Για το θέμα αυτό υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις. Υπάρχουν κάποιες μελέτες που έχουν δείξει στο παρελθόν ότι μεγάλη δόση καφεΐνης συσχετίζονταν με απώλεια οστικής μάζας σε γυναίκες που βρίσκονται σε εμμηνόπαυση. Ακόμα ορισμένες μελέτες δείχνουν αύξηση στην αποβολή ασβεστίου με τα ούρα όταν γίνεται κατάχρηση καφεΐνης.



Όμως η ορθότητα αυτών των αποτελεσμάτων αμφισβητείται από άλλους ερευνητές, αφού η απώλεια οστικής μάζας οφείλεται κυρίως σε άλλους εξωγενείς παράγοντες και δεν σχετίζεται τόσο με την καφεΐνη. Ο σημαντικότερος από αυτούς τους παράγοντες φαίνεται ότι είναι η ελλιπής πρόσληψη ασβεστίου με την τροφή, ενώ η απουσία τακτικής φυσικής δραστηριότητας αποτελεί εξίσου σημαντικό αίτιο.

Έτσι η συσχέτιση της οστεοπόρωσης με την κατανάλωση καφεΐνης είναι μάλλον μικρής σημασίας.

Τελευταία το ενδιαφέρον των ερευνητών έχει στραφεί σε ένα γονίδιο που ονομάζεται VDR και είναι ο υποδοχέας της βιταμίνης D. Το γονίδιο αυτό με απλά λόγια εκφράζεται ως κληρονομική προδιάθεση για οστεοπόρωση. Σε μια πρόσφατη έρευνα φάνηκε ότι σε γυναίκες με 'προβληματικό' γονιδίωμα, εκείνες που κατανάλωναν υπερβολική δόση καφεΐνης είχαν μείωση οστικής πυκνότητας.

Αντίθετα, η μείωση, αν και υπαρκτή, ήταν μικρότερη σε εκείνες που δεν έκαναν κατάχρηση στην καφεΐνη.

Συμπερασματικά, δεν υπάρχουν σαφή επιστημονικά δεδομένα που να καταδεικνύουν σαφή σχέση ανάμεσα στην καφεΐνη και στην οστεοπόρωση, εκτός κι αν γίνεται κατάχρηση της ουσίας. Γενικά πάντως, συστήνεται κατανάλωση μικρότερη των 300mg καφεΐνης ημερησίως για τις ομάδες κινδύνου, όπως οι εμμηνοπαυσιακές γυναίκες, οι γυναίκες με οστεοπενία και άτομα με κληρονομική προδιάθεση οστεοπόρωσης, ποσό που αντιστοιχεί σε 2 κούπες καφέ ή 4 κούπες τσάι ή 6 κουτιά από τα περισσότερα καφεϊνούχα αναψυκτικά τύπου cola.


Πηγές: www.nutrimed.gr