Της Σοφίας Νέτα

'Αγνοια για μια από τις πιό κακοήθεις νόσους έχει η πλειονότητα των Ελλήνων.
Πρόκειται για το λέμφωμα, γνωστό και ως ‘καρκίνος των λεμφοκυττάρων’, που αποτελεί την πέμπτη πιο συχνά εμφανιζόμενη μορφή καρκίνου στην Ευρώπη.

Μόνο ένας στους πέντε Έλληνες έχουν κάποια εικόνα για τη συχνότητα εμφάνισής του, τα συμπτώματα και τις δυνατότητες θεραπείας που παρέχει σήμερα η επιστήμη.

Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν –μεταξύ άλλων– από πανελλαδική έρευνα για τον καρκίνο, που διενεργήθηκε για λογαριασμό του Κέντρου Μελετών Υπηρεσιών Υγείας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής.

Στην έρευνα ‘Hellas Health II’ συμμετείχε αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.490 ατόμων ηλικίας 18 ετών και άνω και πραγματοποιήθηκε από τις 30 Μαΐου έως τις 23 Ιουνίου 2008. Περιέλαβε, δε, ειδικό τμήμα για το λέμφωμα, προκειμένου να αξιολογηθούν οι γνώσεις των Ελλήνων πάνω στη σοβαρή αυτή ασθένεια.

Παρουσιάζοντας σε ειδική ενημερωτική εκδήλωση τα αποτελέσματα της έρευνας ‘Hellas Health II’ ο αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής και Διευθυντής ΙΚΠΙ Γιάννης Τούντας, τόνισε ότι από την αξιολόγηση των απαντήσεων των συμμετεχόντων, φάνηκε ότι μόνον ένας στους πέντε γνώριζαν ότι το λέμφωμα είναι καρκίνος του λεμφικού συστήματος.

Δύο στους τρεις δεν γνώριζαν ή είχαν αμφιβολίες για τα χαρακτηριστικά της ασθένειας, ενώ ένας στους τρεις ήξεραν ότι το λέμφωμα προσβάλλει άνδρες και γυναίκες όλων των ηλικιών.

Τρεις στους τέσσερις δεν γνώριζαν ούτε ένα από τα συμπτώματα της ασθένειας. Το 18,3% μόλις των ερωτηθέντων απάντησε ότι μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η διόγκωση των λεμφαδένων, μόνο το 8,1% η κόπωση και το 6,3% η απώλεια βάρους.

Εξαιρετικά χαμηλό (2,2% έως 4,2%) ήταν το ποσοστό όσων γνωρίζουν την κατάταξη του λεμφώματος, ως προς τη συχνότητα εμφάνισής του, σε σύγκριση με τις άλλες γνωστές μορφές καρκίνου.

Τρεις στους πέντε δήλωσαν άγνοια για τη θεραπεία του, ενώ ένας στους δέκα θεωρεί ότι υπάρχει θεραπεία. Στην κρίσιμη ερώτηση για το αν η νόσος μπορεί να καταστεί χρόνια, εφόσον διαγνωσθεί έγκαιρα και χορηγηθεί κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, μόνο το 16,3% απάντησε ότι το γνωρίζει.

Οι γνώσεις του πληθυσμού σχετικά με το λέμφωμα διαφοροποιούνται ανάλογα με την εκπαίδευση και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Ακόμη, όμως, και στην ανώτερη κοινωνικοοικονομική τάξη και στην ανώτερη βαθμίδα εκπαίδευσης, τα ποσοστά όσων δηλώνουν άγνοια είναι πολύ υψηλά.

Οι γνώσεις των Ελλήνων για το λέμφωμα θα αξιολογηθούν και μετά την ολοκλήρωση νέας έρευνας, η οποία διεξάγεται σε δύο μεγάλα νοσοκομεία της Αθήνας, με τη συμμετοχή 100 ασθενών.

Η ασθένεια

Το λέμφωμα είναι ‘ο μεγάλος μίμος’, είπε χαρακτηριστικά στη διάρκεια της ενημερωτικής εκδήλωσης, ο επιστημ. υπεύθυνος του Αιματολογικού Τμήματος της Δ’ Πανεπιστημιακής Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου ‘Αττικό’ και Επιμ.

Α΄ Ε.Σ.Υ. κ. Α. Ζώμας. Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο το Λέμφωμα να συγχέεται με άλλες παθήσεις, όπως λοιμώξεις, φλεγμονές, νοσήματα του κολλαγόνου, απλές κύστες ή μεταστατικό καρκίνο συμπαγών οργάνων και γι’ αυτό το λόγο στη βιβλιογραφία έχει χαρακτηρισθεί ως ‘ο μεγάλος μίμος’.

Το λέμφωμα, είναι μία ετερογενής ομάδα κακοηθειών του λεμφικού συστήματος, το οποίο αποτελεί ένα σύνολο μικρών αγγείων (λεμφαγγεία) και οργάνων (λεμφαδένες, σπλήνας, θύμος αδένας). Το σύστημα αυτό, συμμετέχει ενεργά στη ρύθμιση των αμυντικών μηχανισμών του οργανισμού και της βελτίωσης της κυκλοφορίας των υγρών και των ηλεκτρολυτών.

Προσβάλλει συχνότερα άτομα μεγαλύτερα των 50 ετών και χαρακτηρίζεται κυρίως από ανώδυνη και προοδευτική διόγκωση ενός ή περισσότερων λεμφαδένων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διόγκωση αυτή συνοδεύεται από χαμηλό πυρετό (37,4 έως 38o C) και από συμπτώματα αδιαθεσίας, κούρασης, ανορεξίας και εφιδρώσεων.

Τις τελευταίες δεκαετίες, καταγράφεται μία μικρή, συνεχής αύξηση του αριθμού των νέων περιστατικών.

Η διάγνωση του Λεμφώματος γίνεται με βιοψία μέρους ή ολόκληρου του λεμφαδένα, η οποία, μάλιστα, καλό θα ήταν να εξετάζεται σε εξειδικευμένα Παθολογοανατομικά κέντρα, όπου γίνεται και ακριβέστερα η τυποποίηση του είδους του Λεμφώματος (υπάρχουν τουλάχιστον 40 μείζονες τύποι).

Αντιμετώπιση

Η αντιμετώπιση του λεμφώματος γίνεται από αιματολόγους και σε ορισμένες περιπτώσεις από ογκολόγους και ξεκινά υποχρεωτικά από τη διαδικασία εκτίμησης της έκτασης και της εντόπισης του Λεμφώματος. Σε αδρές γραμμές, σε Λεμφώματα χαμηλού ρίσκου και βραδείας εξέλιξης, ο πρωταρχικός θεραπευτικός στόχος είναι η διατήρηση της μακροβιότητας με την καλύτερη δυνατή ποιότητα ζωής, ενώ στα επιθετικά Λεμφώματα υψηλού ρίσκου, κύριο στόχο αποτελεί η επιβίωση του ασθενούς την περίοδο κινδύνου και η οριστική ίαση.

Στα συμβατικά όπλα αντιμετώπισης των Λεμφωμάτων -και γενικότερα των κακοηθειών- όπως η χημειοθεραπεία και η ακτινοβολία, τα τελευταία χρόνια προστέθηκαν η χρήση μονοκλωνικών αντισωμάτων (ανοσοθεραπεία), βιολογικών παραγόντων, η ανοσο-ραδιοθεραπεία, ενώ προ των πυλών της ευρύτερης εφαρμογής βρίσκεται και η γονιδιακή θεραπεία.

Μικρό, αλλά αξιόλογο ποσοστό ασθενών, θεραπεύονται και με τη Μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων (ή Μεταμόσχευση Μυελού των Οστών, όπως ονομαζόταν παλαιότερα) που πραγματοποιείται σε ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό ιδρυμάτων τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό.

Η σημαντική πρόοδος της βιοχημείας, της μοριακής βιολογίας, της βιοτεχνολογίας και άλλων συναφών επιστημών, επέτρεψε την ανακάλυψη ‘έξυπνων’ φαρμάκων, τα οποία δρουν στα κύτταρα του λεμφώματος, χωρίς να προσβάλλουν τους γειτονικούς υγιείς ιστούς.

Επιπλέον, νέα σκευάσματα προλαμβάνουν και θωρακίζουν τον ασθενή από τις ενδεχόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, κάνοντας τη συνολική θεραπεία εκτός από αποτελεσματικότερη, λιγότερο τοξική και- συνεπώς- καλύτερα ανεκτή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η θεραπεία γίνεται στο σπίτι με χάπια ή ενέσεις.

Η πλειονότητα, όμως, των ασθενών πρέπει να νοσηλευθεί από λίγες ώρες έως λίγες ημέρες.

Επιπλέον Πληροφορίες