύρω στο 6%.

Για τη διπολική συναισθηματική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη), με συχνότητα εμφάνισης περίπου 1% στο γενικό πληθυσμό, ο κίνδυνος νόσησης κυμαίνεται στο επίπεδα του 13% για τα αδέλφια, και 15% για τα παιδιά. Αντίθετα, για τη μονοπολική συναισθηματική διαταραχή (περιοδική κατάθλιψη), που έχει κίνδυνο νόσησης περίπου 4-5% στο γενικό πληθυσμό, οι πρώτου βαθμού συγγενείς των ασθενών εμφανίζουν κίνδυνο 12% να νοσήσουν από την ίδια διαταραχή, ενώ ο κίνδυνος να εκδηλώσουν διπολική συναισθηματική διαταραχή κυμαίνεται κοντά στο 3%.

Παιδιά δύο γονέων πασχόντων από σχιζοφρενική διαταραχή εμφανίζουν 46-50% κίνδυνο να εκδηλώσουν την ίδια διαταραχή, ενώ ο αντίστοιχος κίνδυνος για εκδήλωση διπολικής συναισθηματικής διαταραχής είναι επίσης υψηλός και κυμαίνεται μεταξύ 44-74%.

Γενετικοί παράγοντες ενοχοποιούνται και για την εκδήλωση αγχωδών διαταραχών και ιδιαίτερα της διαταραχής πανικού και της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, καθώς επίσης και της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς.

Ο κίνδυνος νόσησης είναι ανάλογος με το βαθμό συγγένειας του πάσχοντος με τους συγγενείς του. Έτσι, για τους δεύτερου βαθμού συγγενείς (ετεροθαλή αδέλφια, παππούδες, θείοι, εγγόνια, ανίψια), ο κίνδυνος νόσησης υπολείπεται σαφώς του αντίστοιχου των συγγενών πρώτου βαθμού, κυμαίνεται δε σε επίπεδα περίπου διπλάσια εκείνων του γενικού πληθυσμού.

Αντίθετα, για τους συγγενείς τρίτου βαθμού (α' ξαδέλφια) διαπιστώθηκε ότι είναι ελαφρά μόνο υψηλότερος από τον αντίστοιχο κίνδυνο στο γενικό πληθυσμό.

Επίσης, ο κίνδυνος αυτός αυξάνει ανάλογα με τον αριθμό των πασχόντων συγγενών και την κλινική βαρύτητα της εκδήλωσης της διαταραχής. Η ηλικία έναρξης της διαταραχής φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο, αφού ασθενείς με μείζονα ψυχική διαταραχή και πρώιμη ηλικία έναρξης της διαταραχής (μικρότερη των 20 ετών) παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη συχνότητα εκδήλωσης της ίδιας διαταραχής στους πρώτου βαθμού συγγενείς τους.

Οι μελέτες σε διδύμους έριξαν περισσότερο φως στη διερεύνηση της γενετικής συμμετοχής, Όπως είναι γνωστό, υπάρχουν οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι που έχουν κοινά όλα τα γονίδιά τους κι οι διζυγωτικοί δίδυμοι που έχουν κοινά τα μισά τους γονίδια, όπως και τα μη δίδυμα αδέλφια.

Τα αποτελέσματα των μελετών έδειξαν σημαντικά υψηλότερο βαθμό συμφωνίας (να πάσχουν δηλαδή και οι δύο δίδυμοι) στους μονοζυγωτικούς διδύμους για την εμφάνιση διπολικής συναισθηματικής διαταραχής που φθάνει μέχρι 70% και σχιζοφρενικής διαταραχής (50%), σε σχέση με τους διζυγωτικούς διδύμους το ποσοστό στους οποίους κυμαίνεται γύρω στο 15-20% είτε οι δίδυμοι μεγάλωσαν μαζί είτε χωριστά, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της γενετικής συμμετοχής.

Αν επρόκειτο, όμως, αποκλειστικά για γενετικό χαρακτηριστικό, θα έπρεπε ο βαθμός συμφωνίας στους μονοζυγωτικούς διδύμους να είναι 100%, αφού φέρουν πανομοιότυπο γενετικό υλικό. Το γεγονός, όμως, ότι υπολείπεται του 100% επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι και μη γενετικοί παράγοντες (όπως περιβαλλοντικοί παράγοντες, τραυματισμός κατά τη γέννηση, διατροφή, μόλυνση και άλλοι) παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση της ψυχικής νόσου.

Οι μελέτες σε υιοθετημένους μπορούν να διαχωρίσουν τις γενετικές από τις περιβαλλοντικές πηγές στην αιτιολογία των ψυχικών διαταραχών. Διαπιστώθηκε ότι οι βιολογικοί γονείς των υιοθετημένων ασθενών με μείζονα ψυχική διαταραχή παρουσιάζουν σε μεγαλύτερη συχνότητα την ίδια διαταραχή σε σύγκριση με τους θετούς γονείς των ασθενών.

Επίσης, οι υιοθετημένοι με βιολογικούς γονείς πάσχοντες από μείζονα ψυχική διαταραχή έχουν υψηλότερη πιθανότητα να εκδηλώσουν την ίδια διαταραχή, σε σχέση με υιοθετημένους των οποίων οι βιολογικοί γονείς είναι ψυχικά υγιείς.

Στα πλαίσια της μοριακής γενετικής, τα αποτελέσματα συνδυασμού και σύνδεσης των ψυχικών διαταραχών με διάφορους γενετικούς δείκτες δεν έχουν καταλήξει, προς το παρόν, σε ασφαλή συμπεράσματα. Η εφαρμογή, όμως, όλο και πιο εξελιγμένων μοριακών τεχνικών, καθώς και το πρόγραμμα χαρτογράφησης του ανθρώπινου γονιδιώματος που βρίσκεται σε εξέλιξη, μας επιτρέπουν να αισιοδοξούμε ότι τα προσεχή χρόνια θα υπάρξει ανακάλυψη σύνδεσης των μειζόνων ψυχικών διαταραχών με ειδικούς γενετικούς δείκτες.

Θα πρέπει, επίσης, ιδιαίτερα να τονισθεί και η σημαντική πρόοδος που έχει συντελεσθεί στον τομέα της φαρμακογενετικής και ιδιαίτερα στη διερεύνηση της γενετικής συμμετοχής για τη διευκρίνιση των αιτίων του φαινομένου άλλοι ασθενείς με ψυχική διαταραχή να απαντούν ταχύτερα και αποτελεσματικότερα από άλλους στη χορήγηση ψυχοφαρμάκων, και άλλοι να εκδηλώνουν συχνότερα έντονες ανεπιθύμητες ενέργειες τις οποίες δεν μπορούν να ανεχτούν, ενώ σε άλλους τα ψυχοφάρμακα φαίνεται να μην προκαλούν παρόμοια προβλήματα.

Η πρόοδος αυτή μπορεί να βοηθήσει στην ανακάλυψη της καταλληλότερης φαρμακοθεραπείας και της αποτελεσματικότερης δοσολογίας.

Συμπερασματικά, από τα αποτελέσματα των μελετών σε οικογένειες, διδύμους και υιοθετημένους δεν αμφισβητείται σήμερα η καθοριστική επίδραση των γενετικών συντελεστών στην αιτιοπαθογένεια των μειζόνων κυρίως ψυχικών διαταραχών, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται και ο σημαντικός ρόλος των περιβαλλοντικών παραγόντων στην εκδήλωση τους.

Ο ακριβής, όμως, τρόπος της μεταβίβασής τους εξακολουθεί να παραμένει άγνωστος. Ως παράγων που κληρονομείται θεωρείται η ευαισθησία/ ευαλωτότητα για την εμφάνιση της διαταραχής και όχι η βεβαιότητα ότι το άτομο θα νοσήσει.

Η ευαισθησία αυτή όταν υπερβεί ένα όριο σε κάποια χρονική περίοδο της ζωής του ατόμου οδηγεί την εκδήλωση της νόσου.

Η πληρέστερη κατανόηση της αλληλεπίδρασης γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων αναμένεται ότι θα βοηθήσει στην αναγνώριση των ατόμων υψηλού κινδύνου και στην αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου, καθώς επίσης και στην πιο αξιόπιστη ψυχιατρική γενετική συμβουλευτική τόσο των ίδιων των ασθενών όσο και των μελών των οικογενειών τους.


Πηγές: Γεώργιος Ν. Παπαδημητρίου, Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών-Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Σ.Ο.Ψ.Υ.