Αυτό είναι ένα από τα πολλά θλιβερά μηνύματα που έστειλαν στο περιοδικό NATURE ερευνητές από το Αφγανιστάν, μετά την κατάληψη της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν στις 15 Αυγούστου και την σταδιακή, μέχρι του τέλους, αποχώρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στις 31 Αυγούστου.

Οι ερευνητές, σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο του περιοδικού (NATURE 597, 8, 2021[1]), είναι μεταξύ εκείνων που πλέον ανήκουν στις ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η κύρια πηγή χρηματοδότησης και στήριξης των συνεργασιών τους, και η πρόσφατη αποχώρηση των ΗΠΑ τούς θέτει σε αυξημένο κίνδυνο διώξεων από το νέο καθεστώς που ανέλαβε τη Διοίκηση.

Τα περισσότερα πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα παραμένουν κλειστά και πολλοί υπάλληλοι και φοιτητές — γυναίκες και άνδρες — κρύβονται. Ο Υπεύθυνος Γραφείου Τύπου του ΕΚΠΑ, Δημήτρης Κουτσομπόλης, και ο Πρύτανης του ΕΚΠΑ, Θάνος Δημόπουλος, συνοψίζουν τα βασικά στοιχεία του άρθρου.

Προς το παρόν, οι Ταλιμπάν ανακοίνωσαν καθεστώς γενικής Αμνηστίας και παροτρύνουν τους εργαζόμενους του Αφγανιστάν σε κάθε τομέα να παραμείνουν στη χώρα και να συνεχίσουν να εργάζονται. Αλλά οι ερευνητές που ερωτήθηκαν από το NATURE δεν δέχονται να διακινδυνεύσουν. Πολλοί θυμούνται τον προηγούμενο καθεστώς των Ταλιμπάν (1996-2001), όπου σημειώθηκαν συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδίως κατά των νέων κοριτσιών, των γυναικών και όλων των μειονοτικών κοινοτήτων.

Από το 2002, το Αφγανιστάν γνώρισε μια «έκρηξη» της γνώσης και της ενημέρωσης. Έχουν δημιουργηθεί νέα πανεπιστήμια, μαζί πολλά μέσα ενημέρωσης και αντίστοιχους οργανισμούς, σύμφωνα με την UNESCO. Ο φοιτητικός πληθυσμός έχει διογκωθεί από 8.000 σε 170.000, το ένα τέταρτο των οποίων είναι γυναίκες. Η Ακαδημία Επιστημών του Αφγανιστάν έχει αναπτυχθεί και πλέον απασχολεί περισσότερους από 300 ανθρώπους και τα έργα της περιλαμβάνουν έρευνα για τη δημιουργία λεξικών στις περίπου 40 γλώσσες που ομιλούνται στη χώρα.

Έχουν δημιουργηθεί διεθνείς συνεργασίες. Για παράδειγμα, το Πανεπιστήμιο της Καμπούλ συνεργάζεται με το Διεθνές Κέντρο Θεωρητικής Φυσικής Abdus Salam στην Τεργέστη της Ιταλίας για την ανανέωση της προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών Φυσικής στο Αφγανιστάν.

Μετά την τελική επικράτηση των Ταλιμπάν, οργανώσεις που βοηθούν τους πρόσφυγες-ερευνητές, όπως η οργάνωση Scholars at Risk, με έδρα τη Νέα Υόρκη, καλούν πανεπιστήμια σε διάφορες χώρες να δεχτούν μέλη ΔΕΠ και φοιτητές που μπορούν να φύγουν. Οι γειτονικές χώρες του Αφγανιστάν στη Νότια και Κεντρική Ασία —ειδικά εκείνες που έχουν παράσχει τριτοβάθμια εκπαίδευση για τις προηγούμενες γενιές των προσφύγων-ερευνητών του Αφγανιστάν— θα πρέπει επίσης να παρέχουν υποστήριξη σε ερευνητές και φοιτητές που το χρειάζονται.

Όμως, σε μια χώρα 38 εκατομμυρίων ανθρώπων, οι περισσότεροι ερευνητές του Αφγανιστάν πιθανότατα θα μείνουν. Και χρειάζονται επίσης την υποστήριξη της διεθνούς ερευνητικής κοινότητας. Αυτό θα είναι πιο δύσκολο να πραγματοποιηθεί. Υπάρχουν όμως τρόποι με τους οποίους μπορεί να γίνει αυτό, για παράδειγμα με την οργάνωση παροχής ερευνητικών ευκαιριών σε "ουδέτερες" χώρες — εκείνες που δεν έχουν συμμετάσχει μέχρι σήμερα σε συγκρούσεις.

Το Διεθνές Κέντρο SESAME, με έδρα την Ιορδανία, είναι ένα παράδειγμα μιας τέτοιας ευκαιρίας. Έχει σχεδιαστεί ρητά για να υποστηρίξει ερευνητές σε χώρες που έχουν διάφορες δυσκολίες. Βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια σε λειτουργία, με συμμετοχές από την Κύπρο και την Τουρκία, καθώς και το Ιράν και το Ισραήλ. Οι ερευνητές του Αφγανιστάν πρέπει τώρα να προσκληθούν να συμμετέχουν.

Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, το Διεθνές Ινστιτούτο Ανάλυσης Εφαρμοσμένων Συστημάτων (International Institute for Applied Systems Analysis), με έδρα τη Βιέννη, ιδρύθηκε το 1972 ως ένα κέντρο όπου οι επιστήμονες από την Ανατολή και τη Δύση θα μπορούσαν να συνεργαστούν σε διεπιστημονικές παγκόσμιες προκλήσεις σε μια ουδέτερη χώρα. Τόσο η Σοβιετική Ένωση όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν μεταξύ των ιδρυτικών εταίρων.

Η κατάσταση στο Ιράν δείχνει τι θα μπορούσε να συμβεί στο πλαίσιο ενός εναλλακτικού σεναρίου — την επιβολή μιας πολιτικής απομόνωσης. Κατά τη διάρκεια της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν το 1979, μια μοναρχία που υποστηρίχθηκε από τις ΗΠΑ ανατράπηκε από ένα θεοκρατικό καθεστώς. Πολλοί από τους πρώην δυτικούς συμμάχους του Ιράν διέκοψαν σχεδόν όλους τους διπλωματικούς δεσμούς. Με την πάροδο του χρόνου, η ηγεσία του Ιράν έχει γίνει περισσότερο ολοκληρωτική. Αυτό έπληξε σκληρά τις ακαδημαϊκές κοινότητες: οι επιστήμονες τελικά με διεθνείς σχέσεις συλλαμβάνονται, φυλακίζονται και θεωρούνται απειλή για την ασφάλεια, όπως ανέφεραν δημοσιεύματα του NATURE.

Αυτό, με τη σειρά του, τροφοδότησε μια “διαρροή” εγκεφάλων. Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ στην Καλιφόρνια εκτιμούν ότι 3 εκατομμύρια άνθρωποι — περίπου το 4% του πληθυσμού — είχαν εγκαταλείψει τη χώρα μέχρι το 2019 και περισσότεροι συνεχίζουν να το κάνουν. Αυτό συγκρίνεται με το μισό περίπου εκατομμύριο που έφυγαν πριν από το 1979 (P. Azadi et al. Working Pap. 9; Migration and Brain Drain from Iran, Stanford Univ., 2020). Τα στοιχεία είναι σαφή: τo νέο καθεστώς του Αφγανιστάν και η διεθνής κοινότητα θα ήταν άδικο αν επαναλάμβαναν τα λήθη που διαπράχθηκαν στο Ιράν.

Αυτό εντέλει σημαίνει ότι, για να συνεχίσει να υποστηρίζει τους ερευνητές του Αφγανιστάν, η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να διατηρήσει κάποιους ελάχιστους διαύλους επικοινωνίας με το νέο καθεστώς. Αυτό δεν θα είναι εύκολο, και θα χρειαστεί οι Ταλιμπάν να τηρήσουν τη δέσμευσή τους ότι οι άνθρωποι που λαμβάνουν αμερικανική ή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ή που εργάζονται με διεθνείς οργανισμούς δεν θα διώκονται.

Οι ερευνητές που διατρέχουν κίνδυνο πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να φύγουν και να ξαναρχίσουν τη ζωή τους σε χώρες που μπορούν να τους παρέχουν προστασία και ασφάλεια. Αλλά, ταυτόχρονα, οι υπεύθυνοι για την Έρευνα στις γειτονικές χώρες του Αφγανιστάν —αλλά και σε εκείνες που βρίσκονται πιο μακριά— πρέπει να εργαστούν σθεναρά για να υποστηρίξουν εκείνους τους Αφγανούς που διαμένουν και οι οποίοι δεν πρέπει να ξεχαστούν ή να παραμεληθούν.

Η Σύγκλητος του ΕΚΠΑ στη συνεδρίαση της 26ης/8/2021 εξέφρασε την ανησυχία της για την παρατεταμένη αστάθεια και την έλλειψη ασφάλειας στην περιοχή, η οποία συνοδεύεται από υψηλά επίπεδα βίας κατά των γυναικών και γενικότερα των αμάχων.

Γι’ αυτό και καταδικάζει τη χρήση βίας και καταγγέλλει τα εγκλήματα που συντελούνται. Εκφράζει δε την ανάγκη ουσιαστικής διασφάλισης του απόλυτου σεβασμού της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα, καθώς και των Συμβάσεων για τα δικαιώματα του παιδιού και κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.

Είναι απόλυτη προτεραιότητα να αποφευχθεί μία ακόμα ανθρωπιστική κρίση.