Νέα έρευνα, με επικεφαλής τον  Christopher Gardner καθηγητή στο Stanford University Medical School, ανακάλυψε μικρή διαφορά μεταξύ των δυο.

Το συμπέρασμα προέρχεται από την παρακολούθηση 600 ενηλίκων που ήταν υπέρβαροι κατά 6,8 έως 45 κιλά όταν ξεκίνησαν διατροφή με χαμηλά λιπαρά ή χαμηλούς υδατάνθρακες, υπο επίβλεψη για ένα χρόνο.

Και οι 2 δίαιτες προκάλεσαν παρόμοια απώλεια βάρους, δήλωσε ο ερευνητής. Επίσης, αυτός και η ομάδα του δεν κέρδισαν νέες γνώσεις σχετικά με το γιατί ορισμένοι φαίνεται να χάνουν περισσότερο βάρος από άλλους, άσχετα από τη μέθοδο που χρησιμοποιούν.

Τα στοιχεία και τα αποτελέσματα της νέας έρευνας δεν θα βοηθήσουν τους ειδικούς να καθοδηγούν τους ασθενείς ή να επιλέγουν για τον εαυτό τους μια από τις 2 δίαιτες.

Στην έρευνα, οι συμμετέχοντες ήταν μεταξύ 18 και 50 ετών. Περίπου 6 στους 10 ήταν γυναίκες.

Οι συμμετέχοντες δεν είχαν οδηγίες να μετρούν θερμίδες αλλά να περιορίζουν είτε την πρόσληψη λιπαρών είτε υδατανθράκων.

Έπρεπε να αποφεύγουν ανθυγιεινές τροφές χαμηλής ποιότητας.

Οι ερευνητές, τους συμβούλευσαν να μαγειρεύουν οι ίδιοι όσο περισσότερο μπορούσαν, να καταναλώνουν λιγότερα σνακ, να τρώνε με την οικογένεια ή φίλους, να μην τρώνε μπροστά στην τηλεόραση, να αποφεύγουν τα σάκχαρα, να τρώνε πολλά λαχανικά και να προτιμούν όσο είναι δυνατό τροφές ολικής αλέσεως.

Στο τέλος του διαστήματος στο οποίο έγινε η μελέτη, φάνηκε ότι ορισμένοι έχασαν έως 27 κιλά, ενώ άλλοι έως 9.

Ωστόσο η αιτία δεν είναι σαφής. Ο ερευνητής σημείωσε ότι γενετική εξέταση απέτυχε να εντοπίσει σημάδια που θα προδιέθεταν κάποιον που έκανε δίαιτα είτε να χάσει βάρος είτε να κερδίσει, άσχετα από τη μέθοδο.

Εξετάσεις αίματος για την παρακολούθηση της ινσουλίνης επίσης απέτυχαν να εντοπίσουν μεταβολική προδιάθεση προς την απώλεια ή την αύξηση βάρους όταν κάποιος έκανε δίαιτα.

Συγκρίνοντας τις 2 ομάδες, οι ερευνητές ανακάλυψαν πολύ παρόμοια αποτελέσματα.

Κατά μέσον όρο η απώλεια βάρους μεταξύ των συμμετεχόντων με τους χαμηλούς υδατάνθρακες ήταν 5,8 κιλά στο τέλος του έτους, ενώ στην ομάδα με τα χαμηλά λιπαρά 5,4 κιλά.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο Journal of the American Medical Association.

Πηγές: Journal of the American Medical Association.