Σύμφωνα με το Διαγνωστικό Σύστημα του Αμερικανικού Ψυχιατρικού Συλλόγου (DSM- IV-R & DSM-V ) η οριακή ή μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας ανήκει στην Κατηγορία Β’ των διαταραχών προσωπικότητας και σχετίζεται με έντονη συναισθηματική αστάθεια. Το άτομο παρουσιάζει έλλειψη σταθερότητας στις διαπροσωπικές σχέσεις και παρορμητικότητα. Τα συναισθήματα κυμαίνονται από έντονο ενθουσιασμένο σε ακραίο θυμό – στοιχείο που οδηγεί στην καταστροφή των περισσότερων διαπροσωπικών σχέσεων.

Επιπλέον, η παρορμητικότητα και η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά συνήθως εκφράζονται μέσω καταχρήσεων, επεισόδια υπερφαγίας και έντονης σεξουαλικής δραστηριότητας. Τα άτομα με οριακή (μεταιχμιακή) διαταραχή δεν έχουν μια σταθερή εικόνα εαυτού, γεγονός που διαφαίνεται από μεταβολές σε βασικές πτυχές της ταυτότητάς τους, όπως αξίες και επαγγελματικές επιλογές. Ένα ακόμη στοιχείο της διαταραχής είναι πως το άτομο καταβάλλει προσπάθειες ώστε να αποφύγει μία πραγματική ή φανταστική εγκατάλειψη.

Συμπτώματα, ακόμη, αποτελούν τα χρόνια αισθήματα κενού, καθώς και η εμφάνιση παρανοϊκού ιδεασμού και στρεβλωμένης αντίληψης του περιβάλλοντος, κάτω από στρεσογόνες συνθήκες. Τέλος, το πιο ανησυχητικό σύμπτωμα είναι η επανειλημμένη αυτοκτονική συμπεριφορά ή οι πράξεις ακρωτηριασμού – κόψιμο με ξυράφι ή κάψιμο με τσιγάρο. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά εκτελείται ως απάντηση σε αρνητικές συναισθηματικές εμπειρίες όπως θυμός, άγχος, ή «κραυγή για βοήθεια». Μπορεί ακόμη με αυτόν τον τρόπο τα άτομα να προσπαθήσουν να χειραγωγήσουν και να ελέγξουν τις σχέσεις τους και τους άλλους, κυρίως λόγου του φόβου της απόρριψης. Έχει βρεθεί ότι πάνω από το 10% των ατόμων με αυτή τη διαταραχή αυτοκτονεί.

Η οριακή ή μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας εμφανίζεται για πρώτη φορά στην εφηβεία ή στις αρχές την ενηλικίωσης. Έχει βρεθεί ότι τα τρία τέταρτα των ατόμων με αυτή τη διαταραχή δεν πληρούσαν τα κριτήρια διάγνωσης ύστερα από 6 χρόνια. Επιπλέον, μόνο το 6% από αυτούς που παρουσιάζουν βελτίωση υποτροπιάζουν. Έπειτα από την ηλικία των 40 ετών οι περισσότεροι δεν φαίνεται να πληρούν τα διαγνωστική κριτήρια της διαταραχής.

Αίτια

Η διαταραχή αυτή προκύπτει κυρίως από βιολογικούς και ψυχοκοινωνικούς παράγοντες. Όσον αφορά τους βιολογικού παράγοντες, έρευνες έχουν δείξει ότι η κληρονομικότητα και τα γονίδια παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της διαταραχής στο 42% του πληθυσμού. Τα γονίδια επηρεάζουν την εμφάνιση της παρορμητικότητας και συναισθηματικής αστάθειας. Επιπλέον, τα ελλείμματα στην ευαισθησία των υποδοχέων της σεροτονίνης σχετίζονται με την εμφάνιση αυτών των συμπτωμάτων. Άλλες έρευνες έχουν εστιάσει σε νευρολογικούς παράγοντες. Ο ιππόκαμπος των ατόμων με οριακή διαταραχή είναι μικρότερος κατά 20%, ενώ η αμυγδαλή κατά 24%. Τέλος, έχει αποδειχθεί δυσλειτουργία του μετωπιαίου λοβού, ο οποίος βοηθά στον έλεγχο της παρορμητικότητας.

Οι κοινωνικοί παράγοντες όπως η γονεϊκή εγκατάλειψη, το παιδικό τραύμα και η σεξουαλική κακοποίηση μπορούν να προκαλέσουν την ανάπτυξη της οριακής διαταραχής. Οι ψυχολογικές διαδικασίες μεταφράζουν αυτούς τους παράγοντες σε ατομικές εμπειρίες. Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση, οι αρνητικές παιδικές εμπειρίες οδηγούν σε ένα αδύναμο «εγώ» το οποίο επιζητεί διαρκή επιβεβαίωση. Τα άτομα αναπτύσσουν μηχανισμούς άμυνας κατά τους οποίους διαχωρίζουν αντικείμενα και πρόσωπα σαν «όλο καλό» και «όλο κακό», με αποτέλεσμα να αδυνατούν να ενοποιούν ως «όλον» τις θετικές και αρνητικές πλευρές των ίδιων και των υπολοίπων.

Γνωστικοί θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι οι αρνητικές παιδικές εμπειρίες μετατρέπονται σε αρνητικά σχήματα σχετικά με την ταυτότητα και τις σχέσεις του ατόμου με τους άλλους. Αυτά περιλαμβάνουν πεποιθήσεις όπως
«Είμαι κακός», κάτι που οδηγεί σε αυτοτιμωρία, «Κανείς δεν θα με αγαπήσει», το οποίο με τη σειρά του οδηγεί σε σκέψεις όπως «Δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου», που έχει ως αποτέλεσμα την εξάρτηση από τους άλλους. Όσον αφορά την αυτοκτονική συμπεριφορά, το γνωστικό μοντέλο υποστηρίζει ότι είναι αποτέλεσμα χαμηλής αυτοεκτίμησης και έλλειψης εναλλακτικής αντιμετώπισης του στρες.

Διάγνωση

Η αξιολόγηση της οριακής διαταραχής μπορεί να γίνει μέσω κλινικών συνεντεύξεων καθώς και ερωτηματολογίων τα οποία αξιολογούν το επίπεδο και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Πιο συγκεκριμένα, το Borderline Symptom List 23 (BSL-23) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση της ασθένειας. Επίσης, άλλα ερωτηματολόγια είναι το Affective Lability Scales το οποίο μετράει τη συναισθηματική αστάθεια και το Μοντέλο των Πέντε Παραγόντων (the Five Factor Model (UPPS) ) το οποίο χρησιμοποιείται για την παρορμητικότητα. Τέλος, το Suicide Attempt Self-Injury Interview (SASII) μπορεί να αξιολογήσει τα συμπτώματα αυτοτραυματισμού και τάσης αυτοκτονίας.

Θεραπεία

Η θεραπεία των ατόμων με οριακή διαταραχή δεν είναι εύκολη και μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί πολλές μελέτες οι οποίες εξετάζουν την αποτελεσματικότητά της. Ο πυρήνας της Γνωστικής Θεραπείας είναι η εύρεση και η τροποποίηση των γνωστικών σχημάτων που οδηγεί σε μη αποδεκτές συμπεριφορές. Χρησιμοποιείται η προσέγγιση της Γνωστικής Αναλυτικής Θεραπείας. Οι στρατηγικές που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας εξαρτώνται από την πιο προβληματική συμπεριφορά τη δεδομένη στιγμή. Ένας από τους πιο σημαντικούς θεραπευτικούς στόχους είναι η μείωση του ρίσκου για αυτο-ακρωτηριασμό. Αυτό πραγματοποιείται με την εύρεση των σκέψεων και συναισθημάτων που συνοδεύουν ένα επεισόδιο. Το κάθε ένα από αυτά αποτελεί θεραπευτικό στόχο. Όταν υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης αυτοκτονικού επεισοδίου, συγκεκριμένες στρατηγικές, όπως η επίλυση προβλημάτων, χρησιμοποιούνται για τη μείωση του κινδύνου.

Μία ακόμη σημαντική μορφή θεραπείας είναι η Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία, η οποία αποτελείται από συμπεριφορικά στοιχεία. Ο κύριος στόχος και σε αυτή τη θεραπεία είναι η μείωση του αυτο-ακρωτηριασμού και της αυτοκτονικής συμπεριφοράς. Πραγματοποιείται σε ατομικές και ομαδικές συνεδρίες. Το μοντέλο περιλαμβάνει τέσσερα στάδια. Το πρώτο στάδιο είναι η αντιμετώπιση των επικίνδυνων παρορμητικών συμπεριφορών, με στόχο την απόκτηση μεγαλύτερου ελέγχου. Το δεύτερο στάδιο εστιάζεται στην ανάπτυξη ικανοτήτων ρύθμισης και ελέγχου της υπερβολικής συναισθηματικότητας. Το τρίτο στάδιο εστιάζεται στην βελτίωση των διαπροσωπικών σχέσεων και τέλος, το τέταρτο στάδιο έχει ως στόχο την ενίσχυση της σύνδεσης του ατόμου με τους άλλους, καθώς και της δυνατότητας να είναι ευτυχισμένο. Έχει αποδειχθεί αποτελεσματική μορφή θεραπείας στη μείωση την παρορμητικότητας και αυτοκτονικής συμπεριφοράς.

Τέλος, η φαρμακοθεραπεία χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της διαταραχής, κυρίως για τον έλεγχο του θυμού και της επιθετικότητας. Οι βενζοδιεζαπίνες φαίνεται να είναι χρήσιμες για την αντιμετώπιση τους άγχους. Επίσης, τα άτυπα αντιψυχωτικά, όπως ολανζαπίνη, μπορούν να βελτιώσουν την κατάσταση των ατόμων που έχουν ήδη υποβληθεί σε διαλεκτική συμπεριφορική θεραπεία.

 

Πηγές: Bennett, P. (2011). Abnormal and Clinical Psychology ( 3rd Ed). Open University Press Kring, A.M., Davison, G.C., Neale, J.M., Johnson, S.L. (2007). Abnormal Psychology. John Wiley & Sons,Inc