Έντονο προβληματισμό προκαλεί η τεράστια κατανάλωση φαρμάκων από τους Έλληνες.

Σε καθέναν από εμάς αναλογούν κάθε χρόνο περίπου 50 συσκευασίες, με αυξητικές μάλιστα τάσεις.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ), το 2016 πωλήθηκαν στην Ελλάδα 547,18 εκατομμύρια συσκευασίες φαρμάκων, δηλαδή 49,7 συσκευασίες κατά κεφαλήν!

Η ποσότητα είναι αυξημένη κατά 8,9% σε σύγκριση με το 2015, όταν είχαν πουληθεί 502,23 εκατομμύρια κουτιά ή 45,6 για κάθε πολίτη.

Από τις παραπάνω συσκευασίες πρέπει να αφαιρεθούν 19,4 εκατομμύρια, οι οποίες επανεξήχθησαν σε άλλες χώρες (“παράλληλες εξαγωγές”).

Όλα αυτά, προκαλούν έναν θηριώδη τζίρο της τάξης των 5,82 δισ. ευρώ το 2016 (5,6 δισ. το 2015), μεγάλο μέρος του οποίου πληρώνουν οι ασθενείς.

Μέρος της δαπάνης πληρώνουν, τελικά, και οι ίδιες οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις, μέσω των υποχρεωτικών εκπτώσεων (rebates) και επιστροφών προς τον ΕΟΠΥΥ (clawback). Η συμμετοχή της βιομηχανίας στη φαρμακευτική δαπάνη ήταν 9,4% το 2012, για να εκτιναχθεί στο 21,5% δύο χρόνια αργότερα.

Η συμμετοχή στις πληρωμές για φάρμακα κράτους - πολιτών διαμορφώνεται ως εξής: Η δημόσια δαπάνη (ΕΟΠΥΥ και νοσοκομεία) ανέρχεται ετησίως στα 2,55 δισ. ευρώ. Εάν το ποσό αυτό αφαιρεθεί από το σύνολο των πωλήσεων φαρμάκων, προκύπτει πως οι πολίτες πλήρωσαν πέρυσι από την τσέπη τους τα υπόλοιπα 3,27 δισεκατομμύρια (5,82 - 2,55 = 3,27).

Συμμετοχή

Οι όποιες παρεμβάσεις του Κράτους στα χρόνια της ύφεσης αφορούσαν και αφορούν την Οικονομία και όχι τη Δημόσια Υγεία, καθώς περιορίζονται στην τιμολόγηση και στη συμμετοχή στη δαπάνη. Η κατανάλωση παραμένει στα ίδια επίπεδα και – σε πολλές περιπτώσεις – αυξάνεται σε σχέση με τα προ κρίσης χρόνια.

Η Πολιτεία φρόντισε με επιμέλεια να μειώσει στο μισό τα χρήματα που διαθέτει για τη φαρμακευτική περίθαλψη, αδιαφορώντας για τα υπόλοιπα.

Το 2009, η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη ήταν 5,1 δισ. ευρώ, έναντι 2,55 δισεκατομμυρίων σήμερα και η κατανάλωση 562 εκατομμύρια συσκευασίες, έναντι 547 εκατομμυρίων πέρυσι!

Η συμπίεση, όμως, του κόστους, χωρίς έλεγχο της κατανάλωσης, προκαλεί στρεβλώσεις, ενώ καμία πλευρά δεν είναι ευχαριστημένη. Το κράτος δεν μπορεί να ελέγξει τη δαπάνη, οι πολίτες πληρώνουν όλο και περισσότερα και οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις διαμαρτύρονται για τις τεράστιες επιβαρύνσεις που υφίστανται.

Νοικοκυριά

Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ, κατά την περίοδο της ύφεσης, το βάρος των δαπανών των νοικοκυριών στις δαπάνες Υγείας μετατοπίστηκε, κυρίως για την κάλυψη της φαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης.

Συγκεκριμένα, από τα 105,8 ευρώ μηνιαίας δαπάνης Υγείας ανά νοικοκυριό, το 33,3% αφορούσε τη φαρμακευτική περίθαλψη, ποσοστό που ήταν μόλις 19,2% το 2009.

Σε καταναλώσεις φαρμάκων και αναλώσιμων, η Ελλάδα συγκρίνεται με χώρες του παλαιού ανατολικού μπλοκ, όπως προκύπτει από στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).

Το 25,9% των δαπανών Υγείας αφορά τα συγκεκριμένα είδη και πιο ψηλά από την Ελλάδα βρίσκονται η Ουγγαρία (29,2%), η Λετονία (26,8%), η Σλοβακία (26,9%), αλλά και το Λουξεμβούργο (27,2%). Πολύ πιο χαμηλά είναι η Ισπανία (18%) και η Πορτογαλία (15,5%).

ΜΗΣΥΦΑ

Η δαπάνη των πολιτών αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω, καθώς όλο και περισσότερα σκευάσματα διατίθενται πλέον ως “μη συνταγογραφούμενα φάρμακα” (ΜΗΣΥΦΑ).

Τον περασμένο Αύγουστο, το υπουργείο Υγείας ανάρτησε λίστα με 55 νέα ΜΗΣΥΦΑ, ενώ ο ΕΟΦ ανακοίνωσε μέσα στην εβδομάδα ότι προχωρεί στην έγκριση 15 ακόμη νέων μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων.

Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονται γνωστά προϊόντα, όπως η ασπιρίνη, δύο παρακεταμόλες και έξι “υβριδικά”. Στην τελευταία κατηγορία ανήκουν αντίγραφα φάρμακα (γενόσημα) που διαφέρουν σε περιεκτικότητα, οδό χορήγησης και ελαφρώς στην ένδειξη χορήγησης σε σχέση με τα πρωτότυπα.

Οι πωλήσεις των ΜΗΣΥΦΑ γνωρίζουν μία σχετική άνθιση. Το 2012, είχαν πουληθεί 78,2 εκατομμύρια συσκευασίες, αξίας 258,4 εκατομμυρίων ευρώ και το 2014 διατέθηκαν 95,9 εκατομμύρια συσκευασίες, αξίας 331 εκατομμυρίων ευρώ.