Ποια η σχέση μεταξύ καπνίσματος, σωματικού βάρους, κατανομής σωματικού λίπους και αντίστασης στην ινσουλίνη; Πρόσφατη ανασκόπηση της δράσης του καπνίσματος στο μεταβολισμό και το σωματικό βάρος έδειξε πως στο βραχυπρόθεσμο διάστημα η νικοτίνη αυξάνει την ενέργεια που χρησιμοποιεί ο οργανισμός, ενώ ταυτόχρονα μειώνει την όρεξη.

Χαρακτηριστικό είναι πως ένα τσιγάρο επάγει 3% αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας μέσα σε μισή ώρα. Σε συνήθεις καπνιστές που κάπνισαν 24 τσιγάρα μέσα σε μία ημέρα, ο μεταβολισμός τους αυξήθηκε από 2230 θερμίδες σε 2445. Η εξήγηση για την προσωρινή αυτή δράση συνδέεται με το γεγονός πως η νικοτίνη διεγείρει το συμπαθητικό νευρικό σύστημα του οργανισμού το οποίο εκτός των άλλων επηρεάζει τον μεταβολικό μας ρυθμό.

Η δράση όμως αυτή του καπνίσματος φαίνεται πως εξασθενεί σε παχύσαρκα άτομα και επηρεάζεται από το βαθμό φυσικής δραστηριότητας και τη γενικότερη φυσική κατάσταση του οργανισμού. Τα προαναφερθέντα γεγονότα πιθανότατα εξηγούν το γιατί οι καπνιστές τείνουν να έχουν χαμηλότερο σωματικό βάρος από τους μη καπνιστές αλλά και τον λόγο για τον οποίο αυτοί που διακόπτουν το κάπνισμα τείνουν να προσλαμβάνουν βάρος.

Παρ’ όλ’ αυτά, πρέπει να αναφερθεί πως είναι λίγες οι μελέτες που έχουν εξετάσει τα χρόνια αποτελέσματα του καπνίσματος στο μεταβολισμό και πως υπάρχουν μελέτες που δεν έχουν ανιχνεύσει καμία επίδραση. Τα αποτελέσματα των μελετών είναι πολλές φορές αντικρουόμενα, αλλά έχει ενδιαφέρον η παρατήρηση μιας μελέτης πως μετά από 30 ημέρες διακοπής του καπνίσματος ο μεταβολικός ρυθμός των γυναικών ήταν 16% χαμηλότερος σε σχέση με αυτόν πριν τη διακοπή του.

Το γεγονός αυτό αποδόθηκε όχι μόνο στη μεταβολική δράση του καπνίσματος αλλά και στην αυξημένη πρόσληψη θερμίδων. Και φαίνεται λογική η αντικατάσταση μιας δραστηριότητας που μέχρι πρόσφατα πρόσφερε ευχαρίστηση (κάπνισμα) με μία άλλη που επίσης προσφέρει ευχαρίστηση (αυξημένη κατανάλωση τροφής).

Στην αντίπερα όχθη, οι ‘θεριακλήδες’ (άτομα δηλαδή που καπνίζουν πολύ) τείνουν να έχουν μεγαλύτερο σωματικό βάρος από τους ηπιότερους καπνιστές ή τους μη καπνιστές. Το γεγονός αυτό συνήθως αντανακλά, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, τη σωρευτική δράση και άλλων κακών συνηθειών που συνοδεύουν το βαρύ κάπνισμα, όπως η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας, η κακή διατροφή και η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ.

Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση σε αυτό το σημείο αποτελεί το γεγονός πως όταν αυτά τα άτομα προσπάθησαν να κόψουν το κάπνισμα, αύξησαν το σωματικό τους βάρος. Αυτό τους απογοήτευσε και υποτροπίασαν ενδίδοντας ξανά στις παλιές καπνιστικές τους συνήθειες.

Έτσι τα άτομα αυτά βίωναν κύκλους απώλειας και επαναπρόσληψης βάρους με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν περισσότερο για εμφάνιση παχυσαρκίας, αφού το φαινόμενο της κυκλικής διακύμανσης του σωματικού βάρους έχει συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα παχυσαρκίας.

Ενδιαφέρουσα φαίνεται η θεωρία που έχει αναπτυχθεί για να εξηγήσει την πρόσληψη βάρους σε αυτούς που διακόπτουν το κάπνισμα. Η λεγόμενη ‘θεωρία του σημείου εκκίνησης’ υποστηρίζει πως κάθε άνθρωπος έχει ένα σωματικό βάρος αναφοράς γύρω από το οποίο το βάρος του παρουσιάζει διακυμάνσεις είτε ανοδικές είτε καθοδικές.

Φαίνεται λοιπόν πως το κάπνισμα ωθεί προς τα κάτω αυτό το αρχικό βάρος αναφοράς με αποτέλεσμα δύο γεγονότα:αυτοί που καπνίζουν να έχουν μετατοπισμένο το σημείο εκκίνησης χαμηλότερα, άρα χαμηλότερο σωματικό βάρος και όταν παραιτούνται από το κάπνισμα το σημείο αναφοράς επιστρέφει στην αρχική του θέση ψηλότερα από πριν, άρα το σωματικό τους βάρος αυξάνεται.

Όμως το κάπνισμα δημιουργεί επιπρόσθετα ινσουλινοαντίσταση και έχει συσχετιστεί με συσσώρευση λίπους στην περιοχή της κοιλιάς. Αυτές του οι δράσεις αυξάνουν τον κίνδυνο για μεταβολικό σύνδρομο (κατάσταση στην οποία συνυπάρχει αυξημένη περιφέρεια μέσης, πιθανώς άσχημο λιπιδαιμικό προφίλ και αυξημένη αρτηριακή πίεση ή επίπεδα σακχάρου) και σακχαρώδη διαβήτη.

Το μεταβολικό σύνδρομο και ο σακχαρώδης διαβήτης με τη σειρά τους αποτελούν παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο.

Αν στις ανεπιθύμητες δράσεις του καπνίσματος συνυπάρχει και το υπέρβαρο ή παχυσαρκία τότε ο συνδυασμός είναι θανατηφόρος. Τα νούμερα των στατιστικών είναι αποκαλυπτικά: Το προσδόκιμο ζωής των παχύσαρκων καπνιστών ήταν 13 χρόνια λιγότερα σε σχέση με αυτό των μη-καπνιστών φυσιολογικού βάρους, όπως φάνηκε στη μελέτη Framingham.

Στην ίδια μελέτη φάνηκε πως το 30% – 50% των παχύσαρκων καπνιστών κατέληξε μεταξύ του ηλικιακού εύρους των 40 – 70 ετών. Το αντίστοιχο ποσοστό για τους μη-καπνιστές φυσιολογικού βάρους ήταν μόνο 10%.

Ανακεφαλαιώνοντας, θα πρέπει να τονιστεί πως υπάρχει σχέση μεταξύ καπνίσματος και σωματικού βάρους και πως τα άτομα που καπνίζουν πολύ έχουν μεγάλο κίνδυνο να γίνουν παχύσαρκα σε σχέση με αυτούς που καπνίζουν ελαφρά ή καθόλου.

Αυτό συμβαίνει γιατί οι επιβαρυντικές συνήθειες (έλλειψη σωματικής άσκησης, κακή διατροφή, αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ) που σχετίζονται με το βαρύ κάπνισμα φαίνεται πως τελικά υπερνικούν τις μεταβολικές του επιδράσεις που δημιουργούν μια μικρή απώλεια βάρους.

Η ανησυχία που οι περισσότεροι έχουν πως θα πάρουν βάρος αν σταματήσουν να καπνίζουν δεν ευσταθεί, γιατί το φαινόμενο της πρόσληψης 200 – 300 θερμίδων παραπάνω ημερησίως φαίνεται πως εξασθενεί μετά από 6 μήνες. Αν σε όλα αυτά συνυπολογιστεί η επιβάρυνση που δημιουργεί στο αναπνευστικό σύστημα και σε όλα τα αγγεία του σώματος, η ινσουλινοαντίσταση και η συσσώρευση λίπους στην κοιλιακή χώρα τότε υπάρχει σοβαρός λόγος όλοι να εναρμονιστούμε με την εθνική πολιτική ενάντια στο κάπνισμα που πρόσφατα χάραξε η κυβέρνηση και να δηλώσουμε ευθαρσώς: ‘Βέτο στο κάπνισμα!’.