Ο έλεγχος ενός λιπαρού οξέως στον εγκέφαλο θα μπορούσε να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του Alzheimer, σύμφωνα με αμερικανική έρευνα.

Πειράματα σε ποντίκια έδειξαν ότι η μείωση του υπερβάλλοντος επιπέδου οξέως περιόρισε τα προβλήματα μνήμης των ποντικών και τις αλλαγές συμπεριφοράς.

Η ερευνητική ομάδα, γράφοντας στο περιοδικό ‘Nature Neuroscience’ σημειώνει ότι τα επίπεδα λιπαρών οξέων μπορούν ενδεχομένως να ελεγχθούν μέσω διατροφής ή φαρμάκων.

Ομάδα από τη Βρετανία χαρακτηρίζει την έρευνα συναρπαστική.

Επιστήμονες από το Ινστιτούτο Gladstone και το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια εξέτασαν λιπαρά οξέα στον εγκέφαλο ποντικών και τα συνέκριναν με αυτά ποντικών που είχαν παρόμοια νόσο με το Alzheimer.

Οι επιστήμονες μείωσαν τα επίπεδα του ενζύμου PLA2 στα ποντίκια και ανακάλυψαν ότι ακόμα και μερική μείωση σταματούσε την εξασθένηση της μνήμης και άλλες βλάβες.



Ο ερευνητής Dr Rene Sanchez-Mejia, σημειώνει ότι η πιο σημαντική αλλαγή που παρατήρησε στα ποντίκια ήταν η αύξηση στο αραχιδονικό οξύ και σε σχετικούς μεταβολίτες του ιππόκαμπου, κέντρου μνήμης που επηρεάζεται πρώιμα και σοβαρά από τη νόσο Alzheimer.

Πιθανολογεί πως πολύ μεγάλη ποσότητα αραχιδονικού οξέως μπορεί ενδεχομένως να οδηγήσει σε υπερδιέγερση των εγκεφαλικών κυττάρων και ότι η μείωσή του επιτρέπει να λειτουργούν φυσιολογικά.

Ο επικεφαλής της έρευνας Dr Lennart Mucke, πρόσθεσε οτι γενικά τα επίπεδα λιπαρών οξέων μπορούν να ελεγχθούν μέσω διατροφής ή φαρμάκων.

Τα αποτελέσματα έχουν σημαντικές θεραπευτικές εφαρμογές γιατί υποδεικνύουν ότι η αναστολή της δραστηριότητας της PLA2 θα μπορούσε να βοηθήσει στην πρόληψη των νευρολογικών βλαβών στη νόσο Alzheimer. Ωστόσο χρειάζεται περαιτέρω έρευνα πριν η θεραπευτική αυτή στρατηγική εφαρμοστεί στους ανθρώπους.

Η Rebecca Wood, εκπρόσωπος ένωσης για το Alzheimer στη Βρετανία, δήλωσε ότι η έρευνα στα ποντίκια υποδεικνύει ότι υπάρχει μια σχέση μεταξύ των λιπαρών οξέων και της μη φυσιολογικής εγκεφαλικής δραστηριότητας που υπάρχει στη νόσο Alzheimer.

Αυτό αποτελεί αιτία συγκρατημένης αισιοδοξίας καθώς είναι κάτι που μπορεί να ελεγχθεί σε ένα βαθμό.
Ωστόσο δεν είναι ακόμα σαφές αν τα ευρήματα μπορούν να εφαρμοστούν και στον άνθρωπο.

Πηγές: ‘Nature Neuroscience’