Από το 1965 που ανακαλύφθηκε, και, κυρίως από το 1984 οπότε και εγκρίθηκε επισήμως η χρήση της στην Ευρώπη από το Scientific Committee for Food (προκάτοχο της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφάλειας Τροφίμων) η ασπαρτάμη έχει υπάρξει (και εξακολουθεί να είναι) ένα από τα πιο πολυσυζητημένα πρόσθετα τροφίμων.

Σήμερα, η ασπαρτάμη αποτελεί ένα από τα πλέον μελετημένα πρόσθετα τροφίμων, η κατανάλωση του οποίου επιτρέπεται ακόμα και στις πλέον ευαίσθητες ομάδες πληθυσμού, όπως οι έγκυες, οι γυναίκες που θηλάζουν, τα παιδιά και τα άτομα με διαβήτη, με εξαίρεση βεβαίως τα άτομα με το σπάνιο κληρονομικό νόσημα φαινυλκετονουρία, τα οποία δεν μπορούν να μεταβολίσουν το αμινοξύ φαινυλαλανίνη που, ωστόσο, βρίσκεται εκτός από την ασπαρτάμη και σε άλλα πρωτεϊνούχα τρόφιμα (πχ κρέας, αυγά κλπ.).

Παρόλα αυτά, ακόμα και σήμερα δέχεται επιθέσεις και η ασφάλειά της αποτελεί θέμα προς συζήτηση και αμφισβήτηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ομιλία του δρος Alan Boobis στο πρόσφατο 13ο Πανελλήνιο Διαβητολογικό Συνέδριο, έχει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα. Ένας από τους κορυφαίους τοξικολόγους  παγκοσμίως και Καθηγητής στο Τμήμα Ιατρικής του Imperial College του Λονδίνου, στην άκρως ενδιαφέρουσα παρουσίασή του στο Συνέδριο είπε, μεταξύ άλλων, πως υπάρχει μεγαλύτερη βάση δεδομένων για την ασφάλεια της ασπαρτάμης από ότι για οποιοδήποτε άλλο πρόσθετο τροφίμων, τονίζοντας: 'Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ξοδεύονται επιπλέον χρήματα και χρόνος επιστημόνων για την έρευνα σχετικά με την ασφάλεια γλυκαντικών υλών, όπως η ασπαρτάμη, τη στιγμή που υπάρχουν πολλά άλλα σημαντικά θέματα υγείας που απαιτούν περαιτέρω έρευνα'.

Σε σχέση με τα διάφορα 'δεδομένα' και την 'πληροφόρηση' που όλοι λαμβάνουμε κατά καιρούς, ο καθηγητής ξεκαθαρίζει πως κάθε πληροφορία που φτάνει στα αυτιά ή στο e-mail των καταναλωτών δεν είναι απαραιτήτως αληθής. ‘Ο κόσμος τρομοκρατείται χωρίς λόγο από πληθώρα λανθασμένων πληροφορίων και ιστοριών συνωμοσίας στο Ιντερνετ σχετικά με τις γλυκαντικές ύλες, όπως η ασπαρτάμη, ή από έρευνες που έχουν αποδειχθεί ότι έχουν σημαντικά σφάλματα’, λέει χαρακτηριστικά, ενώ τονίζει ένα ακόμα παράδοξο: ‘...οι περισσότεροι άνθρωποι στη σημερινή εποχή αποδέχονται εύκολα νέες τεχνολογίες που βελτιώνουν την καθημερινότητά τους, αλλά είναι πολύ περισσότερο επιφυλακτικοί με τις εξελίξεις στην τεχνολογία τροφίμων και κυρίως, την επιστήμη που υποστηρίζει την ασφάλειά τους, παρά τα πλεονεκτήματα που μπορεί να έχουν’.

Τέλος, ο καθηγητής υπενθύμισε πως, χωρίς τις ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες, στις οποίες περιλαμβάνεται η ασπαρτάμη και το γλυκαντικό από το φυτό στέβια, πολλοί άνθρωποι (άτομα με διαβήτη, άτομα που πρέπει να χάσουν βάρος κλπ) θα έπρεπε να στερηθούν τη γλυκιά γεύση.

Και μόνο αυτό το γεγονός, καθιστά τις ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες μια από τις πιο σημαντικές ανακαλύψεις στο τομέα της διατροφής και των τροφίμων.