Η ανοσοθεραπεία κατά του καρκίνου δεν αποτελεί πια πειραματική θεραπεία. Στην περίπτωση του κακοήθους μελανώματος, είναι ήδη μια από τις συνηθισμένες  θεραπείες,  στην δε χημειοθεραπεία πολύ ανώτερη εις ότι αφορά τις επιδράσεις και την συμβατότητα. Αυτό τονίζει, μεταξύ άλλων ο  Stephan Grabbe, πρόεδρος του γερμανικού συνεδρίου  για τον καρκίνο του δέρματος, που ξεκινά στις 22 Σεπτεμβρίου στο Mainz.

Η ανοσοθεραπεία  κατέχει μία από τις πιο σημαντικές θέσεις στην ογκολογία. Στην περίπτωση του καρκίνου του πνεύμονα και άλλων μορφών καρκίνου του δέρματος, η έρευνα είναι επίσης ελπιδοφόρα, για παράδειγμα στην περίπτωση του μελανώματος και του καρκινώματος,  Merkel, συμπληρώνει ο  διευθυντής της δερματολογικής κλινικής και της πολυκλινικής του Ιατρικού τμήματος του  Πανεπιστημίου Johannes Gutenberg  στο Mainz.

Η αιτία  για αυτό, εξηγεί ο Jochen Utikal, επικεφαλής της μονάδας κλινικής συνεργασίας της Δερματολογικής Ογκολογίας στο Γερμανικό Κέντρο Ερευνών για τον Καρκίνο ( DKFZ ) και στο Πανεπιστήμιο του Mannheim, οφείλεται στο γεγονός ότι το μελάνωμα είναι ο τύπος του όγκου με τις περισσότερες μεταλλάξεις στα καρκινικά κύτταρα και  στο ότι το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει έναν όγκο με πολλές μεταλλάξεις καλύτερα από ό,τι έναν με λίγες.

Σε σύγκριση με τους κυτταροστατικούς παράγοντες, οι ανοσοθεραπείες με αναστολείς σημείων ανοσιακού ελέγχου (π.χ. nivolumab ή pembrolizumabdas) έχουν καταφέρει να αυξήσουν τη μέση επιβίωση, όπως αναφέρεται  χαρακτηριστικά από την  Αμερικανική Εταιρεία Κλινικής Ογκολογίας (ASCO).

Οι αναστολείς των σημείων ανοσιακού ελέγχου ανήκουν στις ανοσοθεραπείες που έχουν αναπτυχθεί ευρέως μέχρι τώρα. Η επίδρασή τους βασίζεται στο γεγονός ότι τα Τ-κύτταρα  προσβάλλουν συνήθως βραχυπρόθεσμα  τους όγκους πριν αυτοί  αναχαιτιστούν  από ένα ανοσοκατασταλτικό σήμα. Αυτά τα σημεία ελέγχου υποτίθεται ότι αποτρέπουν την υπερβολική επιβάρυνση της ανοσολογικής αντίδρασης, όμως  ωφελούν τους όγκους (μηχανισμοί ανοσοδιαφυγής). Οι αναστολείς των σημείων ελέγχου εμποδίζουν αυτές τις πρωτεΐνες ελέγχου και αναχαίτισης στα Τ - κύτταρα και αποτρέπουν την ανοσοκαταστολή.

Πηγές: Ärzteblatt