Δεν είναι ότι οι θλιμμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να αισθανθούν καλά, αλλά ότι δεν μπορούν να διατηρήσουν αυτό το συναίσθημα, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Το νέο εύρημα αποσαφηνίζει προηγούμενες πεποιθήσεις ότι οι άνθρωποι που πάσχουν από κατάθλιψη δεν έχουν καν θετικά συναισθήματα και ότι εμφανίζουν λίγη ή καθόλου δραστηριότητα σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με θετικά συναισθήματα.

Ο επικεφαλής της έρευνας Richard Davidson, δήλωσε ότι όπως δείχνει η νέα έρευνα, το να λάβει κανείς υπόψη το θετικό συναίσθημα είναι το ίδιο σημαντικό, αν όχι περισσότερο, με το να κατανοήσει την κατάθλιψη. Ο Davidson, του πανεπιστημίου Wisconsin-Madison, δήλωσε ότι η μελέτη υποδεικνύει επιπλέον ότι μπορεί ενδεχομένως οι επιστήμονες να καταφέρουν να αναπτύξουν νοητικές στρατηγικές που δεν θα στοχεύουν τόσο πολύ στην ελαχιστοποίηση των αρνητικών συναισθημάτων αλλά θα ενισχύουν και θα διατηρούν το θετικό συναίσθημα.

Ο David Lawrence Stein, Καθηγητής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Northwestern του Σικάγο, πρόσθεσε ότι η καινοτομία του νέου ευρήματος έγκειται στο ότι οι άνθρωποι με κατάθλιψη δεν μπορούν να νιώσουν θετικά συναισθήματα αλλά ότι δεν μπορούν να τα διατηρήσουν.

Η Eva E. Redei, δήλωσε ότι προηγούμενες γνώσεις συμφωνούσαν ότι ασθενείς με ανηδονία (ανικανότητα να νιώσουν ευχαρίστηση, συστατικό της κατάθλιψης), εμφανίζουν μειωμένη ικανότητα να νιώσουν θετικά συναισθήματα. Τα ευρήματα μπορεί ενδεχομένως να επηρεάσουν την επιλογή φαρμάκων για διάφορα είδη κατάθλιψης, δηλαδή φάρμακα που επηρεάζουν τη ντοπαμίνη ή το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου να είναι κατάλληλα για αυτού του είδους τη διαταραχή.

Ο Davidson δήλωσε ότι αν και η κατάθλιψη θεωρείται διαταραχή του συναισθήματος δεν γνωρίζουμε στην πραγματικότητα πώς διαταράσσεται η διάθεση και πως μια από τις παραμελημένες πλευρές στην κατάθλιψη είναι η πιθανότητα ότι μια από τις κύριες ανωμαλίες δεν είναι τόσο μια διαταραχή αρνητικού συναισθήματος αλλά μια διαταραχή θετικού συναισθήματος. Η υπόθεση είναι ότι ασθενείς με κατάθλιψη, ή τουλάχιστον μια υποομάδα αυτών, έχουν πρόβλημα στη διατήρηση ενός θετικού συναισθήματος.

Η έρευνα σχεδιάστηκε για να διερευνήσει αν άνθρωποι με κατάθλιψη έχουν πρόβλημα να διατηρήσουν θετικά συναισθήματα μακροπρόθεσμα.

Ζητήθηκε από 27 ενήλικες που εμφάνιζαν κατάθλιψη και 19 ενήλικες σε ομάδα ελέγχου να κοιτάξουν φωτογραφίες, που σκοπό είχαν να δημιουργήσουν θετικά ή αρνητικά συναισθήματα, όπως μια σκηνή με φύση ή μια μητέρα που αγκαλιάζει το παιδί της.

Όπως εξήγησε ο Davidson, ζητήθηκε από ανθρώπους να αισθανθούν το συναίσθημα που δημιουργήθηκε από τη φωτογραφία και στη συνέχεια να το ενισχύσουν όσο καλύτερα μπορούσαν χρησιμοποιώντας πνευματικές ή νοητικές στρατηγικές. Για παράδειγμα, οι συμμετέχοντες που είδαν τη φωτογραφία μιας μητέρας με το παιδί της μπορούσαν να φανταστούν την αγάπη που έδειχνε η μητέρα στο μωρό της. Ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να διατηρήσουν το θετικό συναίσθημα για 45 λεπτά, ενώ υποβάλονταν σε λειτουργική μαγνητική τομογραφία.

Ο ερευνητής πρόσθεσε ότι η έρευνα έδειξε πως οι εθελοντές της ομάδας ελέγχου, που δεν έπασχαν από κατάθλιψη, μπορούσαν να το καταφέρουν και εμφάνισαν δραστηριότητα σε περιοχές του εγκεφάλου που είναι γνωστό πώς είναι σημαντικές για τα θετικά συναισθήματα, ιδιαίτερα τον επικλινή πυρήνα, που είναι καίρια περιοχή για την επιβράβευση και τα θετικά συναισθήματα. Οι εθελοντές που εμφάνιζαν κατάθλιψη έδειξαν δραστηριότητα στην περιοχή αυτή αρχικά, αλλά δεν μπόρεσαν να τη διατηρήσουν μακροπρόθεσμα.

Η έρευνα δημοσιεύεται στη διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού ‘Proceedings of the National Academy of Sciences.’

Πηγές: ‘Proceedings of the National Academy of Sciences.’