της Έφης Σίμου*

Στις παλιές εποχές, οι ιατροί δεν είχαν να διαχειριστούν επίπονες και ειλικρινείς συζητήσεις με τους ασθενείς τους. Μέχρι πρόσφατα, η πατερναλιστική οπτική στη σχέση ιατρού-ασθενούς, ήταν η συνήθης πρακτική. Με τη ραγδαία εξέλιξη των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και ιδιαίτερα του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τη συνακόλουθη διάχυση της ιατρικής και επιστημονικής γνώσης, οι ασθενείς γίνονται όλο και περισσότερο ενημερωμένοι και διεκδικητικοί και απαιτούν περισσότερη εμπλοκή στις αποφάσεις που σχετίζονται με την υγεία τους.

H συμμετοχή στη λήψη απόφασης είναι μια συνεργατική διαδικασία, κατά την οποία παρέχονται οι καλύτερα διαθέσιμες τεκμηριωμένες πληροφορίες στους ασθενείς, σχετικά με τις διαγνωστικές και θεραπευτικές επιλογές, τις πιθανές βλάβες και τα οφέλη τους και ενθαρρύνονται, ώστε να χρησιμοποιούν αυτές τις πληροφορίες στο διάλογό τους με τους γιατρούς, καθώς και για να λαμβάνουν αποφάσεις για την υγειονομική τους περίθαλψη, οι οποίες ευθυγραμμίζονται καλύτερα με τις αξίες, τις προτιμήσεις τους και τον τρόπο ζωής τους. Η διαδικασία αυτή παρέχει στους ασθενείς την υποστήριξη που χρειάζονται, ώστε να λαμβάνουν τις καλύτερες αποφάσεις, που αφορούν την εξατομικευμένη φροντίδα, ενώ παράλληλα επιτρέπει και στους γιατρούς να αισθάνονται περισσότερο σίγουροι ότι οι ασθενείς θα ακολουθήσουν τη θεραπεία την οποία συνταγογραφούν.

Η συμμετοχική λήψη απόφασης, στην οποία οι ασθενείς λαμβάνουν ενεργό μέρος και συναποφασίζουν με τον γιατρό τους, είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος, ώστε να μειωθεί η δυσαρέσκεια των ασθενών από τις παρεχόμενες υγειονομικές υπηρεσίες, να μειωθούν τα ιατρικά λάθη και οι επιπλοκές τους, να αυξηθεί η συμμόρφωση στη θεραπεία και να μεγιστοποιηθούν τα αποτελέσματα μιας θεραπευτικής αγωγής. Επίσης η ένταξή της στην καθημερινή κλινική πρακτική, μπορεί να μειώσει την οικονομική επιβάρυνση από τα χρόνια νοσήματα και να ενισχύσει την αποτελεσματική διαχείρισή τους. Τέλος, η συμμετοχή των ασθενών στη λήψη αποφάσεων μπορεί να μειώσει τις ανισότητες στην υγεία, καθώς και την ανισότητα που αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και μακροπρόθεσμα να βελτιώσει το συνολικό επίπεδο υγείας ενός πληθυσμού. Η συμμετοχική λήψη απόφασης υποστηρίζεται από κλινικές μελέτες, οι οποίες δείχνουν ότι η γνώση που προσφέρεται στους ασθενείς, αυξάνει την αυτοπεποίθησή τους και τη διάθεσή τους να εμπλακούν και στις περισσότερες περιπτώσεις τους οδηγεί στο να επιλέξουν πιο συντηρητικές θεραπείες.

Πολλοί ασθενείς, όταν φτάνουν στη στιγμή να υποβληθούν σε μια εξέταση ή επέμβαση ή να ξεκινήσουν μια θεραπεία αναρωτιούνται αν ο γιατρός, τους έχει δώσει τη σωστή ιατρική γνωμάτευση και τη σωστή θεραπεία. Κάθε ασθενής, ειδικά τη στιγμή που βιώνει την οξεία φάση της ασθένειας, μπορούμε να πούμε ότι αισθάνεται πληροφοριακή πείνα αναφορικά με την ασθένεια, τις αιτίες που την προκάλεσαν, τα συμπτώματα, τις επιπλοκές και κυρίως την έκβασή της. Η συμμετοχική λήψη απόφασης προϋποθέτει ότι οι ασθενείς έχουν όλη την πληροφόρηση που απαιτείται, ώστε να κατανοήσουν την εξέταση ή την θεραπεία στην οποία θα πρέπει να υποβληθούν. Η ανταλλαγή πληροφορίας είναι ζωτικής φύσης για τη σωστή διάγνωση και την καταλληλότητα του προτεινόμενου θεραπευτικού σχήματος, αλλά και την τήρηση της θεραπευτικής αγωγής. Η καλύτερη ιατρική σύσταση και συνταγή, μπορεί να πάει χαμένη αν τελικά ο ασθενής δεν την ακολουθήσει.

Οι ασθενείς συχνά διστάζουν να έρχονται σε αντιπαράθεση με τον γιατρό τους. Αν μια προτεινόμενη θεραπεία προταθεί χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τον ασθενή, μπορεί να αυξηθεί η πιθανότητα ο ασθενής να μην την ακολουθήσει και να επιδιώξει και μια δεύτερη ιατρική γνώμη, με ότι αυτό συνεπάγεται τόσο από πλευράς έκβασης της ασθένειας, όσο και επιπλέον κόστους για το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης. Η ειλικρινής συζήτηση, του ασθενή με τον γιατρό του και άλλους επαγγελματίες υγείας, μπορεί να λυτρώσει από την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια της ασθένειας και να γκρεμίσει το τείχος της ασυνεννοησίας, με το οποίο βρισκόμαστε αντιμέτωποι όταν η ασθένεια μας αναγκάζει να πλοηγηθούμε σε ένα πολύπλοκο και κατακερματισμένο υγειονομικό σύστημα.

Επιπλέον η συμμετοχική λήψη απόφασης θα πρέπει να ειδωθεί στο πλέγμα και το πλαίσιο πραγματικών υποδομών και πόρων, καθώς και στο πλαίσιο του κόστους και της αποτελεσματικότητας. Ο ασθενής και ο γιατρός είναι οι δύο κύριοι παράγοντες, που θα πρέπει να αλληλεπιδρούν κατά τη διάρκεια της συμμετοχικής λήψης απόφασης, αλλά υπάρχουν και ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη, όπως για παράδειγμα οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης απόφασης.

Η συμμετοχή των ασθενών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων αποτελεί πολύπλοκο ζήτημα. Είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ένα μοντέλο για όλους τους ασθενείς. Οι ασθενείς έχουν διαφορετικές επιθυμίες και ποικίλη υγειονομική παιδεία. Άλλοι θέλουν να αποφασίζουν μόνοι τους, άλλοι δεν αντέχουν να λαμβάνουν βαρυσήμαντες αποφάσεις. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν πραγματικά ελευθερία, επειδή η ελευθερία προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης, και πολλοί είναι αυτοί που την τρέμουν. Άλλοι πάλι θέλουν να λαμβάνουν τη γνώμη πολλών πριν αποφασίσουν.

Αν ένας γιατρός πιστεύει ότι η θεραπεία είναι απαραίτητη, είναι υποχρεωμένος να προσπαθήσει να πείσει τον ασθενή, ώστε να εναρμονιστεί με την άποψη του, αλλά αν στο τέλος ο τελευταίος παραμένει αμετάπειστος, δεν επιτρέπεται στο γιατρό να τον πιέσει να αποδεχτεί τη θέση του, πόσο μάλλον να αποφασίσει για αυτόν χωρίς να τον ενημερώσει πλήρως. Θεμιτή είναι επίσης η ισορροπία ανάμεσα στο σεβασμό στην αυτονομία του ασθενή και στη συλλογικότητα που προϋποθέτει ένα σύστημα υγείας, το οποίο καλείται να διαχειριστεί ένα πλήθος ατομικών περιπτώσεων.

Στρατηγικές οι οποίες στοχεύουν στην ενημέρωση και την ενδυνάμωση των ασθενών, θα πρέπει να καταχωρούνται υψηλά στην πολιτική υγείας και αυτό όχι μόνο γιατί είναι το σωστό υπό το πρίσμα της προσωπικής αυτονομίας και αυτοδιάθεσης, αλλά επίσης γιατί μπορεί να αποδειχτούν αποτελεσματικές στην μείωση των δαπανών για την υγεία και τη σταθεροποίηση του δημόσιου συστήματος υγειονομικής περίθαλψης.

Η καλή επικοινωνία και η συμμετοχή των ασθενών στη λήψη αποφάσεων, που σχετίζονται με την υγεία τους, αποτελεί τη διαδικασία που μπορεί να φέρει την ιατρική πιο κοντά σε αυτούς που την υφίστανται.

Δρ. Έφη Σίμου, Ερευνήτρια Τομέα Επιδημιολογίας και Βιοστατιστικής. Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας