Από τις Βρυξέλλες, της απεσταλμένης μας Σοφίας Νέτα

Εδώ και κάποια χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκφράσει έντονη ανησυχία για το γεγονός ότι σταδιακά η ανακάλυψη καινοτόμων φαρμάκων θα μειωνόταν, λόγω του υψηλού κόστους της αναγκαίας έρευνας, αλλά και λόγω της έλλειψης συνεργιών μεταξύ των κυριοτέρων «παικτών», δηλαδή των φαρμακοβιομηχανιών και των ερευνητικών ιδρυμάτων. 'Ετσι αποφασίσθηκε η δημιουργία της κοινοπραξίας ΙΜΙ (Innovative Medicines Initiative), που σκοπό έχει τη δημιουργία τέτοιων συνεργιών και αξιοποίηση κοινών υποδομών για τη μείωση του κόστους.

Τα παραπάνω επισήμανε στο iatronet ο Σταύρος Μαλάς, ερευνητής-γενετιστής και πρώην υπουργός Υγείας Κύπρου, με αφορμή την ετήσια συνάντηση του ΙΜΙ (Innovative Medicines Initiave) που πραγματοποιήθηκε φέτος στις Βρυξέλλες και στην οποία Προήδρευσε σε μία από τις θεματικές.

Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «το κόστος για την ανακάλυψη ενός νέου καινοτόμου φαρμάκου ανέρχεται σε 2 δισ ευρώ, λεφτά τα οποία θα πρέπει εισπράξουν οι εταιρείες στο πολλαπλάσιο από τα συστήματα υγείας και τελικά το δημόσιο, όταν το σκεύασμα βγει στην αγορά. Αν το κόστος παραγωγής είναι υψηλό, τότε απλά αυτά τα σκευάσματα δεν θα μπορούν να πωληθούν σε μία προσιτή τιμή και οι ασθενείς δεν θα μπορούν να ωφεληθούν.

Επομένως, οι συνέργιες στην ανακάλυψη τέτοιων σκευασμάτων μειώνουν το κόστος και τελικά αυξάνουν την προσβασιμότητα των ασθενών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα φάρμακα που ανακαλύφθηκαν για σπάνιες ασθένειες, που αφορούν πολύ μικρό ποσοστό του γενικού πληθυσμού, τα οποία αναγκαστικά διατίθενται σε πολύ υψηλό κόστος ανά ασθενή, για να μπορέσουν οι εταιρείες να πάρουν πίσω τα χρήματα που επένδυσαν και να κερδίσουν. Για πολλές σπάνιες ασθένειες οι φαρμακοβιομηχανίες δεν ενδιαφέρονται να επενδύσουν στην ανακάλυψη νέων φαρμάκων λόγω του απαγορευτικού κόστους διάθεσης αυτών των φαρμάκων».

Το ΙΜΙ είναι μια κοινοπραξία μεταξύ της Ομοσπονδίας των μεγάλων φαρμακευτικών βιομηχανιών (EFPIA), αυτών δηλαδή που παράγουν καινοτόμα φάρμακα (και όχι γενόσημα) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στόχος είναι η χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων που εκπονούνται μεταξύ ερευνητικών ομάδων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα με στόχο την ανάπτυξη νέας γνώσης, που θα βοηθήσει στην ανακάλυψη νέων καινοτόμων θεραπειών.

«Κρίθηκε αναγκαία αυτή η συνεργασία», τονίζει ο κ. Μαλάς, γιατί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία εκπροσωπεί τους ασθενείς, αναγνωρίζει ότι σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν αρκετά καινοτόμα φάρμακα λόγω κόστους. Από την άλλη οι φαρμακευτικές εταιρείες από μόνες τους δεν μπορούν να εκπονήσουν πολυδιάστατη έρευνα για να ανακαλύψουν αυτά τα καινοτόμα προϊόντα. Επομένως αποφάσισαν να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να συνεργαστούν και μεταξύ τους και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο νέος αυτός χρηματοδοτικός οργανισμός θα διαθέσει 1,5 δισ. από τον κοινοτικό προϋπολογισμό έρευνας και οι φαρμακοβιομηχανίες θα προσφέρουν το άλλο 1,5 δισ.

Χρηματοδότηση από την κοινοτική συνεισφορά, εξηγεί ο κ. Μαλάς, «δικαιούνται ερευνητικά Κέντρα και μικρομεσαίες επιχειρήσεις με έδρα την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η κοινοπραξία αυτή άρχισε το 2008 με χρηματοδότηση από το 7ο πρόγραμμα / πλαίσιο και ονομαζόταν ΙΜΙ-1και τώρα το ΙΜΙ 2, με προϋπολογισμό 3 δισ (1.5 δις από την Ε.Ε), χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα Ορίζοντας 2020.

Η κοινοπραξία πέτυχε να φέρει μαζί πολλούς ερευνητές του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα και να αναπτύξει συνέργιες που βοήθησαν στην ανακάλυψη πρωτοποριακών μεθόδων και διαδικασιών που θα οδηγήσουν στην εύρεση νέων φαρμακευτικών σκευασμάτων: «Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι οι ΗΠΑ, η Κίνα αλλά και η Ιαπωνία προσπαθούν να μιμηθούν αυτή την προσπάθεια! 'Ενα άλλο όφελος αυτής της πολιτικής είναι η δημιουργία διμερών συνεργασιών μεταξύ ακαδημαϊκών κέντρων και εταιρειών, με τη διοχέτευση επιπρόσθετων χρημάτων από τον ιδιωτικό τομέα προς τα ερευνητικά κέντρα. Μέχρι τώρα έχουν χρηματοδοτηθεί πέραν των 200 προγραμμάτων και έχουν δαπανηθεί περίπου 2,5 δισ ευρώ. Κάθε ερευνητικό αντικείμενο το οποίο χρηματοδοτείται προαποφασίζεται από τις φαρμακευτικές εταιρείες και μετά επιλέγεται ένα δίκτυο από δημόσια ερευνητικά ιδρύματα για να το υλοποιήσουν από κοινού. Αυτή η Ημερίδα του ΙΜΙ που πραγματοποιείται ετησίως, είχε φέτος σκοπό να συζητήσει συγκεκριμένες θεματικές, οι οποίες προτάθηκαν από τις φαρμακευτικές βιομηχανίες, έτσι ώστε να προκηρυχθεί ο νέος γύρος χρηματοδοτήσεων το 2016. Αφορούσε κυρίως έρευνα για τις νευροεκφυλιστικές νόσους όπως το Αλτσχαϊμερ αλλά και τον καρκίνο, τις καρδιαγγειακές παθήσεις και την πολλαπλή σκλήρυνση. Οι συμμετέχοντες έδωσαν εισηγήσεις για το περιεχόμενο της προκήρυξης και τους έγινε επεξήγηση από τις φαρμακοβιομηχανίες για τους λόγους που προτείνονται οι συγκεκριμένες δράσεις.

'Ενα βασικό χαρακτηριστικό αυτής της διαδικασίας είναι η συμμετοχή και εκπροσώπων των ασθενών πέραν των ερευνητών, οι οποίοι εκφράζουν πάντοτε τις απόψεις τους από εντελώς διαφορετική σκοπιά από αυτή των ερευνητών. Από τη συζήτηση προέκυψε επίσης η ανάγκη να συμμετέχουν στο πρόγραμμα πέραν από τις φαρμακευτικές εταιρείες αλλά και τις μικρομεσαίες εταιρείες βιοτεχνολογίας και εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της πληροφορικής και της μοντελοποίησης των βιολογικών διαδικασιών με αντίστοιχα προγράμματα. Θεωρώ ότι το ΙΜΙ 2 θα αποτελέσει την κορωνίδα της συνεργασίας μεταξύ Ιδιωτικού και Δημόσιου- Ακαδημαϊκού Τομέα και θα αποτελέσει ένα ορόσημο στη διεξαγωγή σύγχρονης έρευνας. Από τα χρήματα που διατίθενται είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κάποιων χωρών οι οποίες διαθέτουν τις υποδομές αλλά και την κρίσιμη μάζα επιστημόνων που δραστηριοποιούνται στα σχετικά αντικείμενα. Πρωτοπόρες χώρες είναι η Βρετανία, η Σουηδία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ελβετία. Κάποιες από αυτές τις εταιρείες διατηρούν θυγατρικές και στις ΗΠΑ, αλλά αυτές δεν μπορούν να συμμετέχουν στα προγράμματα. Η προσπάθεια αυτή είναι ίσως η μοναδική περίπτωση που η Ευρώπη κατάφερε να ξεπεράσει την Αμερική στο επίπεδο προώθησης της καινοτομίας. Σημειώνεται ότι το 2001 αποφασίσθηκε στη Λισαβόνα, στο Συμβούλιο Κορυφής, ότι η Ευρώπη μέχρι το 2010 θα μετατρεπόταν στην πιο ανταγωνιστική οικονομική περιοχή του κόσμου, ξεπερνώντας τις ΗΠΑ. Η «εμπειρία» καταλήγει ο κ. Μαλάς, «αποδεικνύει ότι απέτυχε παταγωδώς με εξαίρεση αυτή την περίπτωση».