του Γιώργου Κόκουβα

Όσο αυξάνεται η ανεργία στην Ελλάδα, τόσο πολλαπλασιάζονται αυτοί που κάθονται με ένα stabilo και μια εφημερίδα στο χέρι, μαρκάροντας αγγελίες και στέλνοντας βιογραφικά. Και άλλο τόσο αυξάνονται οι συνεντεύξεις για δουλειά, που ως επί το πλείστον λήγουν άδοξα, αφού ο υποψήφιος εργοδότης έχει αναλύσει τις τρελές απαιτήσεις του και ο υποψήφιος έχει αποχωρήσει με την ουρά στα σκέλια και μια υπόσχεση για τηλεφωνική απάντηση σύντομα.

Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις που τα πράγματα είναι ακόμη πιο περίπλοκα από την παραπάνω εξέλιξη. Περιπτώσεις όπως μια… απαγωγή κατά την διάρκεια της συνέντευξης, η αποκάλυψη κρατικών μυστικών, μια πρόσκληση για μπιφτέκια ή η εξιστόρηση του χαμού των γονιών του υποψηφίου, τους οποίους «έσφαξαν τα Ορκς».


Δεν κάνουμε πλάκα. Τα παραπάνω περιστατικά συνέβησαν όντως κατά την διάρκεια συνεντεύξεων ή απόπειρας για κλείσιμο δουλειάς. Βρήκαμε τους πρωταγωνιστές αυτών των ιστοριών, οι οποίοι τις διηγούνται για χάρη μας.

Ο Άρης, 27 ετών, μας διηγείται την ιστορία μιας «απαγωγής» και της συνέντευξής του που κατέληξε σε… τηλεοπτικό πάνελ:

«Κάποια στιγμή ήρθε η σειρά μου να απολυθώ. Μετά το σοκ ξεκίνησα την ανεύρεση νέας εργασίας. Στη μία και μοναδική συνέντευξη που κατάφερα να κλείσω τα πράγματα πήραν τέτοια τροπή που δεν πίστευα στα μάτια μου, στα αυτιά μου και σε οτιδήποτε μπορεί να πιστεύει ένας άνθρωπος.


»Εκείνη την αποφράδα ημέρα έτυχε να συμπέσει η συνέντευξη μου με μια τηλεοπτική εκπομπή που γυριζόταν μια ώρα μετά στο ίδιο κτήριο. Κι εκεί που ο διευθυντής είχε εντυπωσιαστεί από το βιογραφικό μου και τον απαράμιλλο χαρακτήρα μου, χτυπάει το τηλέφωνο του.

Κάτι του λένε, αλλάζει 50 χρώματα, κλείνει το τηλέφωνο με νεύρα, αρχίζει να βρίζει θεούς και δαίμονες. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη, λέξη από το χείλη μου δεν βγαίνει, γιατί όπως καταλαβαίνετε δεν ήξερα και πώς να αντιδράσω.


»Και εκεί που ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί ήρθε το τελευταίο μοιραίο χτύπημα. Με κοιτάζει ο διευθυντής και μου λέει: “Σε μισή ώρα βγαίνεις αέρα”. Προτού καλά-καλά καταλάβω τι εννοούσε, μπουκάρει στο γραφείο ένας, με παίρνει στην κυριολεξία σηκωτό και με τραβάει στο υπόγειο.

Εγώ εν τω μεταξύ προσπαθώ να ψελλίσω κάτι του τύπου “πού πηγαίνουμε” ώσπου βλέπω μπροστά μου ένα στούντιο, με 100 ανθρώπους να πηγαίνουν πέρα δώθε, μια βουλευτίνα της ΝΔ να χαριεντίζεται με τον cameraman και έναν βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ να φλερτάρει την μακιγιέρ.


»Ο τύπος που με είχε απαγάγει με έβαλε να κάτσω σε μια καρέκλα στο στρογγυλό τραπέζι, με ρώτησε πώς με λένε και σηκώθηκε κι έφυγε, ουρλιάζοντας σε μια κοπελίτσα που αργότερα προσπάθησε να μου κουμπώσει ένα μικρόφωνο στο πουκάμισο.

Ώσπου μπήκε ο διευθυντής που τώρα ήταν μειλίχιος, με χτύπησε φιλικά στον ώμο και μου είπε: “Σε ευχαριστώ πάρα πολύ που δέχτηκες. Μας έσωσες, γιατί μας το ακύρωσε τελευταία στιγμή ο… (μπιπ)”. Προτού προλάβω να του απαντήσω, ο απαγωγέας μου είχε ήδη την αντίστροφη μέτρηση: “Σε 5 βγαίνουμε”.

Ο διευθυντής ανασκουμπώθηκε, οι βουλευτές σοβάρεψαν κι εγώ απλώς δέχτηκα στωικά ότι θα γίνω ρεζίλι των σκυλιών σε πανελλαδική εμβέλεια. Όπερ και εγένετο. Όσο για τη δουλειά; Όπως ήταν φυσικό, το τηλέφωνο δεν χτύπησε ποτέ».



Η Νεφέλη, 25 ετών, μας διηγείται πώς η θέση μιας γραμματέως κατέληξε σε αποκαλύψεις κρατικών μυστικών, μυστικές πατέντες, μπιφτέκια και πορτοκαλάδες:

«Όντας άνεργη από το 2010, μου έχει γίνει συνήθεια η μαζική αποστολή βιογραφικών, το τρέξιμο σε ποικίλες συνεντεύξεις (και για ποικίλες δουλειές), και η αποδοχή του γεγονότος πως αν θέλω να δουλέψω, το πιθανότερο είναι πως θα πρέπει να νοικιάσω ελικόπτερο για τις μετακινήσεις μου, μιας που έχω ήδη επισκεφτεί πολλές από τις πιο ακροβολισμένες περιοχές της Αττικής προς αναζήτηση εργασίας.

Πού να φανταζόμουν πως η πιο ευτράπελη “συνέντευξη” θα γινόταν δυο στενά από το σπίτι μου;
»Το λοιπόν μια μέρα, ένα φίλος με πρότεινε σε έναν ηλικιωμένο κύριο ο οποίος έψαχνε μια κοπέλα προκειμένου να αναλάβει τα γραμματειακά καθήκοντα ενός...

blog που διέθετε και ο οποίος μάλιστα στο επάγγελμα δήλωνε εφευρέτης. Η αλήθεια είναι πως παρά το γεγονός πως το καλοταϊσμένο από απογοητεύσεις πια, επαγγελματικό μου ραντάρ κουδούνισε επίμονα, είπα ας πάει και το παλιάμπελο.


»Πηγαίνοντας σπίτι του την επόμενη ημέρα, βρέθηκα ανάμεσα σε ένα τεράστιο χαρτομάνι, μια γιαγιά με άνοια που πηγαινοερχόταν στα δωμάτια και κάθε τέταρτο μου έλεγε “καλημέρα” και έναν κατά τα άλλα συμπαθητικό κύριο ο οποίος μάλλον διακατεχόταν από μανία καταδίωξης, μιας που κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο σε άγνωστο αριθμό, υπέθετε πως ήταν κάποιος δάκτυλος κυβερνητικού αντιπάλου που ήθελε να του κλέψει την πατέντα.

Τι κι αν όλες οι επιστολές και η αλληλογραφία που διατυμπάνιζε πως είχε από τα Υπουργεία, περιελάμβανε μόνο τις δικές του μηνύσεις και απολύτως καμία απάντηση από τους υπεύθυνους;
»Ο κύριος αυτός φάνηκε να με εμπιστεύεται σε τόσο μικρό διάστημα-τέσσερις ώρες συγκεκριμένα-ώστε δήλωσε αμέσως την επιθυμία του να αποτελώ πλέον “τα αυτιά και τα μάτια” του, προσκαλώντας με να φάω μπιφτέκια στο σπίτι του, μαζί με την μικρή μου αδελφή.

Οι προτάσεις για την συμμετοχή σε ό,τι ήταν αυτό που διέθετε τέλος πάντως, έπεφταν βροχή και φυσικά μου δήλωσε με χαρά πως αν ήθελε θα μπορούσε και ο πατέρας μου να γίνει συνέταιρος. Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται ιδιαιτέρως γραφικά, όταν όμως το πράγμα άρχισε να γίνεται πιεστικό με τον κυριούλη να με θεωρεί τουλάχιστον το επόμενο big γραμματειακό χιτ και κάτι άγνωστους συναδέλφους του να μου μιλούν στα τηλέφωνα προετοιμάζοντάς με για ‘μεγάλες’ συναντήσεις με βουλευτές, κατάλαβα πλέον πως ήταν η ώρα να φύγω...


»Το μόνο που τελικά ξέμεινε από την όλη ιστορία ήταν δυο πορτοκαλάδες για τον κόπο μου. Να’ ναι καλά ο άνθρωπος. Και ακόμα καλύτερα η επόμενη που βρέθηκε στην θέση μου».

Η Κωνσταντίνα, 30 ετών μας διηγείται την… βασιλική εμπειρία μιας συνέντευξης που ήρθε κόντρα στην αριστερή της ανατροφή:

«Το πιο τραγικό που θυμάμαι είναι να έχω πάει για interview σε έναν εκδοτικό οίκο στο Κολωνάκι. Εκείνο το διάστημα, ο εκδότης ετοίμαζε ένα βιβλίο για την τέως βασιλική οικογένεια των Γλύξμπουργκ, οπότε -αν με προσλάμβανε- θα έπρεπε να ασχοληθώ και με αυτό.

Οπότε, μου λέει κάποια στιγμή με απόλυτα φυσικό ύφος:
“Εννοείται ότι ξέρεις τα ονόματα των μελών της βασιλικής οικογένειας για να αναλάβεις αυτή τη δουλειά!”
»Του απάντησα ότι ούτε καν, καθώς μεγάλωσα σε οικογένεια αριστερών, οπότε αλληλοχαιρετηθήκαμε -πολύ ευγενικά- σε δευτερόλεπτα».



Η Αφροδίτη, 47 ετών, θυμάται την εμπειρία της πιο αποτυχημένης της συνέντευξης για την θέση μιας… άφωνης εκφωνήτριας:

«Είχα πάει κάποτε για συνέντευξη, για να δουλέψω σε ραδιοφωνικό σταθμό. Είχα πάει όμως, το ζώον, ξενυχτισμένη. Σερνόμουνα, με βαρύ hangover και φωνή βαρβατάγκουλα. Και πήγαινα για θέση σπηκάζ στο ραδιόφωνο.
»Θυμάμαι ότι έκανα τόσα σαρδάμ με αυτή την φωνή από τα βάθη του πηγαδιού, που ντρέπομαι ειλικρινά για την απόπειρα που έκανα.

Καλύτερα να είχα αναβάλει την συνέντευξη. Εννοείται ότι δεν την πήρα την δουλειά. Καθόλου δεν τους κατηγορώ τους ανθρώπους».

Η Νγκέταλ, της οποίας τους γονείς έσφαξαν τα Όρκ, μας αποκαλύπτει το βιογραφικό της, που έφτασε κατά λάθος στα χέρια των υποψήφιων εργοδοτών της:

«Προ διετίας, την εποχή που έψαχνα για δουλειά, είχε τύχει να παίρνω μέρος και σε ένα παιχνίδι role playing, από αυτά που επιλέγεις ένα χαρακτήρα, ας πούμε από τον κόσμο του Τόλκιν (Άρχοντας Δακτυλιδιών κλπ). Ο χαρακτήρας αυτός ζει και κινείται σε έναν «κόσμο» φτιαγμένο από έναν άλλο παίκτη, τον «σκηνοθέτη» ας πούμε που στο παιχνίδι αποκαλείται “DM”.

Ο DM ζητά από τους παίκτες, πριν μπουν στο παιχνίδι, να του δώσουν ένα φανταστικό βιογραφικό με κάποια πράγματα που υποτίθεται ότι είχε κάνει ο χαρακτήρας τους έως τότε, ώστε να τα χρησιμοποιήσουν πιθανώς σε κάποιο μετέπειτα σημείο του παιχνιδιού.

Πληκτρολόγησα το δικό μου βιογραφικό και το εκτύπωσα ώστε να το δώσω στον DM. (να σημειώσω ότι παίκτης μου, για τον οποίο δημιουργήθηκε το βιογραφικό, ήταν γυναίκα, Δρυίδης και γνώμος ονόματι Νγκέταλ).
»Λίγες ημέρες μετά έκανα μια τηλεφωνική επαφή σε μια εταιρία που έμαθα ότι έψαχνε κόσμο να προσλάβει.

Μου ζήτησαν να τους στείλω ένα βιογραφικό. Το βιογραφικό μου ήταν στην επιφάνεια εργασίας, όπως και το άλλο «βιογραφικό». Περιττό να πω ότι έστειλα το λάθος. Από την εταιρία ποτέ δεν μου απάντησαν κάτι ούτε βέβαια και επικοινώνησαν μαζί μου.

Τουλάχιστον σε εμένα και τους φίλους μου έμεινε το γέλιο που ρίξαμε όταν σκεφτόμασταν τι θα σκεφτόταν ο υπεύθυνος ανθρωπίνων πόρων της εταιρίας διαβάζοντας για CV το παρακάτω:

“Όνομα Νγκέταλ
Γεννήθηκα στις 10 του 12ου μήνα της Καλάμου (Νγκέταλ στην κέλτικη γλώσσα), έξω από το Londonderry της Νότιας Ιρλανδίας, στο δάσος των βελανιδιών. Ο Πατέρας μου ο Νελθάριον και η μητέρα μου η Ανταλτζίζα από την Ζεγκόβια της Γαλατίας εγκαταστάθηκαν εκεί μαζί με άλλα μέλη από τη φυλή των γνώμων Τουάθα ντε Ντανάν, όταν μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε τα σπίτια του στο Ενισκίλεν.


Μεγάλωσαν μαθαίνοντας τα μυστικά των μετάλλων και της κατασκευής κοσμημάτων, σκευών και όπλων από τον πατέρα μου αλλά και τις διδασκαλίες του Δρυίδη Άρκιμοντ, που μου μετέδωσε όχι μόνο την αγάπη και τον σεβασμό στη φύση, μα και την πίστη στην ύπαρξη μελλοντικής ανταμοιβής και τιμωρίας στην αθανασία της ψυχής και τη μετενσάρκωση.


Τα βαθύτερα μυστικά του δόγματος άρχισαν να μου γίνονται γνωστά αφού έλαβα το χρίσμα, μετά από 20 περίπου χρόνια εκπαίδευσης και μελέτης. Ο δρυισμός είναι τρόπος ζωής πνευματικό μονοπάτι και φιλοσοφία. Το πνεύμα του πάντα εξελίσσεται και ανανεώνεται και εγώ ταξιδεύω συνεχώς αναζητώντας νέες γνώσεις και εμπειρίες.

Από το αρχαιότερο δρυόδασος του κόσμου στην Bialowieza και το μαντείο της Δωδώνης ως τα νησιά της Καραϊβικής. Και γενικά όπου έχει καλά γκυ, γυμνασμένους γνώμους και καλό κρασί!”»