Αυτό δείχνει μελέτη που δημοσιεύτηκε επίσημα "Genetic Association of Waist-to-Hip Ratio With Cardiometabolic Traits, Type 2 Diabetes, and Coronary Heart Disease".

Ένας πλήθος από μελέτες παρατήρησης έδειξαν στο παρελθόν ότι η εναπόθεση λίπους στην κοιλιά είναι ίσως σημαντικός παράγοντας για  καρδιομεταβολικές διαταραχές, στις οποίες ανήκουν η αύξηση των τριγλυκεριδίων, της χοληστερόλης, του σακχάρου στο αίμα και της αρτηριακής πίεσης, γνωστά  ως μεταβολικό σύνδρομο.

Ωστόσο, οι μελέτες αυτές δεν μπόρεσαν να αποδείξουν αιτιότητα. Θεωρητικά, ήταν δυνατόν και άλλοι παράγοντες όπως ο τρόπος ζωής, η κακή διατροφή ή η έλλειψη άσκησης, να είναι υπεύθυνοι για την μεταβολική διαταραχή. Η συσσώρευση του λιπώδους ιστού στην κοιλιά θεωρούταν περισσότερο συνοδευτικό φαινόμενο, χωρίς παθογενετική σημασία. Η κοιλιακή παχυσαρκία εκλαμβανόταν επίσης όχι ως αιτία, αλλά συνέπεια καρδιακής νόσου, η οποία καθηλώνει τους ασθενείς σε καθιστική ζωή.

Η τυχαιοποιημένη μελέτη  Μέντελ δίνει τώρα την δυνατότητα  να αποκλειστούν αυτές οι εναλλακτικές εξηγήσεις. Υποθέτει ότι τα γονίδια σχηματίζουν πληθυσμό τυχαία. Αν οι ίδιες γονιδιακές παραλλαγές, με μια υποθετική αιτία νόσου - εν προκειμένω την κοιλιακή παχυσαρκία - και με τις ασθένειες - στην περίπτωσή μας διαβήτη τύπου 2 και στεφανιαία νόσο - συνδέονται,  το γεγονός αυτό από μόνο του υποδηλώνει αιτιότητα. Για λόγους ασφαλείας οι παραλλαγές του γονιδίου δεν πρέπει να σχετίζονται με άλλους παράγοντες. Αυτοί θα μπορούσαν να είναι, για παράδειγμα, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η έλλειψη άσκησης, ή οι κακές διατροφικές συνήθειες. Θα πρέπει επίσης να αποκλειστεί ότι οι γονιδιακές παραλλαγές επηρεάζουν τον κίνδυνο της νόσου με άλλο τρόπο.

Αυτό το επιχείρημα κατόρθωσε να το αποδείξει μια ομάδα με επικεφαλής τον Sekar Kathiresan από Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης στη Βοστώνη. Η πρώτη ύλη ήταν τα στοιχεία από τέσσερις μελέτες συσχέτισης γονιδιώματος που ανέλυσαν κατά τα έτη 2007-2015, τα γονίδια 322. 154 ανθρώπων. Για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων, τα δεδομένα τους αξιολογήθηκαν στην βρετανική Βιοτράπεζα, μετά τις αιματολογικές εξετάσεις την περίοδο 2007-2011.

Και οι δύο αναλύσεις έδειξαν παρόμοια αποτελέσματα. Με κάθε αύξηση στην αναλογία μέσης - ισχίων επιδεινώνονταν οι καρδιομεταβολικοί παράμετροι με μια τυπική απόκλιση: Η χοληστερόλη παρουσίαζε αύξηση φθπανοντας τα 5,6 mg / η LDL χοληστερόλη στα 5,7 mg/dl και τα τριγλυκερίδια στα 27 mg/dl. Η τιμή δύο ωρών στο τεστ αντοχής στην γλυκόζη αυξήθηκε στα 4,1 mg / dL και η συστολική αρτηριακή πίεση στα 2,1 mmHg.

Πηγές: JAMA