Τα τελευταία είκοσι χρόνια η ανάπτυξη του φαινομένου της ανεργίας ήρθε να προσθέσει μια νέα διάσταση στη σχέση της οικονομίας με την υγεία. Η εισαγωγή νέων τεχνολογιών, η συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα παραγωγής και η εισαγωγή φτηνής αλλοδαπής εργατικής δύναμης έχει οδηγήσει σε απώλεια πολλών θέσεων εργασίας, κυρίως στις αναπτυγμένες χώρες.

 Όλες οι σχετικές μελέτες έχουν διαπιστώσει μεγαλύτερη σωματική και ψυχική νοσηρότητα στους άνεργους απ' ό,τι στους εργαζόμενους, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες.

Σε ό,τι αφορά την ψυχική υγεία, μειωμένα επίπεδα ψυχικής ευεξίας διαπιστώθηκαν από όλες τις μελέτες που συνέκριναν άνεργους με εργαζόμενους όλων των ηλικιών και των δύο φύλων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση νέων ανέργων που, ενώ δεν παρουσίαζαν χαμηλούς δείκτες ψυχικής υγείας όσο ακόμα ήταν μαθητές, εμφάνισαν ψυχικές διαταραχές όταν βρέθηκαν άνεργοι, ενώ εν συνεχεία, όταν βρήκαν ξανά δουλειά, η ψυχική τους υγεία αποκαταστάθηκε.

Στην Ελλάδα, όπου η ανεργία έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, οι επιπτώσεις στην υγεία αποκτούν σοβαρές διαστάσεις. Σε μελέτη του Πανεπιστημίου Πατρών σε άνεργους της Πάτρας και της Σύρου διαπιστώθηκε μεγαλύτερη συχνότητα ψυχικών διαταραχών και κατάθλιψης σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.

Σχετικά με τη σωματική υγεία, άνδρες που ήταν άνεργοι κατά την απογραφή του 1971 στην Αγγλία και την Ουαλία παρουσίασαν στα χρόνια που ακολούθησαν αύξηση της θνησιμότητας κατά 20%. Η αύξηση ήταν ανεξάρτητη από την κοινωνική τους προέλευση και δεν επηρεαζόταν από αυτή.

Ανάλογη αύξηση στη θνησιμότητα παρατηρήθηκε και στις συζύγους των ανέργων, ενώ χρονικοί περίοδοι και γεωγραφικές περιοχές με υψηλότερη ανεργία παρουσίαζαν και υψηλότερους δείκτες θνησιμότητας. Ανάλογα συμπεράσματα προέκυψαν και από μελέτες που πραγματοποιήθηκαν εν συνεχεία στην Ιταλία, τη Δανία και τη Φινλανδία.

Στις ΗΠΑ έχει υπολογιστεί ότι αύξηση της ανεργίας κατά 1% θα επιφέρει σε περίοδο 6 ετών 37.000 περισσότερους θανάτους (22.000 από καρδιαγγειακά αίτια, 900 αυτοκτονίες, 650 ανθρωποκτονίες, 500 από κίρρωση του ήπατος), 4.200 ψυχιατρικές εισαγωγές και 3.300 φυλακίσεις.

Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι τα οικονομικά προβλήματα που προκαλεί η ανεργία ευθύνονται άμεσα για τη χειροτέρευση της υγείας. Στη Μ. Βρετανία, η διαφορά ανάμεσα στο οικογενειακό εισόδημα των εργαζομένων και των ανέργων προδίκαζε το αποτέλεσμα στο Γενικό Ερωτηματολόγιο Υγείας (General Health Questionnaire), που αποτελεί αξιόπιστο εργαλείο για τη μέτρηση του επιπέδου υγείας σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Σε άλλη μελέτη, οι άνεργοι που ήταν αναγκασμένοι να δανειστούν χρήματα κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους διέτρεχαν διπλάσιο κίνδυνο κατάθλιψης από άλλους άνεργους που δεν είχαν δανειστεί. Οι ίδιοι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι, εκτός από την κατάθλιψη, ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος και για τη σωματική υγεία.

Σε ανάλογες διαπιστώσεις κατέληξαν και έρευνες που έγιναν σε άλλες χώρες. Στις ΗΠΑ, οι οικονομικές δυσκολίες των ανέργων ευθύνονται πολύ περισσότερο για τις διαταραχές στην υγεία τους απ’ ό,τι η μειωμένη κοινωνική ενσωμάτωση ή η αυξημένη συχνότητα δυσάρεστων γεγονότων.

Στη Δανία, υπήρξε ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στα οικονομικά προβλήματα των ανέργων (ανδρών και γυναικών) και στην κλονισμένη τους υγεία, ενώ σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει και η μοναξιά. Οι οικονομικές επιπτώσεις της ανεργίας στην υγεία έχουν συνήθως βραχυχρόνιο χαρακτήρα (σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, δεν ξεπερνούν τους 12 με 18 μήνες).

Μετά το διάστημα αυτό, οι εργαζόμενοι δείχνουν να προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες.

Σχετικά με τη δεύτερη κατηγορία ερμηνειών, η απώλεια της εργασίας αποτελεί αναμφισβήτητα σημαντική πηγή στρες. Μεταξύ των 42 πιο στρεσογόνων γεγονότων, η απώλεια της εργασίας καταλαμβάνει την 8η θέση. Στα σύγχρονα κράτη πρόνοιας, με τα ταμεία ανεργίας και την πολύπλευρη κοινωνική υποστήριξη, η ανεργία μπορεί να συνεπάγεται τις περισσότερες φορές σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αλλά δεν οδηγεί σε πείνα και σε εξαθλίωση.

Πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι ο βασικός λόγος που η ανεργία αποτελεί στρεσογόνο εμπειρία είναι κυρίως επειδή η εργασία συνεπάγεται και μη οικονομικά οφέλη, που έχουν χαρακτηριστεί ‘λανθάνουσες συνέπειες της εργασίας’, όπως η χρονοοργάνωση της ημέρας ή η αυτοεκτίμηση και ο σεβασμός των άλλων.

Η σημασία των μη οικονομικών συνεπειών της εργασίας τεκμηριώνεται από έρευνες που έχουν γίνει κυρίως στις Σκανδιναβικές χώρες. Στην περιοχή της Στοκχόλμης οι άνεργοι που ανέφεραν περισσότερη δραστηριότητα και κοινωνικές επαφές είχαν καλύτερη ψυχική υγεία από τους άλλους άνεργους.

 Όσοι, εξάλλου, εργάζονταν ακόμα και με χαμηλούς μισθούς ήταν πιο δραστήριοι και ψυχικά πιο υγιείς από τους άνεργους. Σε άλλη έρευνα, στη Φινλανδία, όσοι από τους άνεργους βιομηχανικούς εργάτες έβρισκαν ξανά εργασία παρουσίαζαν σημαντική βελτίωση της ψυχικής τους υγείας, ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση πριν ή μετά την επαναπρόσληψή τους.

Στην Ιταλία τέλος, απολυμένοι εργάτες παρουσίαζαν επιδείνωση της ψυχικής και σωματικής τους υγείας, παρά το γεγονός ότι συνέχιζαν να λαμβάνουν κανονικά το μισθό τους.

Σε ό,τι αφορά το ρόλο του στρες, αρνητικές επιδράσεις στην υγεία καταγράφονται και κατά την περίοδο που οι εργαζόμενοι αναμένουν την απόλυσή τους. Όσο για τη σωματική τους υγεία, αυτή όχι μόνο συνεχίζει να επιδεινώνεται μετά την απώλεια της εργασίας, αλλά (σε αντίθεση με την ψυχική), δεν δείχνει και να βελτιώνεται μετά από τυχόν επαναπρόσληψη.

Στο Μάλμο της Σουηδίας, ο κίνδυνος κλεισίματος ενός ναυπηγείου είχε επιπτώσεις την υγεία των εργαζομένων. Το μέγεθος των επιπτώσεων εξαρτιόταν από τις προοπτικές της μελλοντικής οικονομικής τους εξασφάλισης. Οι άνδρες εργαζόμενοι άνω των 58 ετών, που είχαν τη δυνατότητα να περάσουν με ευνοϊκές ρυθμίσεις σε πρόωρη συνταξιοδότηση, δεν παρουσίαζαν χειροτέρευση της ψυχικής τους υγείας, ενώ από τις μετρήσεις της σωματικής τους υγείας παρατηρήθηκε μικρή μόνο αύξηση (κατά 9 mg/100ml)) της χοληστερόλης του αίματος.

Αντίθετα, στους νεότερους εργαζόμενους η απειλή της ανεργίας είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της χοληστερόλης κατά 28 mg/100ml.

Η διερεύνηση μιας πιθανής ανάλογης σχέσης με τα παράνομα ναρκωτικά είναι από τη φύση της πολύ πιο δύσκολη. Σε περιοχή της Αγγλίας νέοι άνεργοι δήλωναν αυξημένη χρήση παράνομων ναρκωτικών. Ανάλογες τάσεις διαπιστώθηκαν και σε νέους άνεργους στη Νορβηγία, οι οποίοι όμως δεν συσχέτιζαν τα παράνομα ναρκωτικά με την καταπολέμηση του στρες, αλλά τα θεωρούσαν μέρος του εναλλακτικού πολιτισμικού προτύπου που υιοθετούσαν λόγω της ανεργίας.

Οι απόπειρες αυτοκτονίας είναι επίσης πιο συχνές στους άνεργους. Με βάση τα στοιχεία της απογραφής του 1971 σε Αγγλία και Ουαλία, διαπιστώθηκαν στους άνεργους υψηλότεροι δείκτες θνησιμότητας από αυτοκτονίες, ιδιαίτερα για τις ηλικίες 36-44.

Όμως, οι δείκτες ανδρικής θνησιμότητας από αυτοκτονίες συνέχιζαν να αυξάνουν στη δεκαετία του 1980, ενώ η ανεργία μειωνόταν.

Οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι τις περισσότερες αυτοκτονίες δεν τις προκαλεί αυτή καθεαυτή η ανεργία, αλλά η συσσώρευση άλλων δυσάρεστων γεγονότων που αυτή προκαλεί, καθώς και η μειωμένη λόγω της ανεργίας, ψυχολογική και κοινωνική δυνατότητα αντιμετώπισης τους.

Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι η απώλεια της κατοικίας και η διάλυση κοινωνικών σχέσεων, φαινόμενα που παρατηρούνται πιο συχνά στους άνεργους.