Γράφει ο Δημήτριος Θ. Κρεμαστινός, Καθηγητής Καρδιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρόεδρος Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρίας.

 

Το Πανευρωπαϊκό Καρδιολογικό Συνέδριο τελείωσε. Η Ευρώπη με αγωνία περιμένει να ακούσει κάτι νέο, κυρίως για τη θεραπεία της νόσου μάστιγας που σκοτώνει το μισό πληθυσμό κάθε Ευρωπαϊκής χώρας. Όμως, αν μπορούσε κανείς να συνοψίσει με μία λέξη τα συμπεράσματα αυτού του συνεδρίου θα χρησιμοποιούσε τη λέξη Προβληματισμός, Προβληματισμός, Προβληματισμός !!!

Οι κατευθυντήριες οδηγίες προς τους γιατρούς, συνήθως αλλάζουν κάθε χρόνο με βάση τις δημοσιευόμενες εργασίες, οι οποίες στηρίζονται σε πολυκεντρικές μελέτες, που όμως οικονομικά υποστηρίζονται από φαρμακευτικές εταιρείες, προκειμένου να προωθήσουν τα προϊόντα και τις μετοχές τους στα διάφορα χρηματιστήρια.

Έτσι, πολλές φορές παρατηρείται το φαινόμενο οι μελέτες αυτές να είναι αλληλοσυγκρουόμενες σε τέτοιο βαθμό που να προκαλούν μεγάλη σύγχυση σε γιατρούς και ασθενείς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μελέτη SEAS όπου χρησιμοποιήθηκε ένα φάρμακο που ελαττώνει την χοληστερίνη, η σιμβαστατίνη – εζετιμίμπη προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο το φάρμακο αυτό συμβάλλει στη θεραπεία ή την σταθεροποίηση της στενώσεως της βαλβίδας της αορτής.

Κατά τη μελέτη των αποτελεσμάτων διαπιστώθηκε ότι αυτό τα φάρμακο δεν επηρέαζε την εξέλιξη της στενώσεως της αορτικής βαλβίδας. Παράλληλα όμως, διαπιστώθηκε ότι αυτοί που το έπαιρναν είχαν κατά 50% αυξημένη πιθανότητα να αποκτήσουν καρκίνο σε σχέση με αυτούς που δεν το έπαιρναν.

Εν τούτοις, το περίεργο είναι το ότι σε άλλη μελέτη (ΕΝΗΑΝCE), που δόθηκε το ίδιο φάρμακο για να μελετηθεί η εξέλιξη των αθηροσκληρωτικών βλαβών των αρτηριών δεν διαπιστώθηκε συσχέτιση με τον καρκίνο.

Μετά από όλα αυτά οι εφημερίδες αναπαράγοντας την είδηση της πρώτης μελέτης (SEAS) γράφουν και ο ατυχής ασθενής που παίρνει το φάρμακο διαβάζει, ότι έχει αυξημένη πιθανότητα να πάθει καρκίνο. Όμως, για να είναι και οι εφημερίδες κατοχυρωμένες νομικά προσθέτουν ‘Μη διακόπτετε το φάρμακο πριν συνεννοηθείτε με τον γιατρό σας’.

Το ίδιο συνέβη και με τα περίφημα επενδεδυμένα stents. Μετά από σειρά μελετών όπου καταγράφηκαν διπλάσιοι θάνατοι από θρόμβωση αυτού του stent σε σχέση με τους αρρώστους που τους εμφυτεύθηκαν κοινά μεταλλικά stents, ήλθε μία σειρά νέων μελετών που υποστήριξε ότι εάν ο γιατρός περιορισθεί στις σωστές ενδείξεις, τότε η πιθανότητα θρομβώσεως των επενδεδυμένων stents είναι η ίδια με την πιθανότητα των κοινών stents.

Όμως, όλοι εφιστούν την προσοχή των γιατρών ώστε οι άρρωστοι στους οποίoυς εμφυτεύθηκαν τα επενδεδυμένα stents να παίρνουν ισχυρά αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, με στόχο να μην πήζει εύκολα το αίμα για άγνωστο χρονικό διάστημα, προκειμένου να αποφευχθεί η θανατηφόρα θρόμβωση του stent.

Και τότε ποιος κατοχυρώνει τον άρρωστο όταν συμβεί από ατύχημα μία μεγάλη αιμορραγία ή ένας τραυματισμός στο σώμα του και ιδιαίτερα στο κεφάλι του;

Όμως, μετά τις μεγάλες αυτές αμφισβητήσεις και μετά από όλα αυτά, ας καταλήξουμε σε κάτι που υπήρξε γενική ομοφωνία στο Συνέδριο:

Κανένας άρρωστος ασυμπτωματικός με στενώσεις στις στεφανιαίες αρτηρίες δεν ωφελείται από οποιαδήποτε επέμβαση bypass ή μπαλονάκι (ή αγγειοπλαστική). Αντίθετα, βλάπτεται.

Κανένας άρρωστος με βλάβες στα στεφανιαία ακόμα και με εκδήλωση ακόμα και σταθερής στηθάγχης δεν ωφελείται από οποιαδήποτε αιματηρή επέμβαση.

Αντιθέτως, από τις επεμβάσεις βοηθούνται μόνον αυτοί που εκδηλώνουν ασταθή – προεμφραγματική στηθάγχη ή έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Εδώ και δέκα χρόνια υποστηρίζουμε αυτές τις απόψεις, που σήμερα πλέον είναι κλασικές και κανένας δεν τις αμφισβητεί πιά.

Όμως, σε πόσους αρρώστους έχουν εμφυτευθεί από 1 έως 7 stents αδικαιολογήτως, σε ασυμπτωματικές βλάβες και τι κινδύνους διατρέχουν σήμερα;

Μήπως το Υπουργείο Υγείας που περιορίζεται μόνο σε τηλεοπτικές διαφημίσεις για την προφύλαξη της Υγείας του Έλληνα πρέπει να προσγειωθεί ανώμαλα;

Μήπως πρέπει να κοιτάξει τι γίνεται στα νοσοκομεία και πολύ περισσότερο στις Ιδιωτικές Κλινικές;

Είναι σε θέση το Υπουργείο Υγείας να απαντήσει πόσα stents ή βηματοδότες – απινιδωτές εμφυτεύονται δικαίως ή αδίκως;

Δεν υπάρχουν, δυστυχώς, υπηρεσίες που να ελέγχουν τι γίνεται στα νοσοκομεία και ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα.

Ας μην κατηγορούμε μόνο το κάπνισμα για το γεγονός ότι το προσδόκιμο επιβιώσεως των Ελλήνων συνεχώς χειροτερεύει και η χώρα από τη δεύτερη θέση κατρακύλησε στην ενδέκατη, ενώ το προσδόκιμο επιβιώσεως των Ισραηλινών από 70 έτη ανήλθε στο εντυπωσιακό νούμερο των 85 ετών.

Μήπως κάποτε πρέπει το Υπουργείο Υγείας να ενδιαφερθεί ουσιαστικά, συγκροτώντας υπηρεσίες καταγραφής και- κυρίως- ελέγχου των αποτελεσμάτων των επεμβάσεων;