"Η πολιτική μείωσης της δημόσιας δαπάνης στις περισσότερες χώρες για τον τομέα υγείας χαρακτηρίζεται από αντικυκλική συμπεριφορά, με τις δαπάνες να αυξάνονται σε αντιστάθμισμα της ύφεσης, κάτι που δεν ισχύει στην Ελλάδα", μας λέει ο κ. Νικήτας Γιάννης - Νίκος, Οικονομικός Διευθυντής Ομίλου Εuromedica, συμπληρώνοντας ότι το μεγαλύτερο πλήγμα των βίαιων ανατροπών που έχουν σημειωθεί το έχει δεχτεί η δευτεροβάθμια περίθαλψη.  

Όπως αναφέρει, το σύστημα υγείας υποχρηματοδοτείται, καθώς η Συνολική Δαπάνη Υγείας για το 2015 ανήλθε στα 15,0 δις ευρώ, εκ της οποίας η δημόσια δαπάνη υγείας είναι 9,5 δις ευρώ και η ιδιωτική δαπάνη υγείας 5,5 δις ευρώ, με αποτέλεσμα η δημόσια δαπάνη υγείας να μην ξεπερνά το 5,0% του ΑΕΠ, αν και οι σχετικές δεσμεύσεις της χώρας ορίζουν το ποσοστό αυτό στο 6,0%.

2010-2016. Μια περίοδος που συνέβησαν ανατρεπτικές αλλαγές στον χώρο της υγείας. Ποιες ήταν εκείνες οι ανατροπές που κατά τη γνώμη σας,  έπληξαν καίρια την ιδιωτική περίθαλψη με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον ασθενή;

Η περίοδος 2010-2014 σηματοδοτήθηκε από δεσμεύσεις της χώρας έναντι των δανειστών της, αλλά και παρεμβάσεις οι οποίες οδήγησαν στη δραματική περικοπή των δαπανών υγείας. Οι κυριότερες παρεμβάσεις στον τομέα υγείας ήταν η σύσταση του ΕΟΠΥΥ, στον οποίο σταδιακά συγκεντρώθηκαν οι πόροι όλων των ασφαλιστικών οργανισμών για την υγεία, οι ρυθμίσεις/παρεμβάσεις που αφορούσαν τις τιμές αποζημίωσης, την θέσπιση μονομερών και καταχρηστικών εκπτώσεων (rebate & clawback) και κλειστού προϋπολογισμού.

Να σημειώσουμε ότι παρότι οι τιμές αποζημίωσης προς τους ιδιώτες παρόχους υγείας διαμορφώθηκαν και παρέμεναν αμετάβλητες από το 1991, ο ΕΟΠΥΥ προέβη σε περαιτέρω μείωση των αποζημιούμενων τιμών σε σημαντικό αριθμό (51) βασικών διαγνωστικών εξετάσεων υψηλής ζήτησης. Η μείωση ανήλθε μεσοσταθμικά σε ποσοστό της τάξεως του 43,0 %. Στις λοιπές εργαστηριακές εξετάσεις οι αποζημιούμενες τιμές μειώθηκαν μεσοσταθμικά κατά 9,0% ενώ οι τιμές αποζημίωσης των μαγνητικών και αξονικών τομογραφιών μειώθηκαν κατά 18,0% και 10,0% αντίστοιχα. Η ανωτέρω ήταν η δεύτερη μείωση τιμών μετά και τη μείωση που έγινε το καλοκαίρι του 2014 (επιπλέον 40% σε μαγνητικές και αξονικές). Ταυτόχρονα, από 1/7/2010 οι υπηρεσίες νοσοκομειακής και ιατρικής περίθαλψης και διάγνωσης εντάχθηκαν σε καθεστώς Φ.Π.Α. ενώ με το νέο φορολογικό νόμο 4334/2015 (ΦΕΚ Α 80/16.07.2015) ενεργοποιήθηκε η άμεση μετάταξη του ΦΠΑ από το 13% στο 23% στις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας δευτεροβάθμιας περίθαλψης και μετέπειτα υπήρξε και η αύξηση του συντελεστή ΦΠΑ στο 24%.

Κατά την ίδια περίοδο, υπήρξε δραματική συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας, αύξηση της ανεργίας και μείωση της κατανάλωσης, που είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των πόρων και του προϋπολογισμού για την υγεία κατά 60,0% περίπου. Η οικονομική κρίση έπληξε σε σημαντικό βαθμό την κοινωνική πολιτική, η οποία αποτελούσε τον πιο ευάλωτο ίσως τομέα δημόσιας πολιτικής στη χώρα. Αυτό, διότι η υποχώρηση του ΑΕΠ, όχι μόνο δεν βρήκε ανάχωμα στους θεσμούς κοινωνικής προστασίας, αλλά συμπαρέσυρε και τις κοινωνικές δαπάνες, με την Ελλάδα να εμφανίζει την πιο επιθετική μείωση και στα δύο μεγέθη, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η πολιτική μείωσης της δημόσιας δαπάνης στις περισσότερες χώρες για τον τομέα υγείας χαρακτηρίζεται από αντικυκλική συμπεριφορά, με τις δαπάνες να αυξάνονται σε αντιστάθμισμα της ύφεσης.

Στον τομέα της υγείας, οι δημόσιες δαπάνες βρίσκονται πλέον κάτω και από τους στόχους που τέθηκαν στο πλαίσιο των δανειακών συμβάσεων, ενώ το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ο μεγάλος αριθμός των ανασφάλιστων οι οποίοι προσεγγίζουν το 27% περίπου του συνολικού πληθυσμού, τη στιγμή που το 2009 ήταν στα επίπεδα του 5%. Σήμερα, το σύστημα υγείας υποχρηματοδοτείται, καθώς η Συνολική Δαπάνη Υγείας για το 2015 ανήλθε στα 15,0 δις ευρώ, εκ της οποίας η δημόσια δαπάνη υγείας είναι 9,5 δις ευρώ και η ιδιωτική δαπάνη υγείας 5,5 δις ευρώ, με αποτέλεσμα η δημόσια δαπάνη υγείας να μην ξεπερνά το 5,0% του ΑΕΠ, αν και οι σχετικές δεσμεύσεις της χώρας ορίζουν το ποσοστό αυτό στο 6,0%.

Η οικονομική αυτή πραγματικότητα έχει οδηγήσει το σύστημα υγεία σε οριακά επίπεδα λειτουργίας, ενώ έχουν καταγραφεί και σημαντικά προβλήματα πρόσβασης των ασθενών στις υπηρεσίες υγείας αλλά και επιβάρυνσης των ατομικών και οικογενειακών εισοδημάτων.

Με βάση τον αριθμό των λουκέτων που σημειώθηκαν την προαναφερθείσα περίοδο -και τα οποία όπως υποστηρίζεται από θεσμικά όργανα ήταν πολυάριθμα- ποιος τομέας δέχθηκε το μεγαλύτερο πλήγμα- η πρωτοβάθμια ή η δευτεροβάθμια ιδιωτική περίθαλψη και γιατί;

Η οικονομική κρίση ανάγκασε τους πολίτες να αλλάξουν συμπεριφορά ως προς την λήψη υπηρεσιών υγείας και να στραφούν περισσότερο στις δημόσιες δομές δευτεροβάθμιας υγείας για να μειώσουν την δαπάνη, ενώ οδήγησε πολλούς ασθενείς να αποφεύγουν τη λήψη υπηρεσιών υγείας, καθώς δεν μπορούν να καλύψουν τα έξοδα. Ποσοστό 22,0% δήλωσε ότι έχει πρόβλημα στην πρόσβαση στο δημόσιο σύστημα υγείας με κύριο αναφερόμενο φραγμό το οικονομικό κόστος. Ενδεικτικά, κατά το 2014, χρειάστηκαν και δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να λάβουν ιατρική φροντίδα ;h θεραπεία, το 13,9% του πληθυσμού ηλικίας 15 ετών και άνω.

Ωστόσο οι υπηρεσίες πρωτοβάθμιας υγείας που παρέχονται από τις κρατικές δομές υστερούν κατά πολύ εκείνων που παρέχονται από ιδιωτικούς φορείς, σε αριθμό μονάδων, σε ποιότητα αλλά και σε ταχύτητα. Για αυτό το λόγο οι ασθενείς για υπηρεσίες πρωτοβάθμιας περίθαλψης στρέφονται πρωτίστως στις ιδιωτικές μονάδες και δευτερευόντως στις κρατικές.  Ωστόσο οι αποφάσεις για μείωση των τιμών αποζημίωσης και η εφαρμογή μονομερών εκπτώσεων έπληξαν την ρευστότητα των ιδιωτικών δομών.

Θα λέγαμε λοιπόν ότι το μεγαλύτερο πλήγμα το έχει δεχτεί ο τομέας της δευτεροβάθμιας υγείας.

Με την υγεία να νοσεί πια βαθιά και με μία πολιτική που δεν ευνοεί τη σταθερότητα πόσο ευνοϊκό είναι το κλίμα για βιώσιμες επενδύσεις σε μακροπρόθεσμο επίπεδο; Στο ίδιο μήκος κύματος, έχετε άποψη για τη γνώμη που έχουν οι ξένοι επενδυτές για την υγεία στην χώρα;

Τα βασικά προβλήματα στην προσέλκυση επενδύσεων όπως έχουν καταγράφει και όπως τα βιώνουν οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι η πολιτική και κυβερνητική αστάθεια σε συνδυασμό με την αστάθεια των εφαρμοζόμενων πολιτικών, το φορολογικό πλαίσιο και η έλλειψη χρηματοδότησης. Οι καθυστερήσεις, ωστόσο, που έχουν παρουσιαστεί στην υλοποίηση αναπτυξιακών πολιτικών και στη λήψη αποφάσεων για εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου και μείωσης της γραφειοκρατίας, δεν συμβάλλουν στην αναστροφή του επιφυλακτικού επενδυτικού κλίματος. 

Ωστόσο, στην Ελλάδα κατά την τελευταία δεκαετία οι επενδύσεις στον ιδιωτικό τομέα στην εξωνοσοκομειακή περίθαλψη και στην υψηλή διαγνωστική τεχνολογία είναι ιδιαιτέρως σημαντικές, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό την παροχή πολλών υπηρεσιών ταχύτερη, ευκολότερη -και το σπουδαιότερο περισσότερο έγκυρη και αξιόπιστη. Οι εν λόγω επενδύσεις, σε συνδυασμό με τις δυνατότητες που υπάρχουν για ενίσχυση της εξωστρέφειας και για ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού, καθιστούν τις εταιρείες του κλάδου άκρως ανταγωνιστικές.

Ποιες κινήσεις, κατά τη γνώμη σας, θα έπρεπε να γίνουν από την πλευρά της κυβέρνησης προκειμένου να τονωθεί η επιχειρηματικότητα στην ιδιωτική περίθαλψη, τόσο εντός όσο και εκτός των Ελληνικών τειχών (Ευρωπαίοι ασθενείς, ιατρικός τουρισμός κ.λπ);

Το Υπουργείο Υγείας θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον ιδιωτικό τομέα ως συνεργάτες και όχι ιδεοληπτικά. Οι συμπράξεις δεν απειλούν το δημόσιο χαρακτήρα Υγείας, αλλά αντίθετα τον βελτιώνουν και τον εκσυγχρονίζουν, με στόχο και αποτέλεσμα οι πολίτες να απολαμβάνουν υψηλής ποιότητας υπηρεσίες σε ένα σύγχρονο και συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Κοινός τόπος και σκοπός είναι η μεγιστοποίηση του κοινωνικού́ οφέλους και η άρση των οικονομικών ανισοτήτων. Κανένα σύστημα υγείας σε καμία χώρα δεν έχει επαρκείς πόρους για να εξασφαλίσει την πλήρη κάλυψη των αυξανόμενων απαιτήσεων στο τομέα της Υγείας. Κάθε χώρα διαμορφώνει την πολιτική της για την Υγεία σε σχέση με το οικονομικό της κεφάλαιο και τον ορθολογικό ή μη χαρακτήρα των επιλογών που προκρίνονται. Οι συνέργειες ΣΔΙΤ σίγουρα δεν αποτελούν την λύση όλων των προβλημάτων, αλλά σίγουρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν συμπληρωματικά, προκειμένου να καλυφθεί η απόσταση που μας χωρίζει από τις πιο ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης. Είναι μια ευκαιρία για τη βελτίωση των υποδομών και των υπηρεσιών του συστήματός μας με στόχο πάντοτε την ικανοποίηση του ασθενή.

Επιπλέον η Ελλάδα είναι μια χώρα με σημαντικό τουρισμό και πολύ καλές υποδομές στην ιδιωτική περίθαλψη και αποκατάσταση. Υπάρχουν περιθώρια ανάπτυξης του ταχέως αναπτυσσόμενου κλάδου του ιατρικού τουρισμού και το κράτος θα πρέπει να μεριμνήσει ώστε να προβληθεί και να ενισχυθεί αυτός ο τομέας. Η γειτονική μας Τουρκία ίδρυσε προς την κατεύθυνση αυτή ειδικό οργανισμό που ασχολείται με την ανάπτυξη και την προβολή του ιατρικού τουρισμό, με ιδιαιτέρως  θετικά αποτελέσματα.

Ενώ η Ελλάδα έχει δυνατότητα να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο ταχέως αναπτυσσόμενο τμήμα της «μεσαίας αγοράς» του ιατρικού τουρισμού, λείπει μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική ανάπτυξης του κλάδου. Ο καθορισμός εθνικής στρατηγικής για την ανταγωνιστική τοποθέτηση της Ελλάδας στη «μεσαία αγορά» και η αξιοποίηση διεθνών δικτύων για την προσέλκυση ασθενών πρέπει να αποτελεί υψηλής προτεραιότητας αποφάσεις για την ελληνική κυβέρνηση.

Άλλωστε διεθνή παραδείγματα από κορυφαία ιατρικά κέντρα υποδεικνύουν ότι υπάρχει δυνατότητα προσέλκυσης ασθενών για εξειδικευμένες θεραπείες, μέσω της ισχυροποίησης των «συμμαχιών» και συνεργασιών με ιατρικούς παρόχους και ταμεία στις χώρες-στόχους, καθώς και με εξειδικευμένους tour operators.