Κεντρικός ομιλητής της 3ης Διημερίδας Ογκολογίας που διοργάνωσε η Β΄Ογκολογική Κλινική ΜΗΤΕΡΑ, ήταν ο καθηγητής Benjamin Corn, από το Sourasky Medical Center, του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ. 

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στη δημοσιογράφο μας Σοφία Νέτα, μετά την ολοκλήρωση του συνεδρίου, μίλησε για την ελπίδα, που δεν είναι απλώς μία λέξη, αλλά μία κεντρική έννοια, συνώνυμη ίσως της ίασης, στην περίπτωση του καρκίνου.

Γιατί οι άνθρωποι ακόμη και σήμερα φοβούνται να προφέρουν τη λέξη καρκίνος;

Είναι αλήθεια, ότι ακόμη και σήμερα, οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν τη λέξη «καρκίνος». Ακόμη και στη χώρα που γεννήθηκα και πήρα την εκπαίδευσή μου, στις Η.Π.Α., αναφέρονται στον καρκίνο αποκαλώντας τον «the big C» (το μεγάλο Κ από τη λέξη καρκίνος). Αλλά και στο Ισραήλ, τη χώρα που ζω και εργάζομαι, τον αποκαλούν «η αρρώστια».

Πιστεύω ότι για πολλούς ανθρώπους, ο καρκίνος δεν είναι απλώς μία λέξη. Κουβαλά μία κατάρα, ένα στίγμα. Καμιά φορά ο κόσμος «κρίνει» τον άνθρωπο που «κουβαλά» τον καρκίνο. Για παράδειγμα, εάν κάποιος άνθρωπος αναφέρει ότι νοσεί με καρκίνο του πνεύμονα, τότε αμέσως ο ακροατής μπορεί να σκεφτεί ότι σίγουρα ο άνθρωπος αυτός είναι καπνιστής. Ή ακόμη χειρότερα να σκεφτεί ότι το άξιζε αυτό που έπαθε, ή ότι ήταν αναμενόμενο να το πάθει, γιατί η συμπεριφορά του δεν ήταν σωστή και άρα προκάλεσε τον καρκίνο.

Επίσης, παρόλο που έχουμε σημειώσει εξαιρετική πρόοδο με την αντιμετώπιση του καρκίνου με τα χρόνια, υπάρχουν πολλές μορφές καρκίνου που δεν μπορούν ακόμη να θεραπευτούν, κι αυτό μας ρίχνει ψυχολογικά. Από τη στιγμή που ο καρκίνος ζει, είναι παρών, τότε υποθέτουμε ότι δεν υπάρχει ελπίδα. Κι όμως, πρέπει ν’ αποδείξουμε ότι δεν είναι έτσι. Όπου υπάρχει καρκίνος, μπορεί να υπάρχει και η ελπίδα.

Γιατί είναι τόσο σημαντικό να πιστεύουν οι ασθενείς ότι υπάρχει ελπίδα;

Η ελπίδα είναι για εμένα ένα μοναδικό συναίσθημα που χαρακτηρίζει, όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, μόνο τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει πουθενά αλλού στο ζωικό βασίλειο. Όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι, θα πρέπει να δημιουργήσουμε ελπίδα, να τη διατηρήσουμε και να την κρατήσουμε.
Πιστεύω ότι ακόμη και οι άνθρωποι που δε διαφαίνεται ότι μπορεί να ξεπεράσουν την ασθένειά τους, αξίζουν και αυτοί την ελπίδα. Αυτή είναι που τους βοηθά να συνεχίζουν να ζουν, να προσπαθούν. Εμείς ως γιατροί, πρέπει να εντάξουμε την ανάπτυξη της έννοιας της ελπίδας, στα πλαίσια της εργασίας μας. Να μην είμαστε παθητικοί.

Ένα από τα πιο σπουδαία πράγματα που συμβαίνει όταν βοηθάμε τους ασθενείς να βρουν την ελπίδα είναι ότι διαπιστώνουμε ξαφνικά ότι η ζωή τους αποκτά νόημα και μπορούν ακόμη και ν’ αποτελέσουν πηγή έμπνευσης γι’ άλλους ανθρώπους, που δεν έχουν καρκίνο, να βρούνε την ελπίδα. Ο υγιής άνθρωπος βλέπει τον καρκινοπαθή να βρίσκει την ελπίδα και σκέφτεται ότι εάν ο καρκινοπαθής μπορεί και ελπίζει, τότε σίγουρα μπορεί κι εκείνος να ελπίζει. Και αυτό «αλλάζει» όλη την κοινωνία.

Εξίσου σημαντικό όμως είναι ν’ ανακαλύψουν τη δύναμη της ελπίδας και οι γιατροί. Να τους βοηθήσουμε να καταλάβουν ότι το να δώσουν ελπίδα είναι καθήκον και υποχρέωσή τους.