Η απώλεια οστικής πυκνότητας, είτε οφείλεται σε οστεοπόρωση είτε σε πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή καρκίνο των σπονδύλων προκαλεί συμπιεστικά κατάγματα, δηλαδή κατάγματα στους σπονδύλους. Η σπονδυλοπλαστική και η κυφοπλαστική είναι ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές για την αντιμετώπιση αυτών των καταγμάτων.

Συγκεκριμένα, στη σπονδυλοπλαστική, οι γιατροί με τη βοήθεια ακτινογραφίας ή αξονικής τομογραφίας εγχύουν ένα ειδικό μείγμα τσιμέντου στο κάταγμα, μέσω μιας κοίλης βελόνας. Στην κυφοπλαστική, αρχικά εισέρχεται μέσα στο σπασμένο οστό ένα μπαλόνι (μέσω της βελόνας), προκειμένου να δημιουργηθεί χώρος.

Κατόπιν, αφαιρείται το μπαλόνι και στον χώρο που έχει δημιουργηθεί εγχέεται το μίγμα τσιμέντου. Ουσιαστικά, το οστικό τσιμέντο αποκαθιστά το ύψος σε μερικούς από τους συμπιεσμένους σπονδύλους.

Το πολλαπλούν μυέλωμα είναι μια μορφή καρκίνου του μυελού των οστών ο οποίος καθιστά τα οστά πιο επιρρεπή σε κατάγματα. Η σπονδυλοπλαστική μπορεί να αντιμετωπίσει τα κατάγματα που προκαλούνται απ’ αυτή τη νόσο και να βοηθήσουν τον ασθενή να αντιμετωπίσει καλύτερα την αυστηρή θεραπευτική αγωγή του πολλαπλού μυελώματος, μειώνοντας τον πόνο, τη λήψη ναρκωτικών ουσιών (κατά 40%) και βελτιώνοντας την κίνηση του ασθενή.

Αξιοσημείωτο είναι δε ότι σχεδόν ποτέ δεν παρατηρείται νέα βλάβη στους σπονδύλους στους οποίους γίνεται η επέμβαση.

Τα κατάγματα που οφείλονται σε πολλαπλούν μυέλωμα είναι πιο περίπλοκα από αυτά που οφείλονται σε οστεοπόρωση. Όμως, ακόμα και τα χειρότερα κατάγματα μπορούν να αντιμετωπισθούν με μια σχεδιασμένη προσέγγιση, χωρίς την ανάγκη ανοικτής εγχείρισης.

Όσον αφορά στα οστεοπορωτικά συμπιεστικά κατάγματα, η σπονδυλοπλαστική είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική. Ενδείκνυται όταν η συντηρητική αντιμετώπιση δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα και όταν το κάταγμα είναι επώδυνο.

Αν και δεν θεραπεύει τη νόσο που προκάλεσε το κάταγμα, η σπονδυλοπλαστική προσφέρει στους ασθενείς ανακούφιση από τον πόνο, με άμεση συνέπεια τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής τους.

Τόσο η σπονδυλοπλαστική όσο και η κυφοπλαστική αυξάνουν τις λειτουργικές ικανότητες του ασθενή, ο οποίος επιστρέφει στο προηγούμενο επίπεδο δραστηριότητας χωρίς καμία μορφή φυσικής θεραπείας ή αποκατάστασης. Μάλιστα, μετά τη σπονδυλοπλαστική, περίπου το 75% των ασθενών επιτυγχάνει ανάκτηση της χαμένης κινητικότητας, γίνονται πιο ενεργοί -γεγονός που βοηθά στη μάχη κατά της οστεοπόρωσης- αναπτύσσει μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη που βοηθά στην περαιτέρω ενθάρρυνση της κινητικότητας.

Οι ασθενείς που ήταν ακινητοποιημένοι μπορούν να σηκωθούν από το κρεβάτι, μειώνοντας τον κίνδυνο πνευμονίας. Στα πλεονεκτήματα συγκαταλέγεται και η μικρή τομή, όμως το κύριο πλεονέκτημα είναι ότι πρόκειται για ασφαλείς και αποτελεσματικές διαδικασίες.

Οι κίνδυνοι των τεχνικών είναι ελάχιστοι και αντιμετωπίσιμοι, μεταξύ των οποίων είναι η πιθανότητα μόλυνσης (1 στους 1000) που αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση αντιβιοτικής θεραπείας, η αλλεργική αντίδραση και η διαρροή μικρής ποσότητας οστικού τσιμέντου έξω από το σπονδυλικό vertebral σώμα, το οποίο δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, εκτός εάν η διαφυγή γίνει προς το νωτιαίο κανάλι.

Σύμφωνα με μελέτες, στους ασθενείς με συμπιεστικά κατάγματα είτε λόγω οστεοπόρωσης είτε λόγω πολλαπλού μυελώματος (κακοήθεια) που υποβλήθηκαν σε σπονδυλοπλαστική, σχεδόν ποτέ δεν παρατηρείται νέα βλάβη στους σπονδύλους στους οποίους έγινε η επέμβαση.

Συμπερασματικά λοιπόν με τις ελάχιστα επεμβατικές αυτές τεχνικές αντιμετώπισης των καταγμάτων στους σπονδύλους, μειώνεται ο πόνος, η χρήση φαρμάκων και η αναπηρία.