Το γάλα και τα διάφορα γαλακτοκομικά προϊόντα αποτελούν σημαντικά συστατικά της δίαιτας του ανθρώπου.

Συνεισφέρουν περίπου στο 4% της προσλαμβανόμενης ενέργειας παγκοσμίως και σε μερικές γεωγραφικές περιοχές όπως η Βόρεια Αμερική, η Αυστραλία και η Ευρώπη, το γάλα και τα υπόλοιπα γαλακτοκομικά προϊόντα παρέχουν περίπου το 10% της συνολικής ενεργειακής πρόσληψης.

Το αγελαδινό γάλα είναι το πιο συχνά καταναλισκόμενο, παρά το γεγονός ότι υπάρχει αξιοσημείωτη γεωγραφική διαφοροποίηση με το γάλα της κατσίκας, του προβάτου, της καμήλας και του βούβαλου.

Το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα έχουν την ιδιαιτερότητα να περιέχουν συστατικά που θα μπορούσαν υποθετικά να αυξήσουν τον κίνδυνο για ορισμένες ασθένειες και άλλα συστατικά που θα μπορούσαν να τον μειώσουν. Το γάλα έχει προταθεί ως παράγοντας κινδύνου αθηροσκήρυνσης και στεφανιαίων καρδιακών παθήσεων επειδή αποτελεί πηγή χοληστερόλης και κορεσμένων λιπαρών οξέων.

Τα ευεργετικά αποτελέσματα, εντούτοις, έχουν αποδοθεί σε άλλα συστατικά του γάλακτος, όπως το συζευγμένο λινελαϊκό οξύ, το οποίο μπορεί να έχει υπολιπιδαιμικές και αντιοξειδωτικές και έτσι αντιαθηροσκληρωτικές ιδιότητες, το ασβέστιο, το οποίο μπορεί να προστατεύει από την υπέρταση, και οι βιταμίνες φολικό οξύ, B6 (πυριδοξίνη) και B12 (κυανοκοβαλαμίνη), οι οποίες συμβάλλουν στα χαμηλότερα επίπεδα ομοκυστεΐνης (μια πρωτεΐνη της οποίας τα αυξημένα επίπεδα στο αίμα ίσως σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος).

Εργαστηριακές και επιδημιολογικές μελέτες προτείνουν ότι η εισαγωγή των γαλακτοκομικών προϊόντων θα μπορούσε να συνδεθεί με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Διάφορες μελέτες έχουν πρότεινει ότι η κατανάλωση γαλακτοκομικών μπορεί να αφορά κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου.

Η κύρια υπόθεση που κρύβεται κάτω από μια πιθανή προστατευτική επίδραση των γαλακτοκομικών προϊόντων αφορά το περιεχόμενό τους σε ασβέστιο και σε ένα μικρότερο βαθμό την βιταμίνη D, το συζευγμένο λινελαϊκό οξύ, τα σφιγκολιπίδια, το βουτυρικό οξύ και διάφορα προϊόντα ζύμωσης.

Από την άλλη πλευρά, τα λίπη του γάλακτος και ιδιαίτερα τα κορεσμένα λιπαρά ίσως να αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου.

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΑΧΕΟΣ ΕΝΤΕΡΟΥ
Τα δεδομένα για τους τέσσερις τύπους γαλακτοκομικών προϊόντων (σύνολο γαλακτοκομικών προϊόντων, γάλα, τυρί και γιαούρτι) προέκυψαν από μια μετα-ανάλυση των διάφορων μελετών.

Όσο αφορά το σύνολο των γαλακτοκομικών προϊόντων, σαν μια ομάδα τροφίμων, άλλες μελέτες βρήκαν αύξηση του κινδύνου, ενώ άλλες βρήκαν μείωση. Το γεγονός αυτό ίσως οφείλεται στην διαφορικότητα των γαλακτοκομικών προϊόντων.

Κατά μέσο όρο, οι μελέτες που έγιναν δεν φαίνεται να ανιχνεύουν κάποια συσχέτιση μεταξύ γαλακτοκομικών προϊόντων και εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου. Όσο αφορά το προστατευτικό αποτέλεσμα των γαλακτοκομικών έναντι της συγκεκριμένης μορφής καρκίνου, τα δεδομένα των μελετών, κατά μέσο όρο, ενισχύουν την ύπαρξή του.
 Συνεχίζοντας, το γάλα φάνηκε ότι έχει προστατευτική δράση έναντι του καρκίνου του παχέος εντέρου.

Τέσσερις μελέτες ασθενών μαρτύρων ανέφεραν σημαντική προστατευτική επίδραση, ενώ η καθημερινή κατανάλωση γάλακτος 2% λιπαρών φάνηκε να έχει προστατευτικό αποτέλεσμα για τον καρκίνο του ορθού. Πρέπει να αναφερθεί πάντως πως υπήρξαν και δύο μελέτες ασθενών μαρτύρων, οι οποίες βρήκαν αύξηση του κινδύνου του καρκίνου παχέος εντέρου να σχετίζεται με την κατανάλωση γάλακτος.

Οι προοπτικές μελέτες, από την άλλη πλευρά, ανίχνευσαν μειωμένους σχετικούς κινδύνους για καρκίνο του παχέος εντέρου να σχετίζονται με υψηλότερα επίπεδα κατανάλωσης γάλακτος.

Μελέτες ασθενών μαρτύρων και προοπτικές μελέτες προσπάθησαν να διερευνήσουν τον ρόλο της κατανάλωσης τυριού στον καρκίνο του παχέος εντέρου. Κατά μέσο όρο, δεν φάνηκε να υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του καρκίνου αυτού και της κατανάλωσης τυριού.

Ο αριθμός των μελετών που διερεύνησαν την επίδραση της πρόσληψης γιαουρτιού στον καρκίνο του παχέος εντέρου είναι περιορισμένος. Οι μελέτες ασθενών μαρτύρων και οι μελέτες κοορτών (ομάδων δηλαδή με κοινά χαρακτηριστικά οι οποίες τίθενται σε παρακολούθηση για να εξακριβωθεί τι θα τους συμβεί) δεν φάνηκε να υποστηρίζουν την υπόθεση της προστατευτικής δράσης.

Μερικές επιδημιολογικές μελέτες διερεύνησαν τα γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλών λιπαρών ξεχωριστά από τα γαλακτοκομικά υψηλών λιπαρών. Επιπρόσθετα, οι περισσότερες από αυτές ασχολήθηκαν κυρίως με την σύγκριση πλήρους έναντι άπαχου γάλακτος.

Επειδή αυτές οι μελέτες ήταν λίγες σε αριθμό αφενός, ενώ από την διερεύνηση άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων πλουσιότερων σε λιπαρά, π.χ τυριού, δεν ανιχνεύθηκε συσχέτιση, δεν μπορεί να στηριχθεί ο ισχυρισμός της συσχέτισης του αυξημένου λίπους των γαλακτοκομικών προϊόντων με τον καρκίνο του παχέος εντέρου.

Η μετα-ανάλυση και η ανασκόπηση επιδημιολογικων δεδομένων από μελέτες κοορτών και μελέτες ασθενών μαρτύρων συμπέραναν ότι η κατανάλωση ασβεστίου δεν σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου ή πολυπόδων του παχέος εντέρου.

Παρ' όλα αυτά, βρέθηκαν και μελέτες που έδειξαν μέτρια θετική επίδραση (μείωση των επιπέδων πολλαπλασιασμού των επιθηλιακών κυττάρων του ορθού) των συμπληρωμάτων ασβεστίου στην ομάδα παρέμβασης.

Οι μελέτες που έχουν διεξαχθεί για την μελέτη του ρόλου της βιταμίνης D στον καρκίνο του παχέος εντέρου δεν είναι τόσες πολλές, όσο αυτές του ασβεστίου. Τα διαθέσιμα δεδομένα προτείνουν μάλλον προστατευτική, παρά επιβαρυντική επίδραση στον κίνδυνο γι' αυτή την μορφή καρκίνου.

Από τη στιγμή δε που η επίδραση αυτή παρατηρείται κυρίως από προοπτικές μελέτες, στις οποίες η έκθεση στον προς μελέτη παράγοντα εκτιμάται πολλά χρόνια πριν την διάγνωση, είναι πολύ πιθανό  το προστατευτικό αποτέλεσμα της βιταμίνης D να υφίσταται μόνο στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης του όγκου.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι τα επιδημιολογικά δεδομένα των ανασκοπήσεων και των μετα-αναλύσεων συνηγορούν στο ότι η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων που είναι πλήρη σε λιπαρά και ιδιαίτερα του γάλακτος, μπορεί να συσχετίζεται με μια μέτρια μείωση του κινδύνου καρκίνου του παχέος εντέρου.

Αυτές οι ενδείξεις περιορίζονται σε δεδομένα από μελέτες κοορτών, την στιγμή που τα αποτελέσματα από μελέτες ασθενών μαρτύρων ήταν ετερογενή. Επιπρόσθετα, δεν φάνηκε να υπάρχουν ενδείξεις αύξησης ή μείωσης του καρκίνου του παχέος εντέρου που να συσχετίζονται ειδικά με την κατανάλωση τυριού ή γιαουρτιού.

Παρ' όλ' αυτά, τα συμπεράσματα αυτά θα πρέπει να εξετάζονται με κριτική σκέψη, αφού υπάρχει μεγάλη ποικοιλία ως προς τον τύπο και την σύσταση των διαφόρων γαλακτοκομικών προϊόντων που χρησιμοποιήθηκαν στις διάφορες μελέτες για κατανάλωση από διαφορετικούς πληθυσμούς.

Ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι οι μεθοδολογικοί περιορισμοί των μελετών στην διαιτητική μέτρηση των καταναλισκόμενων ποσοτήτων, από την στιγμή που πολλές φορές χρησιμοποιήθηκαν ερωτηματολόγια για τον σκοπό αυτό.

Χρειάζεται ακόμα περισσότερη έρευνα στο πεδίο αυτό και ιδιαίτερα σε συγκεκριμένους τύπους γαλακτοκομικών προϊόντων και στους μηχανισμούς δράσης των συστατικών τους σε πειραματικά μοντέλα καρκινογένεσης.