Τα αντιβηχικά, πρώτα στη λίστα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις σε αξία, αλλά όχι σε τεμάχια, όπου η σκυτάλη πέρασε στα αναλγητικά.

Την πρώτη θέση -βάσει τζίρου- στην κατηγορία των μη συνταγογραφούμενων σκευασμάτων που πουλήθηκαν το 2017 κατέλαβαν, σύμφωνα με αποκλειστικά στοιχεία του Iatronet, τα αντιβηχικά. Συγκεκριμένα, πουλήθηκαν 20.550.000 τεμάχια διαμορφώνοντας τις συνολικές πωλήσεις (τιμές λιανικής) στα 75,5 εκατ. ευρώ. 

Στη δεύτερη θέση βρέθηκαν οι βιταμίνες, ο τζίρος των οποίων πέρυσι ανήλθε στα 71,6 εκατ. ευρώ (σε τιμές λιανικής) σημειώνοντας άνοδο της τάξεως του 6,3% έναντι του 2016. Σε επίπεδο όγκου πωληθέντων, την περυσινή περίοδο αγοράστηκαν από τους καταναλωτές 8.400.000 σκευάσματα, αυξημένα κατά 8,4% έναντι του 2016.

Την τρίτη θέση κατέλαβαν τα σκευάσματα για τον πόνο (αναλγητικά). Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, τα αναλγητικά που καταναλώθηκαν έφθασαν τα 35.700.000 τεμάχια -βάσει τεμαχίων έρχονται πρώτα στη λίστα- αντιπροσωπεύοντας σε λιανικές πωλήσεις αξία 70.680.000 ευρώ. Στην τέταρτη θέση, βρέθηκαν τα σκευάσματα για την χώνευση, οι πωλήσεις των οποίων διαμορφώθηκαν στα 32.500.000 ευρώ, ενώ πουλήθηκαν 9.250.000 τεμάχια.  

Οι εκτιμήσεις για την φετινή χρονιά, όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, είναι ότι τα Μη συνταγογραφούμενα σκευάσματα θα αυξήσουν τις συνολικές τους πωλήσεις σε τζίρο, εξαιτίας των ανατιμήσεων που γίνονται σε καθημερινή βάση και σε πολλούς κωδικούς. Μία χαρακτηριστική εικόνα που μας δίνουν παράγοντες από τον κλάδο των φαρμακείων, είναι ότι πια οι εταιρείες δεν στέλνουν ηλεκτρονικά τους καταλόγους με τις ανατιμήσεις αλλά στελέχη τους βρίσκονται σε καθημερινή βάση στις φαρμακαποθήκες όπου και αλλάζουν απευθείας τις τιμές. 

Ενδεικτικό του κύματος ανατιμήσεων που σαρώνει την αγορά, είναι ότι μόλις πριν μερικές μέρες δύο πολυεθνικές ανατίμησαν το σύνολο σχεδόν των κωδικών τους στα ΜΗΣΥΦΑ -σε αναλγητικά, αντιβηχικά, δερμοκαλλυντικά- με την μία να αυξάνει τις τιμές σε 30 κωδικούς και την άλλη σε 20 κωδικούς. Ωστόσο, αναμένουν πτώση στα τεμάχια λόγω της σημαντικής αύξησης της τιμής τους, που μεσοσταθμικά από τότε που ξεκίνησαν οι ανατιμήσεις μέχρι σήμερα είναι 12%-15%.