της Ηρώς Κουνάδη

Στα βαθυγάλαζα νερά της Αγίας Άννας, αν κολυμπήσεις μέχρι τα βαθιά και κοιτάξεις προς τα κάτω, η αίσθηση μοιάζει επικίνδυνα με εκείνη του ιλίγγου: το νερό είναι τόσο διαυγές που, ακριβώς επειδή μπορείς να παρατηρήσεις και το τελευταίο βοτσαλάκι στην επιφάνεια του βυθού που απλώνεται κάτω από τα πόδια σου, νιώθεις να αιωρείσαι.

Είναι πολλά τα σημεία της Αμοργού που τη δημιουργούν αυτή την αίσθηση. Είναι ο Κρίκελλος, ένα από τα ψηλότερα βουνά των Κυκλάδων, που αγγίζει τα σύννεφα από τα 821 μέτρα της κορυφής του. Είναι η Μονή της Χοζοβιώτισσας που, λαξευμένη μέσα στο βράχο, ατενίζει από ψηλά τον ουρανό να βουτά στη θάλασσα.

Είναι η γραμμή του ορίζοντα που κάποιες μέρες εξαφανίζεται, αφήνοντάς σε να αναρωτιέσαι πού τελειώνει το Αιγαίο και πού ξεκινά ο ουρανός του.

«Το δυσκολότερο είναι όταν φτάνεις στο βυθό» έλεγε ο Ζακ στο Απέραντο Γαλάζιο, την ταινία που χάρισε στο νησί τον κλισέ χαρακτηρισμό που τόσο δεν είχε ανάγκη. «Γιατί πρέπει να βρεις έναν καλό λόγο να ξαναβγείς». Στην Αμοργό, το δυσκολότερο είναι όταν φτάνεις σε αυτά τα «σημεία ιλίγγου» της, εκεί όπου χτυπά η καρδιά της.

Γιατί μετά χρειάζεσαι έναν καλό λόγο για να φύγεις. Και δεν τον βρίσκεις.

Μία φορά να έχεις χαθεί στα ολόλευκα σοκάκια της Χώρας, να έχεις σταθεί δίπλα στους ανεμόμυλους στο ψηλότερο σημείο της, κοιτώντας πέρα μακριά τον ήλιο να βουτά στη θάλασσα, να έχεις μετρήσει από κάποιο μπαλκόνι στα Θολάρια τα φώτα της Αιγιάλης να ανάβουν το ένα μετά το άλλο καθώς σκοτεινιάζει, να έχεις τρομάξει στη θέα ενός βουνού που μοιάζει να κατακρημνίζεται στη θάλασσα έτσι απόκρημνες που είναι οι πλαγιές του, και θα δυσκολευτείς πολύ να τον βρεις αυτόν τον λόγο.

Οι βόλτες…
Ξεκινούν από τη Χώρα, το ομορφότερο ίσως χωριό του νησιού, και μια από τις πλέον γραφικές Χώρες των Κυκλάδων. Στενά, λιθόκτιστα καλντερίμια ελίσσονται ανάμεσα σε ασβεστωμένα σπίτια με μπλε και πράσινα παράθυρα και αυλές με φούξια μπουκαμβίλιες, διασταυρώνονται μεταξύ τους περνώντας κάτω από σκιερές καμάρες για να καταλήξουν σε άλλο ένα πλάτωμα με πανοραμική θέα, άλλο ένα εκκλησάκι, άλλο ένα ιδιαίτερο café που σερβίρει μυρωδάτο ελληνικό στη χόβολη.

Κτισμένη σε υψόμετρο 350 μέτρων, η Χώρα της Αμοργού αγκαλιάζει ένα βενετσιάνικο κάστρο του 13ου αιώνα, κτισμένο επάνω σε έναν απόκρημνο βράχο στο ψηλότερο σημείο της, που στέκει ακοίμητος φρουρός από πάνω της. Για να του το ανταποδώσει, εκείνη το φωτίζει κάθε σούρουπο, και μέχρι να ξημερώσει, δημιουργώντας ένα θέαμα φαντασμαγορικό.

Τα πάντα στη Χώρα της Αμοργού έχουν στυλ: από τα πολύχρωμα τραπεζάκια με τις μικρές γλαστρούλες του μαγαζιού που σερβίρει γιαούρτι με μέλι για πρωινό, μέχρι τον ιδιοκτήτη της ταβέρνας που θα μοιραστεί μαζί σου κάθε μυστικό του νησιού, αλλά θα σε κόψει στην μεσημεριανή παραγγελία με ένα ειλικρινές «ποιος θα τα φτιάξει όλα αυτά;».

Την ομορφιά της Χώρας συναγωνίζονται μονάχα άλλα δύο χωριά στο νησί, τα Θολάρια, με τις χτιστές καμάρες τους και τα μυστικά περάσματα, και η Λαγκάδα, με τα χαριτωμένα σπιτάκια της με τις ολάνθιστες αυλές και την πανοραμική θέα που σου προσφέρει όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου.

Είναι, βέβαια, και τα δύο λιμάνια, η Αιγιάλη και τα Κατάπολα, επίσης όμορφα στην κυκλαδίτικη απλότητά τους. Κι ας τα προσπερνούν βιαστικά οι περισσότεροι επισκέπτες, ανηφορίζοντας προς τα χωριά της ενδοχώρας. Ιδιαίτερα στην Αιγιάλη, οι βόλτες στην παραθαλάσσια περαντζάδα –μισή τσιμέντο, για να περνούν και τα ποδήλατα, μισή άμμος– με θέα στο ηλιοβασίλεμα, επιβάλλονται.

Όπως επιβάλλεται και μια βόλτα στην ανεξερεύνητη κάτω μεριά του νησιού, αυτήν που ζει και κινείται στους δικούς της, αυθεντικά χαλαρούς, κυκλαδίτικους ρυθμούς. Το Καμάρι, το Βρούτσι, η Κολοφάνα, η Καλοταρίτισσα και η Αρκεσίνη –στην οποία αναμφίβολα θα σας στείλουν οι ντόπιοι, για να δοκιμάσετε την εκπληκτική κουζίνα της Μαρουσσώς– είναι τα εκτός πεπατημένης χωριά του νησιού, που θα σας ανταμείψουν για τον κόπο σας να φτάσετε μέχρι εδώ.

Ολόκληρη η Αμοργός διατρέχεται από ένα ιδιαίτερα φροντισμένο –βλέπε σηματοδοτημένο– δίκτυο μονοπατιών, τα οποία πηγαίνουν εκεί όπου οι δρόμοι σταματούν, συνδέοντας μεταξύ τους τα χωριά μέσα από μαγευτικές διαδρομές. Για τους αρχάριους, η διαδρομή από την Αιγιάλη στη Λαγκάδα είναι ένας μισάωρος περίπατος, ενώ για τους προχωρημένους το εκκλησάκι του Σταυρού, σε μια από τις πιο αλπικές περιοχές του Κρίκελου, απέχει δύο ώρες και σαράντα λεπτά ανάβασης από τη Λαγκάδα.

Φορέστε αθλητικά και διαλέξτε... στρατόπεδο.

Οι βουτιές…
Είναι όλες σε νερά κρυστάλλινα, άλλοτε βαθυγάλαζα κι άλλοτε γαλαζοπράσινα, πότε από βράχια ψηλά, που καίνε ψημένα από τον ήλιο του Αιγαίου, και πότε από χρυσαφένιες παραλίες με απαλή άμμο, από εκείνη που σε προκαλεί να βουλιάξεις τα πόδια και να ζωγραφίσεις πατημασιές επάνω της.

Ίσως η καλύτερη βουτιά στο νησί, εκείνη που σε συντροφεύει ως εικόνα πολύ αφότου έχεις επιβιβαστεί στο πλοίο της επιστροφής, να είναι αυτή από τα βράχια της Αγίας Άννας, στα διάφανα νερά της που μοιάζουν να αποτελούν την ολόδική σου, prive πισίνα.

Ελάτε νωρίς, για να πιάσετε θέση στη λιλιπούτεια, βοτσαλωτή παραλιούλα ή σε κάποιο από τα βολικότερα βράχια –όχι, δεν είναι σχήμα λόγου, κάποια από αυτά, εκείνα που γεμίζουν γρηγορότερα, είναι τόσο λειασμένα από τη θάλασσα που μπορούν επάξια να αντικαταστήσουν μια ανετότατη ξαπλώστρα, η οποία άλλωστε θα χαλούσε και το τοπίο.

Κολυμπήστε στα βαθιά, κι αφήστε την αίσθηση ότι αιωρείστε πάνω από έναν εξωπραγματικά μπλε κόσμο να σας συνεπάρει. Στρέψτε το βλέμμα μακριά από την ακτή, και προσπαθήστε μάταια να ξεχωρίσετε τον ουρανό από τη θάλασσα.

Το υπόλοιπο top-3 των παραλιών του νησιού συμπληρώνουν ο Μούρος, με τα σκούρα, σχεδόν μαύρα βότσαλα, τόσο ψιλά που σε ορισμένα σημεία θα έπαιρνες όρκο ότι πατάς σε άμμο, η Λεβρωσός, με τη χρυσαφένια άμμο, το δασάκι από αλμυρίκια που φιλοξενεί καθημερινά συναυλίες χιλιάδων τζιτζικιών, και το επίσης αμμουδερό Μαλτέζι, με τα ρηχά νερά του, στο οποίο φτάνετε είτε ακολουθώντας το μονοπάτι είτε –πιο ξεκούραστα– παίρνοντας το καϊκάκι από τα Κατάπολα.

Στο Μαλτέζι θα βρείτε και τη μοναδική οργανωμένη παραλία του νησιού (δεν ταιριάζει το πλαστικό σε τέτοια τοπία) με ένα συμπαθητικό beach bar και λίγες ξαπλώστρες στη μία άκρη της παραλίας.

Με βαρκάκι θα περάσετε επίσης από την –εντυπωσιακότερη από ψηλά απ’ ότι από κοντά– παραλία του Αγίου Παύλου, μια στενή λωρίδα ολόλευκου βότσαλου που βουτά στη θάλασσα, στο απέναντι ακατοίκητο νησάκι που λέγεται επίσημα Νικουριά, και το οποίο οι ντόπιοι αρέσκονται να αποκαλούν χαϊδευτικά Νικαράγουα.

Τα τιρκουάζ νερά του, η παραλία με την ψιλή άμμο, τα κατσικάκια που βόσκουν αμέριμνα και πολλές φορές κατηφορίζουν από τους λόφους για να τσιμπήσουν καμιά λιχουδιά από τους τουρίστες, συνθέτουν ένα τοπίο μαγευτικά… ροβινσωνικό.

Πολλές ακόμη παραλίες, προσεγγίσιμες κυρίως με τα πόδια από τα θρυλικά αμοργιανά μονοπάτια ή με καραβάκια, αξίζουν τον χρόνο και τον κόπο σας: το Αμμούδι, τα Χάλαρα, ο Τυροκόμος, οι Άγιοι Σαράντα, η εντυπωσιακή, αν και λιλιπούτεια, παραλία της Χοζοβιώτισσας και το μοναδικό –χάρη στους ύψους 500 μέτρων βράχους που σχηματίζουν τον α λα φιόρδ κόλπο του– Σπαρτί.

Η τεράστια για τα δεδομένα του νησιού αμμουδιά της Αιγιάλης είναι επίσης μια συμπαθητική επιλογή για τις ημέρες που δεν θα έχετε διάθεση για εξερευνήσεις. Στην άκρη της θα βρείτε το θρυλικό beach bar Que, για φραπέ και τάβλι από νωρίς το πρωί και εξωτικά κοκτέιλ το επόμενο ξημέρωμα.

Πάντα υπό τους ήχους reggae μουσικής, και τα vibes ολοήμερου πάρτι.

Τα αξιοθέατα…
Δε θα μπορούσαν να λείπουν, καθότι η αμοργιανή ιστορία μετρά τουλάχιστον τρεις χιλιετίες. Οι τρεις πόλεις της αρχαιότητας, Μινώα, Αρκεσίνη και Αιγιάλη είναι επισκέψιμες, χωρίς εισιτήριο –πράγμα, βέβαια, που σημαίνει και χωρίς φροντισμένους αρχαιολογικούς χώρους γύρω τους.

Σημαντικά ευρήματα από τις αρχαιολογικές ανασκαφές φιλοξενεί το Αρχαιολογικό Μουσείο στη Χώρα, το οποίο είναι ανοιχτό καθημερινά εκτός Δευτέρας, από τις 9.30 το πρωί μέχρι τη 1.00 το μεσημέρι.

Το δημοφιλέστερο, ίσως, αξιοθέατο του νησιού είναι το Μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας (φωτό) λαξευμένο μέσα στο βράχο, σε ύψος 300 μέτρων πάνω από τη θάλασσα που απλώνεται μπροστά του μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Το μοναστήρι χρονολογείται από τον 11ο αιώνα, και φιλοξενεί ένα μικρό μουσείο με σπάνια χειρόγραφα και εικόνες.

Είναι επισκέψιμο καθημερινά –αυστηρά και μόνο με σεμνή ενδυμασία– από τις 10.00 το πρωί μέχρι τη 1.00 το μεσημέρι, και από τις 17.00 μέχρι τις 19.00 το απόγευμα. Η ψημένη ρακή που κερνούν οι καλόγεροι τους επισκέπτες φημολογείται ότι είναι μία από τις καλύτερες του νησιού.

Αμέτρητα ακόμη εκκλησάκια και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος αξιοθέατα βρίσκονται διάσπαρτα στην ενδοχώρα και τις ακτές του νησιού. Σημειώστε, μεταξύ άλλων, τον Άγιο Γεώργιο Βαλσαμίτη, όπου από την αρχαιότητα μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα λειτουργούσε υδρομαντείο, και το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας στην Λαγκάδα, που κάποτε παρείχε καταφύγιο για τους κατοίκους του νησιού κατά τις επιδρομές των πειρατών.

Το φαγητό…
Είναι νοστιμότατο, πάντα σπιτικό και προσεγμένο. Η χωριάτικη σαλάτα ευωδιάζει από την πιο κόκκινη ντομάτα που είδατε ποτέ, και από τη φρέσκια ξινομυζήθρα που παντρεύεται με κάπαρη.

Το πατατάτο, αρνάκι ή μοσχάρι με πατάτες στο πήλινο, είναι η ντόπια σπεσιαλιτέ που πρέπει απαραιτήτως να δοκιμάσετε πριν φύγετε από το νησί. Τα κρέατα είναι, χωρίς καμία εξαίρεση, ντόπια, κι η έντονη γεύση τους ενδεχομένως να ξενίσει στην αρχή τους...

αμύητους που έχουν συνηθίσει να δοκιμάζουν μοσχάρι που αμυδρά μόνο θυμίζει μοσχάρι. Στο τέλος, σχεδόν παντού θα σας κεράσουν κι ένα ποτηράκι ψημένη ρακή, και θα σας αποχαιρετίσουν λέγοντας ότι «χάρηκαν» αντί για «ευχαριστούμε».

Μερικές από τις αγαπημένες μας διευθύνσεις για αυτές και άλλες γαστριμαργικές εμπειρίες είναι οι εξής:

  • Η Μαρουσσώ, στην Αρκεσίνη. Μακράν από τις καλύτερες επιλογές του νησιού, σερβίρει πιο-σπιτικά-δε-γίνεται μαγειρευτά, ζουμερή σχάρα και ολόφρεσκο ψάρι. Οι μερίδες είναι σούπερ γίγας (η χοιρινή μπριζόλα είναι, βασικά, δύο χοιρινές μπριζόλες, που χορταίνουν άνετα δύο άτομα) και οι τιμές κάτι παραπάνω από καλές: στα 10-15 ευρώ το άτομο. Μη χάσετε για τίποτα στον κόσμο την κολοκυθόπιτα και τον μουσακά. 
  • Η Ταβέρνα του Νίκου, στη Λαγκάδα. Ο Νίκος είναι κυνηγός καρχαριών –ναι, αλήθεια– και στην ταβέρνα του υπάρχει πάντα φρέσκο ψάρι. Υπάρχουν, επίσης, και σπιτικά μαγειρευτά, και σίγουρα πατατάτο στην εκδοχή που έχει εμπνευστεί εκείνη την ημέρα ο μάγειρας – για παράδειγμα εμείς το πετύχαμε με συκωτάκια στη θέση του αρνιού– και ζουμερή σχάρα. Αν στο μενού ημέρας «παίζει» φρέσκος τόνος, συστήνεται ανεπιφύλακτα. Υπολογίστε περί τα 20 ευρώ το άτομο. 
  • Το Λιοτρίβι, στη Χώρα. Συνταγή που μας έχει μείνει αξέχαστη: μία στρώση μελιτζάνες, μία μοσχαρίσια μπριζολάκια, μία φέτα, μία ντομάτες και μία κασέρι, κι όλο μαζί στο φούρνο. Σερβίρεται με πατάτες τηγανιτές, λέγεται Καλόγηρος κι αξίζει μία ή περισσότερες δοκιμές. Το μενού συναποτελούν ντόπιες σπεσιαλιτέ, μαγειρευτά και σχάρα. Οι ντοματοκεφτέδες είναι από τους καλύτερους του νησιού. Ο λογαριασμός δύσκολα θα ξεπεράσει τα 20 ευρώ το άτομο. 
  • Ο Καστάνης, στη Χώρα. Τα πιάτα της ημέρας είναι γραμμένα με κιμωλία στον μαύρο πίνακα απέξω. Σχεδόν πάντα περιλαμβάνουν κοκκινιστό μοσχαράκι και λεμονάτο χοιρινό, ακριβώς όπως θα τα έφτιαχνε η μαμά. Για τους αμετανόητους λάτρεις της σχάρας, υπάρχουν πάντα και επιλογές της ώρας. Περίπου 15 ευρώ το άτομο. 
  • Το ταβερνάκι πάνω από την παραλία της Λεβρωσού. Μην απογοητευτείτε από το πλαστικό μενού καφετέριας των ‘80s. Τα σπιτικά μαγειρευτά και τα φρέσκα θαλασσινά ουδεμία σχέση έχουν με αυτήν την πρώτη εικόνα. Επίσης, το περιβάλλον είναι ειδυλλιακό, μια ξύλινη πλατφόρμα πάνω από τα διάφανα νερά της Λεβρωσού, και οι τιμές ιδιαίτερα φιλικές προς τον χρήστη: maximum 20 ευρώ το άτομο. 
  • Το Χύμα, στη Χώρα. Μεζεδοπωλείο όπως τα παλιά, με στρογγυλά τραπεζάκια καφενείου, για να απλώσετε, γύρω από το χύμα κρασί ή το ούζο, τα πιατάκια από τα οποία θα τσιμπολογάει όλη η παρέα. Hit το χωριάτικο λουκάνικο. Υπολογίστε περί τα 15 ευρώ το άτομο. 
  • Η Καλλιστώ, στη Χώρα. Για χειροποίητα, λαχταριστά γλυκά –hit η σοκολατόπιτα και ο μπακλαβάς, γεμισμένος με πραλίνα– και σπιτικό παγωτό με έμπνευση που φτάνει ως την... κανέλα (για να συνοδεύει την επίσης μαμαδίστικη μηλόπιτα), αν έχετε και αντοχές για επιδόρπιο μετά από όλα αυτά.

Τα ξενύχτια...
Γίνονται απαραιτήτως με ψημένη ρακή (για τους αμετανόητους υπάρχει πάντα και Μοχίτο, με φρέσκο δυόσμο από το γλαστράκι) και καλή παρέα, στο Μπαγιόκο στη Χώρα που φιλοξενεί τακτικά live και happenings, στον arty Ζυγό και στην ταράτσα του Γιασεμί, με θέα στα καλντερίμια της Χώρας.

Και τα τρία είναι ανοιχτά από το πρωί, για καφέ και δυναμωτικό πρωινό, για να συνέλθετε από το hangover της ρακής.

Γίνονται, επίσης, χωρίς παπούτσια για να βουλιάζουμε τα πόδια στην άμμο, και με μαγιό κάτω απ’ τα ρούχα για τις αυθόρμητες νυχτερινές βουτιές, υπό τους ήχους reggae μουσικής στο θρυλικό Que και στις αιώρες του κατακόκκινου Ammos της Αιγιάλης.

Γίνονται, τέλος, και πιο city style με DJs, καθημερινά parties και χορό μέχρι πρωίας στο αμφιθεατρικά κτισμένο Corte Club, με θέα στα αστέρια που καθρεφτίζονται στα νερά της Αιγιάλης.