Ειδικοί επιστήμονες - σχετικοί με το αντικείμενο της αναπτυξιακής νευροβιολογίας και νευροφυσιολογίας του παιδικού εγκεφάλου- έχουν επανειλημμένως τονίσει την καταλυτική σημασία της πρώιμης διδασκαλίας ερεθισμάτων (πρώιμων εκπαιδευτικών πληροφοριών) στην εκτενέστερη και πλουσιότερη ανάπτυξη του παιδικού εγκεφάλου και στην ενδυνάμωση των λειτουργιών της εργαζόμενης μνήμης.

Οι θετικές επιπτώσεις των πρώιμων εμπειριών στον αναπτυσσόμενο παιδικό εγκέφαλο, έχουν πειραματικά εντοπισθεί, αρχικά σε πτηνά και κατόπιν σε θηλαστικά.

Αποδεικνύεται με σαφήνεια ότι και στον παιδικό εγκέφαλο, όταν παρατηρείται ένδεια ή ανεπάρκεια από μαθησιακές εμπειρίες και έλλειψη από ειδικότερες πληροφορίες αγωγής, τις κρίσιμες περιόδους (critical periods) μετά τη γέννηση, τότε, πολύ συχνά, τα παιδιά εμφανίζουν μειωμένη αποτύπωση (imprinting) συμπεριφορικά και μνημονικά, σε συγκεκριμένα εγκεφαλικά κέντρα.

(Liberakis , 1997)

Αυτό ισχύει τόσο για τα οπτικά αποτυπώματα (οπτικές πληροφορίες) όσο και τα κουστικά (ακουστικές πληροφορίες), ιδιαίτερα κατά τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής.

Έχει διαπιστωθεί ότι οι διαταραχές ακοής από υποτροπιάζουσα μέση ωτίτιδα κατά την προσχολική ηλικία, προκαλούν, ήπιου ή μέτριου βαθμού :

  • καθυστέρηση στην ανάπτυξη της γλώσσας
  • μειωμένη ποσότητα εκφοράς λόγου
  • ελαχιστοποίηση της επίτευξης στόχων που απαιτούν σύνθετη, ακουστική μνήμη.

Επίσης, εάν υπάρχει πρόωρη, σημαντικού βαθμού απώλεια ακοής ή δυσλειτουργική- στερητική σχέση με τη μητέρα, τότε αργότερα, κατά την έναρξη της δεύτερης παιδικής ηλικίας, εμφανίζονται συνήθως :

  • πιθανή καθυστέρηση στη σχολική επίδοση
  • κενά στη λεκτική επικοινωνία – πιθανή ελλιπής λεξιλογική ενημερότητα
  • μειωμένη ανταπόκριση του παιδιού στις μαθησιακές διαδικασίες, κατά την α’παιδική ηλικία (3 – 6 έτη).