Βρέθηκαν 82 λήμματα

Μόλυνση, λοίμωξη

Νόσος που προκαλείται από μικροοργανισμούς, ιδιαιτερα εκείνους που απελευθερώνουν τοξίνες ή εισβάλλουν σε ιστούς του σώματος. Οι λοιμώδεις νόσοι με παγκόσμια εξάπλωση (π.χ. μαλάρια, φυματίωση, ιοί ηπατίτιδας, Αναλυτικά »

Μολυσματικό κηρίo

Βακτηριακή λοίμωξη του δέρματος που προκαλείται από στρεπτόκοκκο ή σταφυλόκοκκο και χαρακτηρίζεται από κίτρινο έως ερυθρό εξίδρωμα και εφελκιδώδη ή φλυκταινώδη αλλοίωση, ιδιαίτερα γύρω από την μύτη, το Αναλυτικά »

Μονάδα Εντατικής Θεραπείας

Μια ειδική νοσοκομειακή μονάδα για ασθενείς που, λόγω της φύσεως της νόσου τους, του τραυματισμού ή της χειρουργικής επέμβασης, χρειάζονται σχεδόν συνεχή παρακολούθηση από ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό. Αναλυτικά »

Μονοζυγωτικοί δίδυμοι

Δίδυμα που αναπτύσσονται από ένα μοναδικό γονιμοποιημένο ωάριο. Τα μονοζυγωτικά δίδυμα έχουν την ίδια γενετική σύνθεση και συνεπώς, είναι του ίδιου φύλου και ομοιάζουν εντυπωσιακά το ένα με το άλλο Αναλυτικά »

Μονοξείδιο του άνθρακα

ΣΥΜΒ.: CO. Δηλητηριώδες αέριο παραγόμενο ως το αποτέλεσμα της ατελούς καύσης οργανικών καυσίμων. Είναι άχρωμο, άγευστο και άοσμο, και δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από τις αισθήσεις. Το μονοξείδιο Αναλυτικά »

Μοριακή νόσος

Νόσος λόγω ελαττώματος σε ένα γονίδιο. Ένα παράδειγμα είναι η δρεπανοκυτταρική αναιμία, στην οποία η αντικατάσταση ενός αμινοξέος στο μόριο της αιμοσφαιρίνης προκαλεί τα ανώμαλα σχηματισμένα ερυθρά Αναλυτικά »

Μόριο

Κάθε ηλεκτρικά ουδέτερη συσσώρευση ατόμων που συγκρατούνται μεταξύ τους αρκετά ισχυρά για να θεωρούνται μονάδα. Το κάθε άτομο στο μόριο μπορεί να είναι του ίδιου τύπου ή διαφορετικού. Συνδυασμοί Αναλυτικά »

Μουκορμυκητίαση

Μια διηθητική και συχνά θανατηφόρος λοίμωξη από μύκητες της οικογένειας Mucoreceae και της τάξης Zygomycetes. ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ: Οι υπεύθυνοι μύκητες είναι παθογόνοι για τα αιμοφόρα αγγεία, στα οποία προκαλούν Αναλυτικά »

Μπαμπεσίωση

Μία σπάνια, συνήθως αυτο-περιοριζόμενη νόσος που προκαλείται από ένα ενδοερυθροκυτταρικό πρωτόζωο, το Babesia microti και ίσως και άλλα είδη Babesia. Η νόσος μεταδίδεται μέσω του κρότωνα των ελαφιών Αναλυτικά »

Μπαρτονέλλωση

Μία νόσος που προκαλείται από τη λοίμωξη από τη Bartonella bacilliformis και μεταδίδεται από το θηλυκό φλεβοτόμο. Εμφανίζεται στις κοιλάδες των Άνδεων στο Περού, στη Χιλή, στη Βολιβία και την Κολομβία. Αναλυτικά »

Μπέρι-μπέρι

Nόσος που χαρακτηρίζεται από περιφερικές νευρολογικές, εγκεφαλικές και καρδιαγγειακές ανωμαλίες και που προκαλείται από την έλλειψη θειαμίνης. Η πρώιμη έλλειψη προκαλεί κόπωση, ευερεθιστότητα, πτωχή Αναλυτικά »

Μυελίτιδα

1. Φλεγμονή του νωτιαίου μυελού, που προκύπτει είτε από μια λοίμωξη (π.χ., μια ιογενή ή βακτηριακή λοίμωξη) είτε από μη λοιμώδη νέκρωση ή απομυελινωτική βλάβη του μυελού. Οι ασθενείς συχνά εκδηλώνουν Αναλυτικά »

Μυϊκή δυστροφία

Ένα από εννέα ξεχωριστά γενετικά σύνδρομα, που επηρεάζουν την μυϊκή δύναμη και κινητικότητα, κάποια από τα οποία γίνονται πρώτα εμφανή στην βρεφική ηλικία και άλλα αναπτύσσονται στην εφηβεία ή την Αναλυτικά »

Μυκητίαση από Entomophthorales

Νόσος που προκαλείται από μύκητες της τάξης των Zygomycetes, που περιλαμβάνουν δύο γένη (Candidiobolus και Basidiobolus) που είναι υπεύθυνα για νόσους στον άνθρωπο. Οι μύκητες Candidiobolus προκαλούν Αναλυτικά »

Μυκητιασικό έλκος

1. Έλκος στο οποίο ο κοκκιώδης ιστός προβάλλει πάνω από τα όρια της πληγής και αιμορραγεί εύκολα. 2. Έλκος προκαλούμενο από μύκητα.Αναλυτικά »

Μύξωμα

Όγκος που αποτελείται από βλεννώδη συνδετικό ιστό, παρόμοιο με αυτόν που είναι παρών στο έμβρυο ή στον ομφάλιο λώρο. Τα κύτταρα είναι αστεροειδή ή ατρακτοειδή και χωρίζονται από βλεννώδη ιστό. Οι Αναλυτικά »

Μυοκαρδίτιδα

Φλεγμονή του καρδιακού μυός, συνήθως ως συνέπεια λοιμώξεων (π.χ., ιοί, νόσος Lyme, ρευματικός πυρετός, τρυπανοσώματα και τοξοπλάσμωση)· ανοσολογικών- ρευματολογικών καταστάσεων (π.χ., συστηματικός Αναλυτικά »

Μυοπάθεια Miyoshi

Μια αυτοσωματική υπολειπόμενη μορφή μυϊκής δυστροφίας, στην οποία μεταλλάξεις στο γονίδιο των σκελετικών μυών που κωδικοποιεί τη δυσφερλίνη, οδηγεί σε αδυναμία των περιφερικών μυών, ειδικά των μυών Αναλυτικά »

Μυοσίνη

Μια πρωτεΐνη παρούσα στα μυίκά ινίδια, η οποία αποτελεί περίπου το 45% των ολικών μυίκών πρωτείνών. Αποτελείται από μακριές αλυσίδες πολυπεπτιδίων που συνδέονται μεταξύ τους με πλευρικές αλυσίδες. Αναλυτικά »

Μυς

Ένας τύπος ιστού, που αποτελείται από συστελλόμενα κύτταρα ή ίνες, που επηρεάζει την κίνηση ενός οργάνου ή μέρους του σώματος. Το κυριότερο χαρακτηριστικό του μυϊκού ιστού είναι ή ικανότητά του Αναλυτικά »

Μύτη

Η προεκβολή στο κέντρο του προσώπου η οποία είναι το όργανο της όσφρησης και της εισόδου στις ρινικές κοιλότητες. Η μύτη είναι τριγωνική, αποτελούμενη από και προσδεδεμένη με οστά και χόνδρο, Αναλυτικά »

Μυωπία

Ένα σφάλμα στη διάθλαση, κατά το οποίο οι φωτεινές ακτίνες εστιάζονται μπροστά από τον αμφιβληστροειδή, δίνοντας στον άνθρωπο τη δυνατότητα να δει καθαρά σε μικρή μόνο απόσταση. Ένας αρνητικός (κοίλος) Αναλυτικά »

Σελίδες: Προηγούμενη