Κοκκώνα Κουζή-Κολιάκου, Ιατρός, επιστημονική υπεύθυνη της Biohellenika


Μετά από πέντε χρόνια αγώνων εναντίον της Ελληνικής ιδιωτικής πρωτοβουλίας, όσο και η έναρξη λειτουργίας οικογενειακών τραπεζών φύλαξης βλαστοκυττάρων στην Ελλάδα, έχει αποσαφηνιστεί πλέον το τοπίο σχετικά με τις μεθοδεύσεις ορισμένων συμφερόντων για τη διαχείριση των βλαστοκυττάρων στη χώρα μας.

Είναι πραγματικά λυπηρό το γεγονός ότι τα ίδια άτομα που επί έτη απαξίωναν ένα πολύτιμο βιολογικό υλικό και προσπαθούσαν να αποτρέψουν τους γονείς να το φυλάξουν για το μέλλον του παιδιού τους, προσπαθούν τώρα να διαχειρισθούν αποκλειστικά το ίδιο υλικό, μέσω δήθεν δημοσίων ή δήθεν μικτών φορέων.

Είναι γεγονός ότι το 15% των μελλοντικών γονέων αποφασίζει να φυλάξει τα βλαστοκύτταρα των παιδιών του κατά τη γέννηση, είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα και ότι το ένα τρίτο τουλάχιστον από τους γονείς αυτούς στέλνει τα βλαστοκύτταρα στο εξωτερικό.

Οι Ελληνικές εταιρείες φύλαξης βλαστοκυττάρων, εξοικονομούν περίπου 15 εκατομμύρια ευρώ για την Ελληνική οικονομία, απασχολώντας περισσότερους από 500 εργαζόμενους, κατά κύριο λόγο πτυχιούχους,ενώ παράλληλα, ορισμένες από αυτές αναπτύσσουν την καινοτομία στο χώρο της βιοτεχνολογίας στη χώρα μας.

Τι συμφέροντα εξυπηρετούν αυτοί που βάλλουν εναντίον των εταιρειών αυτών; Μήπως οι ιδιωτικές τράπεζες βλαστοκυττάρων στην Ελλάδα ‘εμποδίζουν’ τη δημόσια φύλαξη βλαστοκυττάρων; Κατά έτος απορρίπτονται στα άχρηστα των νοσοκομείων περίπου 85.000 μονάδες ομφαλοπλακουντιακού αίματος, γιατί άραγε δεν τις συλλέγουν οι δήθεν υποστηρικτές της δημόσιας φύλαξης; Από την άλλη πλευρά πολλοί φορείς ιδιωτικών τραπεζών έχουν προσφερθεί να φυλάγουν και δημόσια δείγματα κάτω από την εποπτεία του κράτους.

Αυτό θα αξιοποιούσε υπάρχουσα τεχνογνωσία και εξοπλισμό με πολλαπλάσιο αποτέλεσμα και όφελος.

Διερωτήθηκαν οι ‘σοφοί’ που δήθεν υποστηρίζουν το δημόσιο όφελος γιατί η Κύπρος, μια χώρα με λιγότερο από ένα εκατομμύριο κατοίκους, έχει τόσες τράπεζες οικογενειακής φύλαξης όσες και η Ελλάδα και 5πλάσιο αριθμό δοτών μυελού των οστών; Μήπως η Κύπρος διαχειρίζεται τον πληθυσμό της με περισσότερο σεβασμό, αντικειμενικότητα και υπευθυνότητα και τελικά αξιοκρατικά κερδίζει αυτό που της ανήκει; Μήπως τελικά η ανησυχία τους δεν έχει σχέση με το ουσιώδες αντικείμενο της δουλειάς τους, αλλά με οικονομικές συμφέρουσες μεθοδεύσεις, οι οποίες ήδη άρχισαν να διαφαίνονται από τους οικονομικούς υποστηρικτές τους που είναι οι μεγάλες φαρμακευτικές βιομηχανίες του εξωτερικού και τα γραφεία δημοσίων σχέσεων; Η ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας σε χώρες με επιστημονικό δυναμικό όπως η Ελλάδα ίσως να μην εξυπηρετεί τα σχέδιά τους.

Τελικά τι λείπει από τη χώρα μας; Μήπως ο κοινός νους;
Τα βλαστοκύτταρα είτε φυλάσσονται στον ιδιωτικό είτε στο δημόσιο τομέα έχουν ακριβώς τις ίδιες εφαρμογές και υπόκεινται στους ίδιους ποιοτικούς ελέγχους. Αφού κατά γενική ομολογία ο καταλληλότερος συμβατός δότης για τη θεραπεία της λευχαιμίας είναι ο υγιής αδελφός γιατί άραγε αποθαρρύνουν τις οικογένειες που αποφασίζουν την οικογενειακή φύλαξη, αντί να ενθαρρύνουν τους υπόλοιπους να μην πετάξουν τα βλαστοκύτταρα κατά τη γέννηση; Πού θα βρεθεί το δείγμα του αδελφού εάν το έχει δωρίσει στη δημόσια τράπεζα ανώνυμα; Και τελικά πόσα από τα δείγματα που δωρίζονται τελικά κρυοσυντηρούνται; Γιατί αποκρύπτουν ότι η αλλογενής μεταμόσχευση δεν σημαίνει ίαση.

Σημαίνει μια διαρκή μάχη για να μην απορριφθεί το μόσχευμα και μακροχρόνια λήψη φαρμάκων με πολλές παρενέργειες. Σταχυολογώντας τα ‘στατιστικά στοιχεία’ τα οποία κατά καιρούς κατευθυνόμενα δημοσιεύονται αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν η πιθανότητα να βρεθεί ένα συμβατό μόσχευμα από μια δημόσια τράπεζα να είναι 1/30 και από την άλλη οι 9/30 (30%) ασθενείς να μη βρίσκουν ποτέ ένα συμβατό μόσχευμα; Τέλος γιατί αποκρύπτουν ότι ακόμη και τα λεγόμενα ‘συμβατά’ μοσχεύματα σε ένα μεγάλο ποσοστό άνω του 30-60% τελικά απορρίπτονται από τον ασθενή:

Ο όρος ‘εμπορική εκμετάλλευση’ του ομφαλίου αίματος που χρησιμοποιείται από ορισμένους χαρακτηρίζει μάλλον τη δημόσια χρήση, δεδομένου ότι είναι γνωστό ότι οι γονείς πολλές φορές πληρώνουν για να δωρίσουν κάτι το οποίο δεν τους ανήκει, ενώ στο χρόνο που πραγματοποιείται η δωρεά δεν έχουν εξουσιοδοτηθεί για να το πράξουν από το νεογέννητο παιδί τους.

Το κόστος που θα πληρώσουν στο μέλλον οι γονείς που αναζητούν εναγωνίως ένα μόσχευμα που μπορεί να σώσει τη ζωή του παιδιού τους, ακόμα και εάν δώρισαν το δικό τους είναι στις καλύτερες των περιπτώσεων περίπου 30.000 ευρώ.

Πόσα χρήματα όμως θα μπορούσε να δώσει ένας γονιός για να σώσει το παιδί του;

Το μοντέλο της υβριδικής φύλαξης το οποίο κατά καιρούς προωθείται, αναφέρεται στο ότι οι γονείς κρατούν προσωρινά το μόσχευμα για οικογενειακή χρήση και κάνουν γνωστή την ιστοσυμβατότητα του παιδιού τους. Στην περίπτωση που το χρειαστεί ένας συμβατός ασθενής ανά τον κόσμο θα τους επιστρέφεται το κόστος και η δημόσια τράπεζα θα κάνει τη δική της χρέωση.

Πολλά τα ηθικά θέματα, αφού η ίδια η δημόσια τράπεζα θα εκμεταλλεύεται προς όφελός της ένα οικογενειακό δείγμα. Πώς η οικογενειακή φύλαξη που στην ακριβότερη μορφή της κοστίζει 1.800 ευρώ θα καταλήγει στη δημόσια έναντι 30.000 ευρώ; Σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία σε έγκριτα ιατρικά περιοδικά τo 2008, η πιθανότητα να χρησιμοποιήσει κάποιος τα βλαστοκύτταρά του είναι 1/200και ένας στους τρεις χρόνια πάσχοντες ασθενείς άνω των 65 ετών θα ωφελούνταν με τα σημερινά δεδομένα, εάν είχε φυλάξει τα βλαστοκύτταρα κατά τη γέννησή του.

Ο αριθμός 1/3500 έως 1/35000 που κάποιοι παρουσιάζουν και επαναλαμβάνουν αφορά σήμερα την πιθανότητα να χρησιμοποιήσει κάποιος τα βλαστοκύτταρά του ίσως στην πρώτη παιδική ηλικία για την περίπτωση της λευχαιμίας και μόνο.

Σήμερα σε όλο τον κόσμο βρίσκονται σε εξέλιξη ή έχουν ολοκληρωθεί 3.023 εγκεκριμένες κλινικές μελέτες με βλαστοκύτταρα του τύπου του ενήλικα, εκ των οποίων οι 904 χρησιμοποιούν βλαστοκύτταρα που προέρχονται από τον ίδιο τον ασθενή, και από αυτές οι 11 αφορούν χρήσεις του αίματος του πλακούντα.

Οι χρήσεις αυτές δεν αναφέρονται στις αιματολογικές ασθένειες, αλλά σε άλλες παθήσεις. Συνεπώς, η όποια αιματολογική εταιρεία, με την υποστήριξη της ξένης φαρμακοβιομηχανίας, δεν είναι επιστημονικά σε θέση να εκδίδει παραπλανητικές ανακοινώσεις του τύπου ‘ή στραβός είν’ ο γιαλός ή στραβά ‘ρμενίζουμε’.

Η εφαρμογή των βλαστοκυττάρων στη θεραπευτική, μπορεί μεν να ‘ενοχλεί’ ή να ‘απειλεί’ εμπορικά ορισμένα προϊόντα, υπηρεσίες και ιατρικές ομάδες, δεν παύει όμως να είναι δρόμος άνευ επιστροφής για την ιατρική. Αντί λοιπόν να εμποδίζουμε και να καθυστερούμε την εξέλιξη της επιστήμης, καλό θα ήταν ο καθένας από την πλευρά του να αξιοποιήσει τις νέες αυτές γνώσεις προς όφελος των ασθενών.

Είναι απαράδεκτο και αντιδεοντολογικό να ενημερώνονται ανεύθυνα οι γονείς ότι τα εμβρυϊκά βλαστοκύτταρα, απομεινάρια των εξωσωματικών γονιμοποιήσεων, θα αποτελέσουν τη λύση του μέλλοντος. Βέβαια τα βλαστοκύτταρα αυτά με τη μορφή κυτταρικών σειρών θα μπορούσαν, αν ξεπεραστούν τα προβλήματα απόρριψης και καρκινογέννεσης, σε αντίθεση με τα αυτόλογα κύτταρα που προέρχονται από τον ίδιο τον ασθενή, να ελεγχθούν εμπορικά, και αυτό βέβαια θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον σε ορισμένους κύκλους.

Σήμερα οι εξελίξεις στην έρευνα και στις εφαρμογές των βλαστοκυττάρων προχωράνε πιο γρήγορα από παλαιωμένες ανακοινώσεις δύσκαμπτων διεθνών οργανισμών, και θα πρέπει πολύ πιο συχνά να γίνεται επαναξιολόγηση των νεότερων δεδομένων και επαναπροσδιορισμός των νέων κατευθύνσεων.