Επιμέλεια: Ελίνα Ιωάννου, MSc SRD

Γενικά, η κατανάλωση πράσινου τσαγιού έχει συσχετισθεί με μειωμένο κίνδυνο νοσηρότητας και θνησιμότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα. Η πιθανή ευεργετική επίδραση αποδίδεται στα φλαβονοειδή του τσαγιού, τις γνωστές κατεχίνες.

Το πράσινο και το μαύρο τσάι, που είναι και τα δημοφιλέστερα είδη τσαγιού που καταναλώνονται στις δυτικού τύπου κοινωνίες, έχουν διαφορετική περιεκτικότητα σε κατεχίνες, όπως επίσης διαφέρουν ως προς την ποσότητα καφείνης που περιέχουν.

Το πράσινο τσάι περιέχει λιγότερη καφείνη.

Επιπλέον, το πράσινο τσάι περιέχει μονομερείς κατεχίνες, ενώ στο μαύρο τσάι οι κατεχίνες οξειδώνονται και σχηματίζουν διμερή και πολυμερή μόρια, τα οποία καλούνται θειαφλαβίνες και θειαρουμπιγίνες αντίστοιχα. Τέτοιου είδους οξειδώσεις δεν λαμβάνουν χώρα στο πράσινο τσάι, με αποτέλεσμα τα αντιοξειδωτικά του να θεωρούνται πιο ισχυρά από αυτά του μαύρου τσαγιού και κατά συνέπεια, να ασκεί μεγαλύτερη καρδιοπραστατευτική προστασία από το μαύρο τσάι.



Η δυσλειτουργία του ενδοθηλίου παίζει τεράστιο ρόλο στην εξέλιξη της αθηροσκλήρωσης και ανήκει στις παραμέτρους που καθορίζουν τον κίνδυνο για εμφάνιση καρδιοπάθειας. Η διαστολή που προκαλείται από τη ροή του αίματος (FMD-Flow-mediated dilatation) στη βραχιώνια αρτηρία εξαρτάται από το ενδοθήλιο και συσχετίζεται με την ενδοθηλιακή λειτουργία των στεφανιαίων αρτηριών.

Αυτή η παράμετρος αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα προσμέτρησης του κινδύνου εμφάνισης καρδιοπάθειας.

Η κατανάλωση μαύρου τσαγιού έχει συσχετισθεί με βελτίωση της λειτουργίας του ενδοθηλίου τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Αντίθετα, η επίδραση του πράσινου τσαγιού στη λειτουργία του ενδοθηλίου μεγάλων αρτηριών, όπως της βραχιώνιας αρτηρίας, δεν έχει ακόμη διευκρινισθεί.

Στο τεύχος Ιουλίου του επιστημονικού περιοδικού The European Society of Cardiology, δημοσιεύτηκε μία μελέτη από ομάδα Ελλήνων επιστημόνων της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. Σκοπός λοιπόν της συγκεκριμένης μελέτης, ήταν να διερευνηθεί η επίδραση της κατανάλωσης πράσινου τσαγιού και της καφείνης που περιέχει, στη διαστολή που προκαλείται από τη ροή του αίματος (FMD) στη βραχιώνια αρτηρία σε υγιείς ενήλικες.

Επιπλέον, η μελέτη εξέτασε την επίδραση σε δείκτες φλεγμονής [C-αντιδρώσα πρωτείνη, ιντερλευκίνη 6 (ΙΙ-6) και ιντερλευκίνη 1b (ΙΙ-1β)], όπως επίσης μετρήθηκε και η αντιοξειδωτική ικανόητητα του πλάσματος.

Στη μελέτη συμμετείχαν 14 υγιείς ενήλικες, ηλικίας 30±3 ετών, οι οποίοι δεν είχαν παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων, με εξαίρεση το κάπνισμα (50% των συμμετεχόντων ήταν καπνιστές). Στους συμμετέχοντες χορηγήθηκαν σε τρία διαφορετικά χρονικά διαστήματα τα εξής: (α) 6g πράσινου τσαγιού, (β) 125mg καφεϊνης (ποσότητα που αντιστοιχεί στα 6g πράσινου τσαγιού) και (γ) ζεστό νερό.

Η διάμετρος της βραχιώνιας αρτηρίας δεν επηρεάστηκε ούτε από το τσάι ούτε από την καφείνη. Η FMD ωστόσο αυξήθηκε σημαντικά μετά τη χορήγηση του πράσινου τσαγιού, ενώ η καφείνη δεν είχε στατιστικά σημαντική επίδραση σε αυτήν.

Επιπλέον, τόσο το τσάι όσο και η καφείνη δεν επηρέασαν τους δείκτες φλεγμονής [C-αντιδρώσα πρωτείνη, ιντερλευκίνη 6 (ΙΙ-6) και ιντερλευκίνη 1b (ΙΙ-1β)], αλλά ούτε και την αντιοξειδωτική ικανότητα του πλάσματος.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα ευρήματα της μελέτης αυτής, είναι ότι η κατανάλωση πράσινου τσαγιού φαίνεται να μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιοπάθειας, καθώς φαίνεται ότι ασκεί ευεργετική επίδραση στη λειτουργία του ενδοθηλίου, όπως αυτή προσμετράται από τη διαστολή λόγω ροής (FMD) στη βραχιώνια αρτηρία.




Πηγές: Πηγή: Alexopoulos N et al. The acute effect of green tea consumption on endothelial function in healthy individuals. The European Society of Cardiology 2008; 15(3): 300-305