Βρέθηκαν 147 λήμματα

Συγγενές λοβιακό εμφύσημα

Μια σπάνια κυστική βλάβη ενός λοβού του πνεύμονα που μπορεί να οδηγησει σε νεογνική αναπνευστικη δυσχέρεια. Ο προσβεβλημένος λοβός είναι διατεταμένος και παρουσιάζεται εξαιρετικά ακτινοδιαφανής στις Αναλυτικά »

Συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων

Μια κληρονομική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από συγγενή ανεπάρκεια ή απουσία ενός ή περισσοτέρων, σημαντικών για την παραγωγή των επινεφριδιακών ορμονών ενζύμων. Η CAH είναι ένα συγγενές επινεφριδιακό Αναλυτικά »

Συγκατάθεση, συναίνεση

Η χορήγηση άδειας από τον ασθενή σε άλλο άτομο, προκειμένου να πραγματοποιηθεί κάποια ενέργεια (π.χ., άδεια για χειρουργική ή θεραπευτική διαδικασία, ή πείραμα το οποίο πρόκειται να πραγματοποιηθεί Αναλυτικά »

Συγκέντρωση αλκοόλ αίματος

Η συγκέντρωση αιθανόλης στο αίμα, η οποία συνήθως εκφράζεται στις ΗΠΑ σε mg/dl. Άτομα με συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα ίση προς ή μεγαλύτερη από 0,10 mg/dl θεωρούνται μεθυσμένα. Η Διοίκηση Ασφάλειας Αναλυτικά »

Συγκέντρωση εξωκυττάριου υγρού

Η συγκέντρωση βάσης στο εξωκυττάριο υγρό που προσδιορίζεται σε pH= 7,4 και PCΟ 2 = 40 mm Hg. Επειδή η ποσότητα αυτή δεν μπορεί να υπολογιστεί άμεσα, χρησιμοποιείται ως βάση ένα μοντέλο εξωκυττάριου Αναλυτικά »

Συγκίνηση, συναίσθημα

Ψυχική κατάσταση ή συναίσθημα όπως ο φόβος, το μίσος, η αγάπη, ο θυμός, η θλίψη ή η χαρά που προκύπτει ως υποκειμενική εμπειρία παρά ως αποτέλεσμα αντικειμενικής σκέψης. Τα συναισθήματα συνοδεύονται Αναλυτικά »

Συγκοπή

Παροδική (συνήθως αιφνίδια) απώλεια των αισθήσεων, με παράλληλη αδυναμία διατήρησης όρθιας στάσης. Η συγκοπή είναι συνηθισμένη και καταλήγει στο 1% έως 6% περίπου όλων των εισαγωγών σε νοσοκομεία Αναλυτικά »

Συμβίωση

1. Η κοινή ζωή σε στενή σχέση δύο οργανισμών διαφορετικών ειδών. Εάν κανένας από τους δύο οργανισμούς δεν βλάπτεται τότε η σχέση καλείται κοινοβίωση, εάν η σχέση είναι ωφέλιμη και για τους δύο τότε Αναλυτικά »

Σύμβολο

1. Αντικείμενο ή σημείο το οποίο αναπαριστά μια ιδέα ή μια ποιότητα με συσχέτιση, ομοιότητα ή συμβατικότητα. 2. Στην ψυχαναλυτική θεωρία, αντικείμενο που χρησιμοποιείται ως ασυνείδητο υποκατάστατο, Αναλυτικά »

Συμπαθητική δυστροφία αντανακλαστικών

Μη φυσιολογική απόκριση των νεύρων του προσώπου ή ενός άκρου που χαρακτηρίζεται από άλγος, αυτόνομη δυσλειτουργία, αγγειοκινητική αστάθεια και οίδημα των ιστών. Αν και η ακριβής αιτία του συνδρόμου Αναλυτικά »

Συμπιεστικό κάταγμα

Κάταγμα ενός σπονδύλου κατά μήκος του επιμήκους άξονα της σπονδυλικής στήλης. Τέτοια κατάγματα μπορεί να παρατηρηθούν μετά από τραύμα ή ως αποτέλεσμα οστεοπόρωσης και χαρακτηρίζονται από απώλεια Αναλυτικά »

Σύμπλεγμα

1. Όλες οι ιδέες, αισθήματα και αισθήσεις συνδεδεμένες με ένα υποκείμενο. 2. Περίπλοκος. 3. Κολπική ή κοιλιακή συστολή, όπως φαίνεται σε μία ηλεκτροκαρδιογραφική καταγραφή. 4. Υποσυνείδητη ιδέα (ή Αναλυτικά »

Σύμπλεγμα AIDS-άνοιας

Εγκεφαλοπάθεια η οποία προκαλείται από άμεση μόλυνση του εγκεφαλικού ιστού από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV). Αυτή η κατάσταση αφορά περίπου το 15% των ασθενών με AIDS, αλλά το 1997, Αναλυτικά »

Σύμπλεγμα βιταμινών Β

Ομάδα υδατοδιαλυτών βιταμινών που απομονώνονται από το ήπαρ, τη ζύμη και άλλες πηγές. Μόνο η ζύμη που παρασκευάζεται από κόκκους δημητριακών, διατηρεί τις ιδιστητές της, αν αποξηρανθεί. Μεταξύ των Αναλυτικά »

Σύμπλεγμα του Eisenmenger

[Victor Eisenmenger, Γερμανός ιατρός, 1864-1932]. Συγγενής κυανωτική καρδιοπάθεια, αποτελούμενη από έλλειμμα του μεσοκοιλιακού διαφράγματος, δεξιά θέση της αορτής, πνευμονική υπέρταση με διάταση της Αναλυτικά »

Συμπλήρωμα βιταμίνης

Δισκίο ή κάψουλα που περιέχει μία ή περισσότερες βιταμίνες. Ως εκ τούτου, το δισκίο ή η κάψουλα μπορεί να περιέχει μια βιταμίνη ή περισσότερες, ενώ σε μερικές περιπτώσεις ένα παρασκεύασμα θα περιέχει Αναλυτικά »

Σύμπτωμα

Οποιαδήποτε μεταβολή στο σώμα ή στις λειτουργίες του, όπως εκλαμβάνεται από τον ασθενή. Ένα σύμπτωμα αντιπροσωπεύει την υποκειμενική εμπειρία μιας πάθησης. Τα συμπτώματα περιγράφονται από τον ασθενή Αναλυτικά »

Συμπύκνωση, υγροποίηση

1. Καθιστώντας κάτι πιο πυκνό ή συμπαγές. 2. Η μεταβολή ενός υγρού σε στερεό ή ενός αερίου σε υγρό. 3. Στην ψυχανάλυση, η ένωση ιδεών προς το σχηματισμό νέου διανοητικού σχεδίου. 4. Στη χημεία, τύπος Αναλυτικά »

Συναγωνιστικός αναστολέας

1. Μία χημική ουσία που προσδένεται ή εμποδίζει ένα άλλο συμπαράγοντα από την συμμετοχή σε μία αντίδραση. 2. Φάρμακο, ορμόνη ή άλλο διακυτταρικό μήνυμα που συνδέεται και εμποδίζει τον κυτταρικό Αναλυτικά »

Σύνδεσμος

1. Μια ζώνη ή φύλλο ισχυρού συνδετικού ιστού, που συνδέει τα αρθρούμενα άκρα των οστών, συνδέοντάς τα έτσι ώστε να περιορίζεται η κίνηση. 2. Το παχυσμένο τμήμα ή πτυχή του περιτόνεου ή του μεσεντέριου Αναλυτικά »

Συνδετικός ιστός

Ιστός που υποστηρίζει και συνδέει άλλους ιστούς και τμήματα του σώματος. Ο συνδετικός ιστός έχει συγκριτικά λίγα κύτταρα. Το κύριο μέρος του αποτελείται από μεσοκυττάρια ουσία ή θεμέλια ουσία, η οποία Αναλυτικά »

Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας πρόωρου βρέφους

37 εβδομάδες ή βάρους τουλάχιστον 2,2 kg. Το ΣΑΔ είναι η πρώτη αιτία θανάτου σε πρόωρα νεογνά στις ΗΠΑ. Βλ.: Παράρτημα Νοσηλευτικών Διαγνώσεων. ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ : Αμέσως μετά τη γέννηση, το πρόωρο Αναλυτικά »

Σύνδρομο Bechet

[Τούρκος δερματολόγος, 1889-1948]. Μια σπάνια, πολυσυστηματική, χρόνια, υποτροπιάζουσα νόσος, άγνωστης αιτιολογίας, η οποία χαρακτηρίζεται από εξελκώσεις του στόματος και των γεννητικών οργάνων και Αναλυτικά »

Σύνδρομο Brugada

Σπάνιο κληρονομικό σύνδρομο, περιστασιακά αυτοσωμικό επικρατές, το οποίο χαρακτηρίζεται από αποκλεισμό του δεξιού σκέλους της καρδιάς, ανύψωση του διαστήματος S-T στις δεξιές προκάρδιες απαγωγές του Αναλυτικά »

Σύνδρομο CREST

Η παρουσία ασβέστωσης, φαινομένου του Raynaud, οισοφαγικής δυσλειτουργίας, σκληροδακτυλίας και τελαγγειεκτασίας, παραλλαγή της συστηματικής προοδευτικής σκλήρωσης.Αναλυτικά »

Σύνδρομο DES

Η εμφάνιση νεοπλασιών και διαμαρτιών της διάπλασης στον κόλπο νεαρών γυναικών, οι μητέρες των οποίων ελάμβαναν διαιθυλοστιλβεστρόλη στην αρχή της εγκυμοσύνης τους.Αναλυτικά »

Σύνδρομο Down

[J. Langdon Down, Βρετανός ιατρός, 1828-1896]. Οι κλινικές επιπτώσεις της ύπαρξης τριών αντιγράφων του χρωμοσώματος 21. H πάθηση χαρακτηρίζεται από ήπια έως μέτρια διανοητική καθυστέρηση και σωματικά Αναλυτικά »

Σύνδρομο Ehlers-Danlos

[Edvard Ehlers, Δανός δερματολόγος, 18631937, H. A. Danlos, Γάλλος δερματολόγος, 1844- 1912]. Κληρονομούμενη διαταραχή του ελαστικού συνδετικού ιστού. Το χαρακτηριστικά μαλακό, βελούδινης υφής Αναλυτικά »

Σύνδρομο Frey

[Lucja Frey, Πολωνός νευρολόγος, 1899-1944]. Εφίδρωση και/ή ερυθρίαση του δέρματος στον παρωτιδικό αδένα που συμβαίνει ύστερα από μάσηση ή βρώση ενός γεύματος. Παρατηρείται συχνότερα ύστερα από χειρουργική Αναλυτικά »

Σύνδρομο Guillain-Barré

[Georges Guillain, Γάλλος νευρολόγος, 1876-1961, J. A. Barré, Γάλλος νευρολόγος, γεν. 1880]. Μια σπάνια νευρολογική πάθηση με επίπτωση 1 ή 2 άτομα ανά 100.000 πληθυσμού, χαρακτηριζόμενη από Αναλυτικά »

Σελίδες: Προηγούμενη Επόμενη