Της Δέσποινας Καραγιαννοπούλου

Ο μέσος χρόνος αποπληρωμής των Δημοσίων Νοσοκομείων ανέρχεται κατά μέσο όρο στις 500-600 ημέρες, ενώ στις αρχές του 2015 ήταν 400-500, δήλωσε στο Ιatronet o Παύλος Αρναούτης, Πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Ιατρικών Βιοτεχνολογικών Προϊόντων (ΣΕΙΒ) και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της European Diagnostics Manufacturing Association (EDMA). Ο ίδιος μας μίλησε μεταξύ άλλων για το σκληρό πια πλαίσιο της συνεργασίας με τους οίκους του εξωτερικού, για την απομείωση των ομολόγων κατά 80% που οδήγησε πολλές επιχειρήσεις στην χρεοκοπία αλλά και για αδιαφάνεια που επικρατεί στον χώρο της υγείας.

Οι πολύμηνες καθυστερήσεις πληρωμών από το κράτος που σας έχει αφαιρέσει επί της ουσίας την όποια ρευστότητα πόσο σας έχει δυσκολέψει στις συναλλαγές σας με τους οίκους του εξωτερικού;


Είναι γεγονός ότι οι καθυστερήσεις που παρατηρούνται στην αποπληρωμή των χρεών του ΕΣΥ των Στρατιωτικών, αλλά και των Ιδιωτικών Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων, έχουν εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις στη ρευστότητα των εταιρειών του κλάδου. Η Ελλάδα παραμένει η πρωταγωνίστρια της Ευρώπης στο θέμα των χρεών των Νοσοκομείων. Από μία έρευνα που διενεργήθηκε πρόσφατα μεταξύ των μελών του Συνδέσμου μας, διαπιστώθηκε ότι ο μέσος χρόνος αποπληρωμής των Δημοσίων Νοσοκομείων ανέρχεται κατά μέσο όρο στις 500-600 ημέρες ενώ στις αρχές του 2015 ήταν 400-500.

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, από τα 800 περίπου εκατομμύρια ευρώ που οφείλονταν στα μέλη του ΣΕΙΒ, το 55% αφορά οφειλές των ετών 2014 και πίσω. Επειδή το Δημόσιο είναι αδύνατον να καταστεί ποτέ ενήμερο στις υποχρεώσεις του για τα Δημόσια Νοσοκομεία, αυτό που έχουμε κατ΄επανάληψη ζητήσει από τις πολιτικές ηγεσίες των Υπουργείων Οικονομικών και Υγείας είναι να δεχθούν επιτέλους τον συμψηφισμό των χρεών του ΕΣΥ, με τις φορολογικές και εργοδοτικές υποχρεώσεις που έχουν οι εταιρείες μας. Θα μπορούσε επίσης το Δημόσιο να εφαρμόσει την πρακτική που άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακολουθούν, να είναι απαιτητός δηλαδή ο ΦΠΑ, μόνο εφόσον έχει πληρωθεί το αντίστοιχο τιμολόγιο.

Όλα αυτά τα μέτρα ανακούφισης των εταιρειών θα εξασφάλιζαν τον εύρυθμο εφοδιασμό των Νοσοκομείων με Ιατροτεχνολογικό Υλικό, που είναι τόσο απαραίτητο για την σωστή λειτουργία τους.

Πώς διαμορφώνονται σήμερα οι όροι των συναλλαγών σας με τους οίκους του εξωτερικού και πώς ήταν αυτοί προ πενταετίας (δηλαδή ποιες ήταν οι παρατάσεις που είχατε στις πληρωμές σας);

Όπως αντιλαμβάνεσθε οι όροι έχουν επιδεινωθεί, όχι τόσο διότι φοβούνται οι προμηθευτές του εξωτερικού την οικονομική επάρκεια του αντιπροσώπου-πελάτη τους, αλλά διότι υπάρχει ο λεγόμενος «κίνδυνος της χώρας» (countryrisk). Αν η οικονομία της χώρας καταρρεύσει, όσες φιλότιμες προσπάθειες και να καταβάλει ο τοπικός αντιπρόσωπος, θα του είναι εντελώς αδύνατο να είναι συνεπής απέναντι στο προμηθευτή του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι διεθνείς οίκοι ασφάλισης των εξαγωγών (πχ Coface), είχαν αρνηθεί να καλύπτουν εξαγωγές πελατών τους εξαγωγέων, που προορίζονταν για την Ελλάδα.

Προ κρίσεως οι προμηθευτές του εξωτερικού έδιναν συνήθως πίστωση 60-90 ημερών, αλλά υπήρχαν και περιπτώσεις που οι προμηθευτές γνωρίζοντας τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Έλληνας αντιπρόσωπός τους και εφόσον είχαν μακροχρόνια συνεργασία, μπορεί να έδιναν πίστωση μέχρι και 180 ημερών.
Σήμερα, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, συνήθως οι προμηθευτές ζητούν προκαταβολική πληρωμή, ή με την παράδοση των εμπορευμάτων και στις περιπτώσεις μακροχρόνιας συνεργασίας, δίνουν 60 ημέρες πίστωση το πολύ.

Ο χώρος της Υγείας έχει αποδειχθεί πολλές φορές αδιαφανής. Ποιες ενέργειες κάνετε προκειμένου να υπάρχει ένα πλαίσιο διαφάνειας στις όποιες συναλλαγές και συνεργασίες;

Πράγματι ο χώρος έχει κατηγορηθεί πολλές φορές για τον αδιαφανή τρόπο λειτουργίας του αλλά επιτρέψτε να πω ότι ο χώρος της Υγείας δεν αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από τους προμηθευτές. Επομένως θα αναφερθώ στο μερίδιο που μας αφορά και μας αναλογεί, αφήνοντας τους υπόλοιπους συντελεστές της Υγείας, να ρυθμίσουν τα του «οίκου τους».

Το θέμα της διαφάνειας είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα διότι οι προμηθευτές καλούμαστε να προσφέρουμε τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μας- είτε απευθείας είτε μέσω των Επιστημόνων Υγείας- στους πολίτες, σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής τους. Την ώρα που για την διάγνωση και την αποθεραπεία της τυχόν ασθένειάς τους, έχουν ανάγκη τις υπηρεσίες του Επιστήμονα Υγείας και των προϊόντων μας.

Πέρα τούτου, τα χρήματα που απαιτούνται για την αγορά αυτών των Ιατροτεχνολογικών προϊόντων, όταν αναφερόμαστε στο ΕΣΥ, προέρχονται ως επί τω πλείστω, από χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου, επομένως θα πρέπει να τα σεβαστούμε διπλά.

Σε μια προσπάθεια εξυγίανσης του χώρου, έχουμε θεσπίσει ως Σύνδεσμος, ένα Κώδικα Δεοντολογίας και Ορθής Πρακτικής, το οποίο έχουν αποδεχθεί όλα μας τα μέλη. Η δε αποδοχή του αποτελεί προϋπόθεση, για την έγγραφή οποιοδήποτε νέου μέλους. Το καλοκαίρι, οργανώσαμε ένα εξαιρετικό σεμινάριο Συμμόρφωσης για τα μέλη μας, που παρακολούθησαν πάνω από 100 στελέχη, πολυεθνικών και εθνικών εταιρειών.

Ως Διοικητικό Συμβούλιο, υπογράψαμε μνημόνιο αποδοχής και προσπάθειας εναρμόνισης του Κώδικα Δεοντολογίας του Συνδέσμου μας με τον Κώδικα της MedTech Europe, που αποτελεί την κοινή έκφραση των Ευρωπαϊκών Συνδέσμων κατασκευαστών Ιατροτεχνολογικών (Eucomed) και In-vitro Διαγνωστικών προϊόντων (Edma).

Να σημειώσω ότι ο νέος αυτός Κώδικας που μόλις προχθές εγκρίθηκε από τις Γενικές Συνελεύσεις των δύο παραπάνω Ευρωπαϊκών Συνδέσμων και θα έχει σταδιακή εφαρμογή με στόχο πλήρους εφαρμογής του το 2020, ρυθμίζει μεταξύ των άλλων και το τεράστιο ζήτημα των απευθείας χορηγιών των Επιστημόνων Υγείας. Οποιαδήποτε απευθείας χορηγία θα απαγορεύεται εντελώς, ενώ θα επιτρέπεται η χορηγία Επιστημονικών Εταιρειών για εκπαιδευτικούς σκοπούς, διότι μη κρυβόμαστε, τα διαθέσιμα κρατικά κονδύλια δεν επαρκούν για την εκπαίδευση των Επιστημόνων Υγείας, επομένως χωρίς την στήριξη ης Βιομηχανίας Ιατροτεχνολογίας θα υπήρχε μεγάλο πρόβλημα στον τομέα αυτόν.

Εμείς πάντως είμαστε οι πρώτοι οι οποίοι θα θέλαμε να υπάρξει πλήρης διαφάνεια στον χώρο, ειδικά στον θέμα των προμηθειών, αλλά είμαστε οι τελευταίοι που μπορούμε να την επιβάλουμε.

Πόσα ιατροτεχνολογικά υλικά χρειάζεται ένα μεγάλο νοσοκομείο για να δουλέψει ομαλά; Πόσα από αυτά είναι ελληνικά;

Καθόσον το εύρος των ιατροτεχνολογικών προϊόντων (εμείς τα αποκαλούμε αγαθά) που διακινούν οι εταιρείες μέλη μας είναι τεράστιος, δεν έχω καμία ένδειξη του συνολικού αριθμού που απαιτείται να έχει ένα Νοσοκομείο για να λειτουργεί σωστά.

Είναι γεγονός όμως ότι υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις πάγιου εξοπλισμού (αξονικοί, μαγνητικοί, χειρουργικός εξοπλισμός, αναλυτές κλπ ) λόγω του ότι χάθηκε η ευκαιρία να εντάξουν τα Νοσοκομεία του ΕΣΥ τέτοιες προμήθειες στα ΕΣΠΑ, τα οποία σημειωτέον, λήγουν στο τέλος του χρόνου. Για το αναλώσιμο Υγειονομικό και Εργαστηριακό Υλικό αλλά και τα Αντιδραστήρια, οι ελλείψεις είναι τεράστιες διότι στα περισσότερα Νοσοκομεία οι προβλεπόμενες πιστώσεις ήταν τόσο λίγες που από τα μέσα κιόλας του χρόνου είχαν εξαντληθεί και τα Νοσοκομεία περίμεναν την έγκριση της τροποποίησης (αύξηση) των προϋπολογισμών τους, για να μπορέσουν να προμηθευτούν τα τόσο απαραίτητα για την λειτουργία τους Υλικά.

Ποιο είναι το κόστος που πληρώνει ο κλάδος σας από την περίοδο του μνημονίου; Δηλαδή πόσες επιχειρήσεις έχουν κλείσει και πόσες κινδυνεύουν;

Νομίζω ότι ο κλάδος μας πλήρωσε όπως όλη η χώρα, την εποχή της οικονομικής αφθονίας, την οποία δεν αξιοποιήσαμε για να «οπλιστούμε» και να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την παγκόσμια κρίση, που χτύπησε αλύπητα αδύνατες χώρες, σαν την δική μας.

Βέβαια εμείς, επιπρόσθετα από όλα τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι Ελληνικές επιχειρήσεις τιμωρηθήκαμε με το κούρεμα των Ομολόγων που υποχρεωτικά μας δόθηκαν το 2010, για την εξόφληση των χρεών του ΕΣΥ, που τότε το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε να πληρώσει. Αντί λοιπόν να στηριχθούμε που εξυπηρετήσαμε το Δημόσιο χρέος, είδαμε τα Ομόλογα μας να απομειώνονται πάνω από 80%, οδηγώντας στο χείλος της χρεωκοπίας, τις περισσότερες επιχειρήσεις μας.

Είναι πολύ ευκολότερο- παρά τις γραφειοκρατικές διαδικασίες- να ξεκινήσεις μια καινούργια επιχείρηση παρά να κλείσεις μια λειτουργούσα. Επομένως δεν έχει παρατηρηθεί να έκλεισαν εταιρείες αλλά σίγουρα η συνεισφορά τους στα έσοδα του κράτους μέσω της φορολογίας και του ΦΠΑ, αλλά και στην απασχόληση, έχασαν την δυναμική τους. Ορισμένες δε πολυεθνικές επέλεξαν την αποχώρησή τους από την χώρα μας.

Πιστεύω ότι το τίμημα που πληρώνει ο Έλληνας πολίτης και ασθενής α) από την έλλειψη της καινοτομίας, που θα μπορούσαν να φέρουν οι εταιρείες μας και β) τις πιο ανταγωνιστικές τιμές που θα πετύχαινε το Υπουργείο από την συμμετοχή περισσοτέρων προμηθευτών είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο από το κόστος που συνεπάγεται για τις εταιρείες μας η υποχρηματοδότηση του συστήματος Υγείας και η συρρίκνωση του χώρου.