Του Δημήτρη Καραγιώργου

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα δημόσιας υγείας στην Ελλάδα αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτελούν οι ιοί της ηπατίτιδας Β και C. Υπολογίζεται ότι ένας στους 12 ανθρώπους σ’ ολόκληρο τον κόσμο είναι φορέας ηπατίτιδας B ή C, ποσοστό πολύ υψηλότερο από αυτό των φορέων του HIV / AIDS ή των συνολικά πασχόντων από καρκίνο κάθε μορφής.

Στην Ελλάδα, η αντίστοιχη αναλογία είναι ευτυχώς μικρότερη (1:20) και εκτιμάται ότι περίπου 300.000 άτομα έχουν μολυνθεί από ηπατίτιδα Β ή C.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο έντονο αν αναλογισθεί κανείς ότι, οι περισσότεροι από τους φορείς δεν το γνωρίζουν, ενώ η ενημέρωση γύρω από τις δύο αυτές ασθένειες παραμένει ιδιαίτερα χαμηλή.

Για το λόγο αυτό έχει καθιερωθεί η 1η Οκτωβρίου ως η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ηπατίτιδας, με στόχο την ευαισθητοποίηση του κοινού γύρω από τις ασθένειες αυτές και την διάχυση πληροφοριών για την αποτελεσματικότερη πρόληψη της εξάπλωσής τους.

Το υπουργείο Υγείας συμμετέχει ενεργά μαζί με την Ελληνική Εταιρεία Μελέτης Ήπατος στην προσπάθεια ευαισθητοποίησης και πληροφόρησης του κοινού για τους τρόπους μετάδοσης και προφύλαξης της ηπατίτιδας, με ενημερωτική καμπάνια που ξεκινά την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ηπατίτιδας την 1η Οκτωβρίου.

Οι εκδηλώσεις για την παγκόσμια Ημέρα Ευαισθητοποίησης για την Ηπατίτιδα πραγματοποιούνται με την ευγενική υποστήριξη των φαρμακευτικών εταιρειών Bristol-Myers Squibb και Gilead. Συγκεκριμένα, έχουν προγραμματισθεί

  •  Έντυπη ενημερωτική εκστρατεία για την ηπατίτιδα Β και C με ειδική έκδοση 4σέλιδης εφημερίδας free press που θα διανεμηθεί δωρεάν σε κεντρικά σημεία της Αθήνας.
  • Περίπτερο ενημέρωσης και διανομής έντυπου υλικού σε κεντρικό σημείο της Αθήνας (Πλ. Κολωνακίου) την Παγκόσμια Ημέρα Ευαισθητοποίησης για την Ηπατίτιδα Τετάρτη 1η Οκτωβρίου.
  • Δημιουργία ιστοσελίδας για την Παγκόσμια Ημέρα Ευαισθητοποίησης για την Ηπατίτιδα στο portal του υπουργείου Υγείας για τις Παγκόσμιες Ημέρες Υγείας http://www.worldhealthdays.gr/.

Ηπατίτιδα Β

Το 5% του πληθυσμού της γης, περίπου 350.000.000 άνθρωποι, έχουν χρόνια HBV λοίμωξη (Ηπατίτιδα Β). Στην Ελλάδα, η συχνότητα των ασθενών με χρόνια HBV λοίμωξη υπολογίζεται μεταξύ του 2% και 3%, ενώ είναι σαφώς αυξημένη μεταξύ των οικονομικών μεταναστών.

Παρά την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού και την σημαντικότατη ελάττωση της HBV λοίμωξης στα παιδιά και εφήβους της χώρας μας, οι επιπλοκές της χρόνιας λοίμωξης από τον ιό αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, καθώς οι παλαιές περιπτώσεις χρόνιων HBV λοιμώξεων δεν έχουν ελαττωθεί σε αριθμό και οι επιπλοκές από αυτές αυξάνουν όπως μεγαλώνει η ηλικία των ασθενών.

Ηπατίτιδα C

Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι περίπου 2% του γενικού πληθυσμού, δηλαδή 200.000 άνθρωποι, έχουν χρόνια λοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδας C. Η υψηλότερη συχνότητα ηπατίτιδας C συναντάται σε άτομα ηλικίας 40-60 ετών. Είναι γεγονός ότι οι νέες περιπτώσεις ηπατίτιδας C έχουν ελαττωθεί αρκετά μετά τα τέλη της δεκαετίας του 1980, κυρίως λόγω του υποχρεωτικού ελέγχου του αίματος και παραγώγων του, αλλά και γενικότερα της βελτίωσης των συνθηκών νοσηλείας και των κανόνων αποστείρωσης.

Πολλές όμως παλαιές περιπτώσεις ηπατίτιδας C παραμένουν ακόμη αδιάγνωστες. Έτσι, οι αριθμοί των διαγνωσμένων ασθενών με ηπατίτιδα C αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά εντός της επόμενης δεκαετίας, λόγω της αποκάλυψης ολοένα και περισσότερων παλαιών περιπτώσεων ηπατίτιδας C.

Τρόποι μετάδοσης

Ο ιός της ηπατίτιδας Β βρίσκεται στο αίμα, το σάλιο, το σπέρμα και τα κολπικά υγρά όλων όσοι έχουν μολυνθεί από τον ιό. Η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται μόνο με τη σεξουαλική επαφή, με μολυσμένες σύριγγες και βελόνες, από τυχαίο τρύπημα με αντικείμενα που έχουν έλθει σε επαφή με μολυσμένο αίμα ή από την μολυσμένη μητέρα στο έμβρυο που κυοφορεί, τις τελευταίες ημέρες πριν από τον τοκετό.

Ο ιός της ηπατίτιδας C μεταδίδεται κυρίως με τη χρήση ενδοφλεβίων ναρκωτικών, την αιμοκάθαρση (τεχνητός νεφρός), το τρύπημα με μολυσμένη βελόνα ή μολυσμένο εργαλείο, ιατρικές ή παραϊατρικές πράξεις, την σεξουαλική επαφή και από την έγκυο μητέρα στο έμβρυο (κάθετη μετάδοση).

Η μετάγγιση αίματος ή παραγώγων του, που στο παρελθόν είχαν κατηγορηθεί για τη μετάδοση της νόσου είναι πλέον ασφαλής, καθώς σύγχρονες μέθοδοι ελέγχουν και αποκλείουν την ύπαρξη του ιού πριν τη χρησιμοποίηση του αίματος.

Συμπτώματα

Τα πρώτα συμπτώματα της ηπατίτιδας Β εμφανίζονται 2-3 μήνες μετά την επαφή με τον ιό και χαρακτηρίζονται από καταβολή, ατονία, ανορεξία, εμέτους, πυρετό και ελαφρό πόνο στην κοιλιά, ενώ στη συνέχεια εμφανίζεται ίκτερος (κιτρίνισμα του δέρματος και του λευκού τμήματος των ματιών).

Ωστόσο, δεν νοσούν όλοι οι άνθρωποι που έρχονται σε επαφή με τον ιό. Συμπτώματα εμφανίζουν πολύ λίγοι άνθρωποι (5-10%), ενώ οι υπόλοιποι αποκτούν ανοσία στην ηπατίτιδα Β. Οι φορείς της ηπατίτιδας Β μπορούν να μεταδώσουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους τον ιό της ηπατίτιδας Β.

Ο χρόνος από τη στιγμή της μόλυνσης μέχρι την εκδήλωση των συμπτωμάτων, της οξείας ηπατίτιδας C είναι 30-90 ημέρες. Η πλειοψηφία των ασθενών (75-80%) με οξεία ηπατίτιδα C δεν έχουν κανένα σύμπτωμα, αλλά δυστυχώς οι περισσότεροι ασθενείς (65-85%) δεν κατορθώνουν να αποβάλουν τον ιό και αναπτύσσουν στη συνέχεια χρόνια ηπατίτιδα C.

Περίπου 15-20% των φορέων θα αναπτύξουν κίρρωση εντός 20ετίας.

Πρόληψη

Το εμβόλιο κατά της ηπατίτιδας Β είναι πολύ αποτελεσματικό και γίνεται σε 3 δόσεις. Πρέπει να γίνεται σε όλο τον πληθυσμό, αλλά κυρίως στα βρέφη και τα παιδιά προεφηβικής ηλικίας. Αν κάποιο μη εμβολιασμένο άτομο έλθει σε επαφή με ένα μολυσμένο άτομο, θα πρέπει να κάνει όσο το δυνατόν συντομότερα την ειδική υπεράνοση γ-σφαιρίνη για την ηπατίτιδα Β.

Επίσης, αν μία έγκυος είναι μολυσμένη με τον ιό, αμέσως μετά τον τοκετό θα πρέπει να γίνει στο νεογέννητο η ειδική υπεράνοση γ-σφαιρίνη και στη συνέχεια το εμβόλιο για την ηπατίτιδα Β. Άλλες προφυλάξεις:

  • Πρέπει πάντα να χρησιμοποιείται προφυλακτικό κατά τη σεξουαλική επαφή, ειδικά όταν η σχέση δεν είναι μόνιμη.
  • Δεν πρέπει ποτέ να αγγίζουμε σύριγγες ή βελόνες που βρίσκονται πεταμένες σε πάρκα, στο δρόμο κ.λπ.

Δυστυχώς, δεν υπάρχει εμβόλιο που να προφυλάσσει από την ηπατίτιδα C. Επιπρόσθετα, οι περισσότεροι ασθενείς με ηπατίτιδα C δεν έχουν ακόμη ανιχνευθεί, γι' αυτό επιβάλλεται να τηρούνται από όλους προσεκτικά γενικά μέτρα πρόληψης.

Όλοι οι ασθενείς με ηπατίτιδα C δεν πρέπει να χρησιμοποιούν από άλλους, ούτε να δίνουν σε άλλους, αντικείμενα που μπορεί να έλθουν σε επαφή με το αίμα τους, όπως ξυραφάκια, οδοντόβουρτσες, νυχοκόπτες, αποτριχωτικές συσκευές κλπ.

Θεραπεία

Σήμερα, υπάρχουν θεραπείες για την χρόνια ηπατίτιδα Β, οι οποίες όμως δεν εγγυώνται την κάθαρση του ιού και την ίαση. Παρόλα αυτά, επιτυγχάνεται η καταστολή και εμποδίζεται η εξέλιξη του ιού της χρόνιας ηπατίτιδας Β σε κίρρωση και ηπατοκυτταρικό καρκίνο.

Τα διαθέσιμα φάρμακα ανήκουν σε δύο ομάδες: ενέσεις ιντερφερόνης και αντιικά χάπια, τα ονομαζόμενα νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα.

Αντίθετα, η επιτυχής θεραπεία ενός ασθενούς με ηπατίτιδα C εκριζώνει τον ιό από το αίμα και εξαφανίζει την πιθανότητα μετάδοσης από αυτόν τον ασθενή.