Όλοι μας γνωρίζουμε ανθρώπους από το κοντινό μας, οικογενειακό και φιλικό, περιβάλλον οι οποίοι νοσούν από κάποιο χρόνιο νόσημα, όπως ο καρκίνος.

Το ερώτημα είναι αν μπορεί και κατά πόσο στις περισσότερες των περιπτώσεων αυτών, το οικογενειακό περιβάλλον, να παίξει έναν ιδιαίτερα ενεργό ρόλο και πώς πρέπει να συμπεριφερθεί προς τον ασθενή.
Η απάντηση σίγουρα είναι ναι, μπορεί να διαδραματίσει ένα απίστευτα ζωτικό ρόλο και θα προσπαθήσουμε, παρά τους περιορισμούς του γραπτού λόγου, να τον περιγράψουμε.

Μία όχι τόσο σωστή αντιμετώπιση, που επικρατεί ιδιαίτερα στη χώρα μας, είναι το οικογενειακό περιβάλλον να ‘αποκρύπτει’ την ιατρική διάγνωση της ασθένειας από τον ασθενή, μια και είναι συχνό το οικογενειακό περιβάλλον να ενημερώνεται πρώτο από τους γιατρούς.

Εκτός από κάποιες περιπτώσεις, όπου και σε αυτές χρήσιμη θα ήταν η καθοδήγηση της οικογένειας από ψυχολόγο (σχετικά με τη γνωστοποίηση της ασθένειας στον ασθενή), η απόκρυψη της ιατρικής διάγνωσης, δεν σημαίνει ότι ο ασθενής δεν διαισθάνεται, δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του (πχ.

τη συναισθηματική φόρτιση των δικών του ανθρώπων, τη στάση των γιατρών). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η απόκρυψη μπορεί να ‘τοποθετήσει’ τον ασθενή σε μία παρατεταμένη κατάσταση άγχους, η οποία θα έχει ποικίλες δυσάρεστες συνέπειες.

Πριν τις αναφέρουμε, πρέπει να τονίσουμε ότι δεν εννοούμε ότι η γνωστοποίηση της ιατρικής διάγνωσης πρέπει να γίνεται απροκάλυπτα και από οποιονδήποτε.

Έχει αποδειχθεί από τον κλάδο της νευροψυχολογίας ότι το ανοσοποιητικό μας σύστημα ‘επικοινωνεί’ με το νευρικό σύστημα. Τα συναισθήματά μας δεν είναι κάτι τόσο ‘άυλο’ όσο νομίζουμε, ούτε είμαστε έρμαιο σε αυτά.

Ένα γεγονός το οποίο μπορεί να είναι δυσάρεστο, θα μπορούσαμε μεταφορικά να πούμε ότι πρώτα ‘φιλτράρεται’ από τον εγκέφαλό μας μέσω μιας ‘αυτόματης’ σκέψης (πολλές φορές ούτε που την αντιλαμβανόμαστε ότι την κάνουμε). Η στενοχώρια που θα μας προκαλέσει το συγκεκριμένο γεγονός (μέσω της σκέψης που θα κάνουμε για το γεγονός, πρέπει να τονιστεί αυτό), μεταφράζεται σε μία μεταβολή των χημικών ουσιών στον εγκέφαλό μας (οι λεγόμενοι ‘νευροδιαβιβαστές’) οι οποίοι μας ‘κάνουν’ να νιώθουμε την ποικιλία των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Ο εγκέφαλός μας, ανάλογα με τα συναισθήματα που νιώθουμε, επηρεάζει μέσω του νευρικού συστήματος όλο μας το σώμα, και βεβαίως την καλή ή μέτρια λειτουργία του ανοσοποιητικού μας συστήματος (τη μέτρια ή υψηλή παραγωγή δηλαδή κυττάρων δολοφόνων και τα κύτταρα τύπου Τ, τα οποία επιτίθενται στα καρκινικά κύτταρα).

Το γεγονός ότι αυτό που καθημερινά αποκαλούμε ‘ψυχική διάθεση’, ‘συναισθηματική διάθεση’ δεν είναι κάτι το οποίο έχει να κάνει κυριολεκτικά με τη φιλοσοφική/θρησκευτική έννοια της ψυχής, είναι ίσως πιο απλό να το εξηγήσουμε, παρατηρώντας την επίδραση που έχει στο νευροδιαβιβαστή Σεροτονίνη (έναν από τους πιο βασικούς υπεύθυνους για την συναισθηματική μας διάθεση) η κατανάλωση σοκολάτας στους περισσότερους ανθρώπους.

Λόγω της επίδρασης αυτής, παρατηρούμε και μια, προσωρινή έστω, βελτίωση της συναισθηματικής μας διάθεσης.

Η ουσία είναι ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τι είδους συναισθήματα μπορεί να νιώσουμε (χαρά, λύπη) από κάποιο γεγονός, μπορούμε όμως να ελέγξουμε το πόσο θα διαρκέσουν και το να τα μεταβάλουμε, βελτιώνοντας επακόλουθα, σύμφωνα με όσα αναφέραμε, το ανοσοποιητικό μας σύστημα.

Αυτό είναι εμφανές στην περίπτωση απώλειας κάποιου αγαπημένου μας προσώπου. Είναι αναπόφευκτο να εμποδίσουμε την αυθόρμητη συναισθηματική σκέψη που άμεσα επέρχεται και να μη νιώσουμε λύπη, ούτε θα μπορούσαμε ποτέ να πούμε ότι η λύπη δεν είναι ένα ‘χρήσιμο’ και απαραίτητο να το βιώσουμε, συναίσθημα.

Βλέπουμε όμως ότι σε πολλούς ανθρώπους το συναίσθημα της λύπης παρατείνεται για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, και δεν έχουν τη ‘θέληση’ να ξεφύγουν από αυτό. Το ίδιο συχνά συμβαίνει σε καρκινοπαθείς ή σε ασθενείς με άλλα χρόνια νοσήματα.

Γιατί συμβαίνει αυτό

Σε αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να ανοίξουμε μία μικρή παρένθεση, για να μιλήσουμε σύντομα και απλά για δύο περιοχές του εγκεφάλου μας, οι οποίες είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. Θα μπορούσαμε απλοϊκά να τις ονομάσουμε Λογικό και Συναισθηματικό εγκέφαλο.

Ο πρώτος, βρίσκεται στην περιοχή του μετωπιαίου λοβού, περίπου στο μέτωπό μας δηλαδή, και θα τον χαρακτηρίζαμε ως την έδρα της λογικής μας σκέψης, των σχεδίων που οργανώνουμε κλπ.
Ο δεύτερος (ονομάζεται και Μεταιχμιακό σύστημα) βρίσκεται περίπου στο κέντρο του εγκεφάλου μας και θα τον χαρακτηρίζαμε ως την έδρα των συναισθημάτων.

Οι δύο αυτές περιοχές βρίσκονται σε μία πολύ καλή και συνεχή συνεργασία σε όλη μας τη ζωή. Εάν, για παράδειγμα, βρεθούμε μπροστά στον κίνδυνο ενός φιδιού, ο συναισθηματικός εγκέφαλος αντιδρά αυτόματα ενεργοποιώντας τη διαδικασία του άγχους και ετοιμάζει το σώμα μας για να τρέξει μακριά ή να παλέψει με τον κίνδυνο.

Ο λογικός εγκέφαλος μπορεί να παρέμβει δέκατα του δευτερολέπτου μετά και να ‘ηρεμήσει’ τη συναισθηματική μας αντίδραση, ‘σκεπτόμενος’, για παράδειγμα, τη χρήση ενός κλαδιού για να αντιμετωπίσουμε το φίδι. Εάν όμως αφεθούμε στον πανικό του συναγερμού του συναισθηματικού μας μυαλού, ο λογικός εγκέφαλος, παρ’ ότι πιο ισχυρός, δεν θα μπορέσει να του επιβληθεί, αυτό που αλλιώς θα λέγαμε ότι κάποιος ‘κοκάλωσε’ από τον φόβο του.

Η τελευταία πρόταση αφορά μία συναισθηματική κατάσταση την οποία μπορεί να βιώσει ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών, όπου εδώ ο κίνδυνος, όπως τον ερμηνεύει ο ανθρώπινος εγκέφαλος, δεν είναι ένα φίδι αλλά η ασθένεια, που και στην προκειμένη περίπτωση απειλεί την ζωή.

Πού αποσκοπεί όμως η παρέμβαση του ειδικού ψυχολόγου ή και ψυχιάτρου, εάν αυτό απαιτείται;

Ο ειδικός αποσκοπεί, εμμέσως βεβαίως, στη βελτίωση και ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος του ασθενούς, κάτι το οποίο είναι ιδιαίτερα πιθανό ότι μπορεί πολλές φορές να οδηγήσει, όπως πολλές έρευνες έχουν δείξει, σε τεράστια βελτίωση της υγείας του ασθενούς.

Προκειμένου να συμβεί αυτό, είναι απαραίτητο όχι μόνο άμεσα να βελτιωθεί η συναισθηματική διάθεση του ασθενούς, αλλά να ‘μάθει’ και ο ασθενής να τη ‘βελτιώνει’ μόνος του. Πρωτίστως δηλαδή, είναι απαραίτητο να γνωστοποιηθεί στον ασθενή από τον ειδικό, ο ‘έλεγχος’ που μπορεί να ασκήσει το μυαλό του κάθε ανθρώπου (ο λογικός εγκέφαλος δηλαδή), εφ’ όσον ‘εκπαιδευτεί’, στη συναισθηματική μας διάθεση και κατ’ επέκταση, εμμέσως, στο ανοσοποιητικό μας σύστημα.

Είναι εξίσου απαραίτητο, να διερευνηθούν οι αρνητικές σκέψεις που κάνει ο ασθενής για την κατάστασή του, και οι οποίες ενισχύουν την καταθλιπτική του διάθεση, η οποία αποδυναμώνει την άμυνα του οργανισμού του.

Πρόκειται όπως αναφέραμε, για την ‘άνευ όρων παράδοση’ του λογικού μας μυαλού στα αρνητικά συναισθήματα του συναισθηματικού μας εγκεφάλου, τα οποία φέρνουν σε έναν ατελείωτο κύκλο περισσότερες αρνητικές σκέψεις, αυτές με τη σειρά τους φέρνουν περισσότερα αρνητικά συναισθήματα και ούτω καθ’ εξής.

Μία παραίτηση, την οποία δεν πρέπει να την καταδικάσουμε, μπορούμε όμως να τη σταματήσουμε. Για να γίνει αυτό, πρέπει ο ασθενής με τη συνδρομή του ειδικού πάντα, να διερευνήσει ή να δημιουργήσει κίνητρα ισχυρά, τα οποία να τον κάνουν να θέλει να ‘παλέψει’ για τη ζωή του.

Πολλές φορές, αρνητικές σκέψεις που μπορεί να κάνει ο ασθενής, σχετικά με το οικογενειακό του περιβάλλον, μπορεί να στέκονται ‘εμπόδιο’ στη δημιουργία κινήτρων, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι μπορεί να νιώθει ότι γίνεται ‘βάρος’ για την οικογένεια του.

Αυτός μπορεί να είναι ένας από διάφορους λόγους για τους οποίους ο ασθενής μπορεί να δείχνει ένα έντονο πείσμα και άρνηση να βοηθηθεί, ακόμη και από τους ειδικούς γιατρούς, λόγοι οι οποίοι πρέπει οπωσδήποτε να διερευνηθούν από ψυχολόγο, ο οποίος είναι ειδικός στο πώς να προσεγγίσει τον ασθενή.

Σε αυτό το σημείο ο χειρισμός από την οικογένεια είναι ιδιαίτερα σημαντικός, η οικογένεια δεν πρέπει να συμπεριφέρεται με οίκτο και να δείχνει ότι λυπάται τον ασθενή. Η συμπεριφορά αυτή βεβαίως δεν πρέπει να εφαρμοστεί τυχαία από το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά υπό την καθοδήγηση ειδικού.


Περιγραφικά θα μπορούσαμε μόνο να πούμε ότι ο οίκτος ‘περνά’ στον ασθενή την εικόνα ότι διαφέρει από τους άλλους, ότι είναι ανήμπορος και μελλοθάνατος (αφού τον λυπούνται).

Το παρατεταμένο άγχος ενός ανθρώπου που αντιμετωπίζει μια τέτοια ασθένεια, πολύ συχνά τον οδηγεί σε καταθλιπτική διάθεση και απόσυρση από την καθημερινή ζωή, ακόμα και από αγαπημένες του δραστηριότητες. Η αποφυγή του κόσμου (λόγω φόβου) ακόμα και να κάνει μια συζήτηση για την ασθένεια, καθώς είναι θέμα στενόχωρο, έχει ως αποτέλεσμα ο ασθενής να νιώθει ότι έχει κάποιο ‘μίασμα’ και συναισθήματα ντροπής για την ασθένεια του, τα οποία πρέπει να αντιμετωπισθούν.

Η κατάσταση αυτή φυσικά δεν πρέπει να αφεθεί στην τύχη της, ακόμα και αν ο ασθενής δεν δείχνει φαινομενικά ενδιαφέρον να την αλλάξει. Αυτό, όπως αναφέραμε, οφείλεται στην καταθλιπτική διάθεση του ασθενούς και εναπόκειται στο οικογενειακό περιβάλλον του ασθενούς πολλές φορές, να του ασκήσει πίεση, προκειμένου να επισκεφθεί ψυχολόγο.

Σιγά σιγά, εφόσον ο ασθενής ‘νιώσει’ εμπιστοσύνη προς τον ειδικό, επιθυμεί και ζητά ο ίδιος τη συνέχιση της ψυχοθεραπείας με ιδιαίτερη θέρμη.

Συμπληρωματικά με την ατομική ψυχοθεραπεία, η ομαδική ψυχοθεραπεία μπορεί να διαδραματίσει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο.

Σε αυτήν την περίπτωση η ομάδα αποτελείται από ανθρώπους που έχουν ξεπεράσει ή περνούν την ίδια στιγμή την ίδια ασθένεια, και τροφοδοτεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δυναμικό, τη διάθεση του ασθενούς να ‘αγωνιστεί’ κατά της ασθένειας του.

Επίσης ο ειδικός ‘καθοδηγεί’ με ατομικές ή και ομαδικές συνεδρίες, καθώς είναι ιδιαίτερα σημαντικό, και τα άτομα του οικείου περιβάλλοντος του ασθενή, προκειμένου να τους βοηθήσει να κατανοήσουν το σωστό τρόπο αντιμετώπισης του ασθενή και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να τον βοηθήσουν εκείνοι στoν καθημερινό του αγώνα.