Στο διαζύγιο οδηγούνται πολλά ελληνικά ζευγάρια, έπειτα από μακροχρόνια συνύπαρξη.

Μελέτες δείχνουν ότι το 22ο έτος αποτελεί ‘σταθμό’ στην έκβαση του γάμου, καθώς λείπουν οι παράγοντες που κρατούν μαζί το ζευγάρι. Το διαζύγιο ‘χτυπά την πόρτα’ στα ζευγάρια που είναι στο γάμο για 20 έως 30 χρόνια, σημειώνει η ψυχολόγος κ.

Νίκη Ζαρκάδα.

Ενώ θα περίμενε κανείς – εξηγεί – ότι δύο άνθρωποι που έχουν μοιραστεί τη ζωή τους για ένα τόσο πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν έχουν λόγο να χωρίσουν, τα στοιχεία έρχονται να το διαψεύσουν.

Η ανάλυση των δεδομένων της Συμβουλευτικής Γραμμής Σεξουαλικής Υγείας δείχνει ότι ένας μεγάλος αριθμός ζευγαριών προχωρεί σε λύση του γάμου, μετά από 22 χρόνια κατά μέσο όρο κοινής συμβίωσης.

Το Ινστιτούτο Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας, με πρόεδρο τον δρ. Θάνο Ασκητή, πραγματοποίησε έρευνα σχετικά με τους αιτιολογικούς παράγοντες, οι οποίοι ωθούν ένα ζευγάρι με τόσο μακρόχρονη σχέση στο χωρισμό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου, οι πιο συχνοί αιτιολογικοί παράγοντες είναι οι εξής:

Ένα ποσοστό 33% αναφέρει πως ο κορεσμός και η ρουτίνα είναι που τους ωθούν στο διαζύγιο. Η κάθε μέρα είναι ίδια με την άλλη και όλες οι μέρες γίνονται σταδιακά ίδιες.

Δημιουργούνται αισθήματα απογοήτευσης και μοναξιάς και η αρχική αμφιβολία μετατρέπεται σε βεβαιότητα για το ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει, με αποτέλεσμα η απομάκρυνση και η απόσταση ολοένα να μεγαλώνει.

Πολύ συχνά οι σύντροφοι παραπονιούνται ότι έχουν κουραστεί ψυχολογικά, ότι αισθάνονται άδειοι και ότι ή σχέση δεν τους ευχαριστεί πλέον.

Παιδιά

Το 29% αναφέρει πως το γεγονός ότι τα παιδιά έχουν φύγει από το σπίτι είναι καθοριστικής σημασίας για την απόφασή τους.

Μετά από 30 χρόνια γάμου τα παιδιά έχουν φύγει από το γονεϊκό σύστημα και έτσι οι γονείς δεν έχουν το κίνητρο να μείνουν μαζί προκειμένου να τα μεγαλώσουν και να τα φροντίζουν.

Θεωρούν πλέον ότι είναι ικανά να διαχειριστούν το διαζύγιο, ενώ η απουσία των παιδιών από το σπίτι, φέρνει συχνά στην επιφάνεια το συναισθηματικό κενό μεταξύ των συντρόφων.

Το 16% αναφέρει πως η απιστία οδηγεί στο διαζύγιο. Και πράγματι στη μέση ηλικία τόσο ο άνδρας όσο και η γυναίκα χαρακτηρίζονται από φιληδονία. Βλέποντας πως τα χρόνια περνούν αισθάνονται την ανάγκη να ξανανιώσουν.

Η ανασφάλεια που φέρνει ο χρόνος με το πέρασμά του, δημιουργεί την ανάγκη της επιβεβαίωσης, ότι ακόμα ‘μετράω’. Έτσι, οδηγείται κανείς στη δημιουργία μιας άλλης σχέσης που τον κάνει να νιώθει αρεστός ή αρεστή. Εξάλλου, στην ηλικία αυτή το σεξ παραμένει σημαντικό και για τα δύο φύλα, ως στοιχείο ευχαρίστησης, χαράς και επιβεβαίωσης.

Το σεξ

Η σεξουαλική απομάκρυνση οδηγεί ένα ποσοστό 13% σε χωρισμό. Πολλά ζευγάρια παραπονιούνται για την αλλαγή στη σεξουαλική τους ζωή, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις μεταβάλλεται δραματικά, έτσι ώστε δεν είναι σπάνιο κάποιοι να απέχουν σεξουαλικά.

Οι συγκρούσεις, η φθορά της καθημερινότητας, η ύπαρξη ενός σεξουαλικού προβλήματος που συνδέεται με την αύξηση της ηλικίας, η ψυχική απομάκρυνση, η σχέση που πλέον είναι ‘δεδομένη’ και δε χρειάζεται να προσπαθήσεις για αυτήν, οδηγούν τους συντρόφους σε μια σχέση που το σεξ δεν έχει χώρο.

Υπαρξιακού τύπου προβλήματα είναι ικανά να οδηγήσουν ένα ζευγάρι στο χωρισμό, όπως αναφέρει ένα ποσοστό 9%.

Η υπαρξιακή- εσωτερικού τύπου κρίση που περνά κανείς όσο μεγαλώνει και κάνει έναν απολογισμό ζωής, δημιουργεί ερωτηματικά, ανασφάλεια, φόβο και την ανάγκη να ‘προλάβει’ να ζήσει όσα δεν έκανε, να ευχαριστηθεί.

Εξάλλου, τα προβλήματα υγείας είναι συχνά σε αυτήν την ηλικιακή περίοδο και δημιουργούν αίσθημα ανεπάρκειας και ψυχολογικής πίεσης.

Στη σύγχρονη εποχή τα κοινωνικά δρώμενα ‘επιτρέπουν’ το διαζύγιο, το οποίο σε παλαιότερες εποχές ήταν συνυφασμένο με τον κοινωνικό στιγματισμό. Η σημερινή κοινωνία είναι πιο απελευθερωμένη, το ‘επιτρέπει’.

Από την άλλη, το γεγονός ότι ο μέσος όρος ζωής των ανθρώπων έχει αυξηθεί κατά πολύ συγκριτικά με παλαιότερα, δίνει τη δυνατότητα να μπορεί να ξαναφτιάξει και πάλι τη ζωή του κάποιος στα 50 ή 60 του χρόνια.