Πρώτος ο Παστέρ διατύπωσε την επαναστατική για την εποχή άποψη ότι η επιβίωση οποιουδήποτε ζωντανού οργανισμού εξαρτάται από τα μικρόβια και ότι η ζωή θα ήταν αδύνατη σε περιβάλλον στείρο μικροβίων. Τα μικρόβια εμφανίστηκαν στη γη πριν από 3,5 δισεκαττομύρια χρόνια και παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του οικοσυστήματος.

Η ανακύκλωση βασικών στοιχείων για τη ζωή στον πλανήτη, η αερόβιος αναπνοή, η φωτοσύνθεση, η εξελικτική πορεία είναι μόνο μερικές από τις διαδικασίες που επιτελούνται χάρη στα βακτήρια.

Όσον αφορά τον ανθρώπινο οργανισμό, μία από τις πιο σημαντικές λειτουργίες που απαιτούν την άμεση παρουσία μικροοργανισμών είναι η πέψη και η απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών που πραγματοποιείται στον γαστρεντερικό σωλήνα.

Ο γαστρεντερικός σωλήνας είναι στείρος μικροβίων κατά τη γέννηση αλλά αμέσως μετά αποικείται από διάφορα βακτήρια- κυρίως αναερόβια. Στην ενηλικίωση υπάρχουν περίπου 1014 μικροβιακά κύτταρα που αποτελούν τη λεγόμενη εντερική χλωρίδα και εντοπίζονται κυρίως στο κόλον.

Τα βακτήρια αυτά επιτελούν μία διαδικασία που ονομάζεται ζύμωση, δηλαδή επεξεργάζονται διάφορες ουσίες- όπως υδατάνθρακες, πρωτείνες, αμινοξέα ή άπεπτα συστατικά της τροφής όπως πχ φυτικές ίνες ή ολιγοσακχαρίτες. Αυτές οι ουσίες ονομάζονται υποστρώματα και μπορεί να προέρχονται από τη δίαιτα ή από τις ενδογενείς γαστρικές εκκρίσεις.

Οι αντιδράσεις των βακτηρίων με τα υποστρώματα οδηγούν στη δημιουργία διαφόρων τελικών προιόντων όπως πχ οργανικά οξέα, ισταμίνη, διοξείδιο του άνθρακα κ.α. Κάποια από τα βακτήρια οδηγούν τελικά στο σχηματισμό ‘ωφέλιμων’ παραπροιόντων ενώ κάποια άλλα στο σχηματισμό πιθανώς παθογόνων (τοξίνες).

Η βιομηχανία τροφίμων χρησιμοποιεί τα βακτήρια που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία ως προβιοτικά.

Τι ακριβώς είναι όμως τα προβιοτικά; Τα προβιοτικά είναι επιλεγμένα στελέχη ζώντων μικροοργανισμών που όταν εισαχθούν στη διατροφή του ανθρώπου προκαλούν αποδεδειγμένα οφέλη για την υγεία. Μπορούν να ληφθούν είτε από τρόφιμα που έχουν εμπλουτιστιστεί από αυτά (πχ γιαούρτι, γάλα, κεφίρ, ξινόγαλα κτλ.) είτε ως συμπληρώματα διατροφής – κυκλοφορούν σε χάπια στην αγορά από διάφορες εταιρείες.

Οι μικροοργανισμοί που συνήθως χρησιμοποιούνται στα προβιοτικά είναι βακτηριακά στελέχη λακτοβάκιλλων (Lactobacillus) και bifidobacterium.

Τα προβιοτικά έχουν πολλαπλά οφέλη για τον ανθρώπινο οργανισμό. Από τη μία ενισχύουν το ανοσοποιητικό σύστημα, καθώς επάγουν την παραγωγή αντισωμάτων, τη δραστικότητα των φαγοκυττάρων (κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος) αλλά και την έκκριση κυτταροκινών με αντιφλεγμονώδη δράση.

Ως εκ τούτου τα άτομα που καταναλώνουν τρόφιμα με προβιοτικά παρουσιάζουν ανθεκτικότητα σε μολύνσεις και εποχιακά κρυολογήματα.

Από την άλλη τα προβιοτικά παρουσιάζουν επίσης ισχυρή αντιμικροβιακή δράση. Πιο συγκεκριμένα εμποδίζουν την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό παθογόνων μικροβίων όπως Salmonella, Clostridium difficile, Listeria monocytogenes, Staphylococcus aureus κτλ.

Αυτό που συμβαίνει ουσιαστικά είναι ότι κατά τη διάρκεια της ζύμωσης παράγονται διάφορες ουσίες όξινης φύσης (π.χ. βραχείας αλύσου λιπαρά οξέα) που δρουν ως αντιμικροβιακοί παράγοντες. Δηλαδή μειώνουν το pH του εντερικού επιθηλίου, δημιουργώντας έτσι ένα όξινο περιβάλλον που αναστέλλει την ανάπτυξη πολλών μικροβίων που θεωρούνται παθογόνα.

Συνεπώς τα προβιοτικά ενισχύουν τον εντερικό φραγμό και κατ’ επέκταση περιορίζουν την πιθανότητα τροφικών δηλητηριάσεων και αλλεργιών.

Επιπλέον, πλήθος ερευνών δείχνουν ότι τα προβιοτικά συμβάλλουν στην καλύτερη απορρόφηση ασβεστίου, μαγνησίου και φωσφόρου. Επίσης πολλά βακτηριακά στελέχη βοηθούν στην παραγωγή βιταμινών και μετάλλων στον οργανισμό του ξενιστή.

Τέλος τα προβιοτικά έχουν και μεταβολικές δράσεις, καθώς επεμβαίνουν στον ηπατικό μεταβολισμό των λιπιδίων και μειώνουν τα επίπεδα των λιποπρωτεινών.

Αν ληφθούν όλα αυτά υπόψη καταλαβαίνουμε ότι η κατανάλωση προβιοτικών είναι χρήσιμη σε πολλές περιπτώσεις. Πχ μετά την ολοκλήρωση θεραπείας με αντιβιοτικά συστήνεται η πρόσληψη προβιοτικών (συνήθως στελέχη bifidobacterium) για την αποκατάσταση της ισορροπίας της εντερικής χλωρίδας.

Επίσης άτομα με δυσανοχή στη λακτόζη, που εμφανίζουν δυσάρεστα γαστρεντερικά συμπτώματα μετά την κατανάλωση γαλακτοκομικών προιόντων μπορούν να ωφεληθούν ιδιαιτέρως από τα προβιοτικά (συνήθως στελέχη lactobacillus) καθώς αυτά βοηθούν στην ομαλή πέψη του γάλακτος.

Τα προβιοτικά είναι επίσης χρήσιμα και σε περιπτώσεις διάρροιας ή δυσκοιλιότητας, ενώ ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι πιθανώς να μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου δεδομένου ότι κάποια παραπροιόντα της ζύμωσης εμποδίζουν τη σύνθεση του DNA και επάγουν την κυτταρική απόπτωση.

Αξίζει να τονιστεί πάντως ότι όλα τα προϊόντα που υφίστανται ζύμωση όπως το γιαούρτι, το τυρί, το ξινόγαλα ή το κεφίρ περιέχουν ζωντανούς μικροοργανισμούς, αντίστοιχους με αυτούς που υπάρχουν στην εντερική χλωρίδα. Ωστόσο αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι είναι και προβιοτικά προιόντα εφόσον για να χαρακτηριστούν έτσι θα πρέπει να πληρούνται κάποιες προυποθέσεις.

Πιο συγκεκριμένα ένα προιόν για να χαρακτηριστεί ως προβιοτικό θα πρέπει να περιέχει την κατάλληλη ποσότητα και το κατάλληλο είδος ζώντων μικροοργανισμών που έχουν αποδεδειγμένα θετική επίδραση για την υγεία, που επιβιώνουν για ένα εύλογο χρονικό διάστημα από την παραγωγή μέχρι την κατανάλωσή του και το κυριότερο που είναι ανθεκτικά κατά τη διάρκεια της πέψης.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι π.χ. δεν είναι όλα τα γιαούρτια προβιοτικά - όταν για παράδειγμα ένα γιαούρτι γράφει ότι είναι ‘ζωντανό’, λόγω της παρουσίας μικροοργανισμών, οι οποίοι προστίθενται ούτως ή άλλως κατά την παρασκευή όλων των γιαουρτιών, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι απαραίτητα και προβιοτικό.

Πριν κλείσουμε, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε και στα πρεβιοτικά προιόντα τα οποία κυκλοφορούν τα τελευταία χρόνια στην αγορά και συχνά συγχέονται λανθασμένα με τα προβιοτικά. Τα πρεβιοτικά είναι άπεπτα συστατικά της τροφής (πχ ινουλίνη, φρουκτο-ολιγοσακχαρίτες, γαλακτο-ολιγοσακχαρίτες κτλ.) που βοηθούν στον πολλαπλασιασμό των ήδη υπάρχοντων ωφέλιμων βακτηρίων της εντερικής χλωρίδας.

Κατ’ επέκταση τα πρεβιοτικά προκαλούν τα ίδια οφέλη υγείας στον ανθρώπινο οργανισμό (αντιφλεγμονώδη και αντιμικροβιακή δράση, βελτίωση γαστρεντερικής λειτουργίας) αλλά δρουν έμμεσα, καθώς ουσιαστικά αποτελούν υποστρώματα για ανάπτυξη των προβιοτικών.

Τα πρεβιοτικά βρίσκονται συνήθως σε γαλακτοκομικά προιόντα (γιαούρτια και όξινα γάλατα).

Συνοψίζοντας, τα προβιοτικά συνιστούν επί του παρόντος πεδίο έντονης επιστημονικής δραστηριότητας. Όλο και περισσότερες κλινικές έρευνες αποδεικνύουν συνεχώς την πολύτιμη συνεισφορά τους στη βελτίωση των σωματικών λειτουργιών.

Ωστόσο όπως και κάθε νέο σκεύασμα, έτσι και τα προβιοτικά δεν είναι πανάκεια: τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες δεν μπορούν να αποκλειστούν εκ των προτέρων. Άρα η χορήγησή τους σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού όπως είναι οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά θα πρέπει να γίνεται με σύνεση.

Προς το παρόν πάντως παραμένει μία πρόκληση η επιτυχής επιλογή εκείνων των βακτηριακών στελεχών που θα οδηγήσουν τελικά στην πρόληψη συγκεκριμένων παθήσεων και κατ’ επέκταση στη συνολική προαγωγή της υγείας του ανθρώπινου οργανισμού.