Ένας στους πέντε Ευρωπαίους υποφέρει από χρόνιο πόνο, ανέφερε η αναισθησιολόγος κ. Αθηνά Βαδαλούκα, στο συνέδριο ALGOS 2009, το οποίο πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στη Μύκονο. 

Σύμφωνα με την κ. Βαδαλούκα, οι κύριοι τύποι του πόνου είναι ο αλγαισθητικός και ο νευροπαθητικός πόνος. Στο σοβαρό αλγαισθητικό πόνο υπάρχει καταστροφή ιστών του σώματος εξαιτίας διαφόρων παραγόντων όπως ο τραυματισμός, η φλεγμονή, η πίεση, θερμά ή ψυχρά ερεθίσματα.

Τα σήματα του πόνου αναγνωρίζονται από υποδοχείς που αντιδρούν στον πόνο , τους επονομαζόμενους αλγοϋποδοχείς (οι οποίοι βρίσκονται στο δέρμα, στα εσωτερικά όργανα).  Ως νευροπαθητικός πόνος, ορίζεται ο πόνος που προκύπτει από άμεση βλάβη ή νόσο του νευρικού συστήματος.

Στο νευροπαθητικό πόνο, η βλάβη των νεύρων προκαλεί την παραγωγή σημάτων πόνου, ακόμα και αν δεν παρατηρείται βλάβη στους ιστούς. Στις αιτίες βλάβης των νεύρων περιλαμβάνονται ο τραυματισμός (τομές των νεύρων ή μακροχρόνια συνεχής πίεση), μεταβολική δυσλειτουργία (σακχαρώδης διαβήτης), κατάχρηση ουσιών (αλκοόλ), λοιμώξεις από ιούς (έρπητας ζωστήρας) ή φλεγμονή.

Ο πόνος της μέσης (οσφυαλγία) μπορεί επίσης, να έχει νευροπαθητικούς χαρακτήρες, για παράδειγμα όταν τα νεύρα τραυματίζονται από πίεση ή μετακίνηση δίσκου.

Ο χαρακτήρας του νευροπαθητικού πόνου περιγράφεται συνήθως ως κάψιμο (καυσαλγία) ή αιχμηρός σαν μαχαιριά. Ο πόνος μπορεί να είναι διαπεραστικός, σύντομος και επιθετικός, ή βουβός και συνεχής.

Αίσθηση τρυπήματος σαν από βελόνα ή καρφί και μεγάλη ευαισθησία στην αφή μπορεί να εμφανιστούν, έτσι ώστε η παραμικρή επαφή ή και απλές καθημερινές εργασίες να προκαλούν πόνο. Πόνος στη μέση που απλώνεται ('ακτινοβολεί') στο κάτω άκρο ή ακόμη και στο πέλμα ή τα δάχτυλα, συνοδευόμενος από κάψιμο ή μούδιασμα, μπορεί να αποτελεί εκδήλωση οσφυαλγίας με νευροπαθητικό υπόστρωμα.

Συχνότητα 

Το 20% - 24% των ανθρώπων με διαβήτη εμφανίζουν επώδυνη διαβητική περιφερική νευροπάθεια. Το 25% - 50% των ασθενών ηλικίας άνω των 50 ετών με έρπη ζωστήρα αναπτύσσουν μεθερπητική νευραλγία (≥3 μήνες μετά την ίαση του εξανθήματος).

Το 20% των ασθενών εμφανίζουν πόνο μετά από μαστεκτομή, ενώ το ένα τρίτο των ασθενών με καρκίνο έχει νευροπαθητικό πόνο (μόνο ή μαζί με αλγαισθητικό πόνο). Το 7% - 37% των ασθενών με οσφυαλγία μπορεί να εμφανίζουν σχετιζόμενο νευροπαθητικό πόνο.

Η αποκάλυψη της αιτίας του πόνου και η πραγματοποίηση της διάγνωσης είναι βασικά στοιχεία για την αποτελεσματική αντιμετώπισή του. Για το λόγο αυτό, η επίσκεψη στο γιατρό, σε αρχικό στάδιο, είναι πολύ σημαντική.

Η εξέταση αποτελείται από: Πλήρες ιατρικό ιστορικό, κλινική εξέταση με ειδική έμφαση στη νευρολογική εκτίμηση, εργαστηριακές εξετάσεις Κλίμακες και ερωτηματολόγια στη αξιολόγηση του νευροπαθητικού πόνου.

Με δεδομένο ότι είναι δύσκολος ο αντικειμενικός προσδιορισμός του τύπου του πόνου, συχνά χρησιμοποιούνται κλίμακες αξιολόγησής του. Το πρώτο ζητούμενο είναι η θεραπεία της υποκείμενης νόσου (ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα στην περίπτωση του διαβήτη), περιορίζοντας την αιτία του πόνου.

Η θεραπεία για τον πόνο χρειάζεται να ξεκινήσει άμεσα προκειμένου να αποφευχθεί η δημιουργία μνήμης πόνου (μιας ιδιότητας ορισμένων νευρώνων), η οποία οδηγεί στο χρόνιο πόνο. Επιπλέον, ο πόνος που δεν έχει αντιμετωπιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι δυσκολότερο να θεραπευτεί.

Ο πόνος φέρνει πόνο και δεν πρέπει να καθυστερούμε την αντιμετώπισή του. Ο στόχος της θεραπείας του πόνου είναι η εξάλειψη ή η σημαντική ανακούφισή του. Η ολοκληρωτική απαλλαγή από τον πόνο δεν είναι πάντοτε εφικτή.

Θεραπεία

Η επιλογή της αποτελεσματικής θεραπείας, εξατομικευμένης για κάθε ασθενή, η λεπτομερής επεξήγηση της θεραπείας και η ενεργητική συμμετοχή του ασθενή είναι σημαντικοί παράγοντες για την επιτυχημένη διαχείριση του πόνου.

Για την αντιμετώπιση του πόνου χρησιμοποιείται μία πληθώρα μεθόδων (φάρμακα, παρεμβατικές τεχνικές, ψυχολογική υποστήριξη, εναλλακτικές θεραπείες, φυσικοθεραπεία, βελονισμός κ.λπ.) Σε κάποιες περιπτώσεις, ίσως είναι αναγκαίος ο συνδυασμός διαφόρων φαρμάκων και η χρήση πολλών διαφορετικών θεραπευτικών τεχνικών.

Τα φάρμακα με αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα αποτελούν μικρό ποσοστό των φαρμάκων που συνταγογραφούνται για την αντιμετώπιση του νευροπαθητικού πόνου. Τα φάρμακα για τη θεραπεία του νευροπαθητικού πόνου, χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για τη θεραπεία των επιληπτικών κρίσεων (αντιεπιληπτικά) και της κατάθλιψης (αντικαταθλιπτικά).

Οι δύο αυτές κατηγορίες φαρμάκων (με συγκεκριμένους αντιπροσώπους από την κάθε κατηγορία) είναι αποτελεσματικές στη θεραπεία του νευροπαθητικού πόνου. Ενίοτε απαιτείται και η χρήση ισχυρότερων αναλγητικών, συνήθως με τη μορφή συνδυασμού φαρμάκων.

Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Εταιρειών Νευρολογίας (EFNS) προτείνει για την αντιμετώπιση του Νευροπαθητικού Πόνου την χρήση των: Πρεγκαμπαλίνη, γκαμπαμπεντίνη (αντιεπιληπτικά), τρικυκλικά, βενλαφαξίνη, ντουλοξετίνη (αντικαταθλιπτικά), τοπική Lidocaine (τοπικό αναισθητικό).

Ο Νευροπαθητικός πόνος συχνά συνοδεύεται από διαταραχές ύπνου, καταθλιπτικές και αγχώδεις διαταραχές και άλλα ενοχλητικά συμπτώματα, υποβαθμίζοντας σημαντικά τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής των πασχόντων.

Στόχος της θεραπείας αποτελεί η συνολική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Δεδομένου ότι η πρεγκαμπαλίνη περιλαμβάνει στις θεραπευτικές ενδείξεις της (επιληψία, γενικευμένη αγχώδη διαταραχή), αποτελεί ένα φάρμακο πρώτης γραμμής για την αντιμετώπιση του νευροπαθητικού πόνου, προσφέροντας παράλληλα ανακούφιση και στα άλλα συνοδά συμπτώματα.

Για την ανακούφιση των ασθενών με χρόνιο πόνο (νευροπαθητικής ή μη αιτιολογίας) απαιτείται μια πολυπαραγοντική προσέγγιση που παρέχεται στα Ιατρεία Πόνου όπου συνδυάζεται η φαρμακευτική αγωγή, οι παρεμβατικές τεχνικές, η ψυχολογική υποστήριξη, η υποστήριξη της οικογένειας, η φυσικοθεραπεία, ο βελονισμός και όλες οι άλλες τεχνικές που απαιτούνται για την ολιστική και πλήρη αντιμετώπιση του ανθρώπου που πάσχει από χρόνιο πόνο και από τα συνοδά του συμπτώματα.

Η έγκαιρη επίσκεψη στους ειδικούς στην αντιμετώπιση του πόνου ιατρούς των Ιατρείων Πόνου εξασφαλίζει τη βέλτιστη δυνατή αντιμετώπιση σε ένα πρόβλημα υγείας που συχνά ταλαιπωρεί τους ασθενείς για πολύ καιρό και που τους οδηγεί από γιατρό σε γιατρό, συχνά χωρίς σημαντικό όφελος.

Απαιτείται ενημέρωση του κοινού, ώστε το μήνυμα της αντιμετώπισης του χρόνιου πόνου να μεταφερθεί και να διαδοθεί, οδηγώντας στην ανακούφιση και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής πολλών συνανθρώπων μας.