της Ηρώς Κουνάδη

'Ξέρεις τι λένε για μας στη Σαντορίνη; Ότι δεν έχουμε ψωμί να φάμε λένε' μου είπε ένας ψαράς που μπάλωνε τα δίχτυα του, το πρώτο μεσημέρι που κατέβηκα στο λιμάνι της Ανάφης για φαγητό. Τη φράση αυτή την άκουσα αμέτρητες φορές κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στο νησί.

Στην αρχή την πήρα για παράπονο. Αλλά δεν ήταν.

'Ριγμένη' από κάποιες γεωγραφικές συγκυρίες δίπλα στο πλέον προβεβλημένο νησί των Κυκλάδων, η Ανάφη μοιάζει εκ πρώτης όψεως με τη δευτερότοκη πριγκίπισσα που καταδικάστηκε να ζει για πάντα στη σκιά της μεγάλης, πανέμορφης αδερφής της.

Τα φαινόμενα, όμως, απατούν.

Διότι, όπως κάθε πολύτιμο μυστικό, η θέση της αυτή της επιτρέπει να παραμένει κρυμμένη από τα αδιάκριτα, αδηφάγα βλέμματα της τουριστικής βιομηχανίας, ένας κρυφός παράδεισος, που διατηρεί τη γοητεία του αλώβητη, αποκλειστικά για όσους θα μπουν στον κόπο να την εξερευνήσουν.


Το πλοίο στο λιμάνι φτάνει βράδυ. Από μακριά, τα ελάχιστα φώτα του μοναδικού οικισμού του νησιού, της Χώρας, μόλις που διακρίνονται.

Αν δεν υπήρχαν κι αυτά, δύσκολα θα υποψιαζόσουν την ύπαρξη στεριάς. Αυτή πρέπει να ήταν κι η εικόνα που έδωσε τροφή στο μύθο που θέλει την Ανάφη να αναδύθηκε ξαφνικά από το πέλαγος για να προσφέρει καταφύγιο στον Ιάσονα και τους Αργοναύτες του κατά την επιστροφή τους από την Κολχίδα.

Στο λιμάνι γίνονται έργα. 'Για να αποκτήσει βραχίονα, να βαθύνει και να γίνει, επιτέλους, κανονικό λιμάνι' λένε οι ντόπιοι. Φέτος πρέπει να έχουν τελειώσει. Η προσέγγιση χωρίς το βραχίονα και με τα μελτέμια του Αιγαίου δεν είναι καθόλου εύκολη.

Ανεβαίνουμε τον ελικοειδή δρόμο προς τη Χώρα. Σύντομη διαδρομή, χωρίς εκπλήξεις. Η ώρα είναι περασμένη, και τα εκπληκτικά τοπία δυσδιάκριτα στο σκοτάδι. Τα λιθόστρωτα καλντερίμια της Χώρας, όμως, είναι ατμοσφαιρικά φωτισμένα και, σε συνδυασμό με τη σχεδόν απόκοσμη ησυχία που επικρατεί δημιουργούν ένα ονειρικό σκηνικό.

Το διπλό κρεβάτι στο δωμάτιο είναι κτιστό –μα υπάρχουν ακόμη κτιστά κρεβάτια;–, η δροσιά τόσο φυσική που δεν πρόσεξα αν υπήρχε air condition. Το μπαλκόνι μοιάζει να κρέμεται πάνω από τη θάλασσα, που καθρεφτίζει το φως του φεγγαριού σε μια απέλπιδη, θαρρείς, προσπάθεια να θυμίσει στους ανθρώπους πως τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη αξία από τις φυσικές εικόνες.

Το πρωί ο πρώτος καφές έχει background το απέραντο γαλάζιο. Όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα, η εικόνα της θάλασσας. Και στην άκρη, ένας θεόρατος βράχος, που μοιάζει να έπεσε από κάποια μονομαχία Τιτάνων. Και να έμεινε για πάντα εκεί, να ατενίζει τη θάλασσα και να εμπνέει τους ανθρώπους να διηγούνται ιστορίες.

Ο Κάλαμος, ο δεύτερος μεγαλύτερος βράχος της Μεσογείου, μετά το Γιβραλτάρ. Στην κορυφή του, το μοναστήρι της Παναγίας αντικατέστησε, κάποια στιγμή, το Ναό του Απόλλωνα που βρισκόταν εδώ. Συμβολισμοί της αιώνιας ανάγκης των ανθρώπων να φτάσουν ψηλά, να αγγίξουν το θεό.

Πρώτη στάση, η δημοφιλέστερη, ίσως, παραλία του νησιού, το Κλεισίδι, με τα κρυστάλλινα νερά του και τη χρυσαφένια αμμουδιά. Ελάχιστοι επισκέπτες, οι περισσότεροι κατασκηνωτές. Ούτε ξαπλώστρες, ούτε ομπρέλες, ούτε αυτοσχέδια beach bars να καλύπτουν τον ήχο των κυμάτων.

Παράδεισος.

Το μεσημέρι, στο ταβερνάκι του λιμανιού, η Νεκταρία μας σερβίρει ολόφρεσκα ψάρια και μας μιλάει για την ΑΕΚ, που φέτος θα πάρει το Champions League, για τη ζωή στο νησί, με τους 300 κατοίκους του, και για τον τουρισμό, που πάει όλο και καλύτερα, 40 άτομα ήρθαν τον Αύγουστο.

'Μη διανοηθείτε να φύγετε αν δε δείτε ανατολή από την Καλαμιώτισσα' μας λέει.

Συνέχεια στο Μέσα Ρούκουνα, που δεν έχει αποκτήσει άδικα τη φήμη της μεγαλύτερης αμμουδερής παραλίας των Κυκλάδων. Παραιτούμαι της προσπάθειας να βρω έστω και μια πετρούλα σε ολόκληρη την παραλία –δεν υπάρχει– και μένω να θαυμάζω το τοπίο, να αναρωτιέμαι πώς έχουν μείνει μυστικά τέτοια μέρη στην Ελλάδα και να προσπαθώ με το μάτι να υπολογίσω πόση ώρα θα μας πάρει να ανεβούμε τον Κάλαμο.

Κατέληξα στη μία – μιάμιση ώρα. Τελικά ήταν λίγο παραπάνω από δύο. Ο δρόμος πηγαίνει μέχρι ένα σημείο, το Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, στους πρόποδες του βράχου, και από εκεί και πέρα βρίσκεσαι αντιμέτωπος –είπαμε– με το δεύτερο μεγαλύτερο σε ύψος –και όγκο, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα– βράχο της Μεσογείου.


Το κλισέ 'το θέαμα θα σας αποζημιώσει' που θα ακολουθούσε, υπό άλλες συνθήκες, την παραπάνω πρόταση, είναι πολύ λίγο για να περιγράψει την εικόνα που αντικρίζεις από την κορυφή. Το μοναστήρι της Παναγίας της Καλαμιώτισσας μοιάζει να αιωρείται πάνω από τη θάλασσα, που δείχνει τόσο γαλήνια από ψηλά, μακρινή αλλά ταυτόχρονα σε απόσταση… βουτιάς.

Μην την επιχειρήσετε.

Οι… μυημένοι φτάνουν στην κορυφή του Κάλαμου με sleeping bag και περνούν τη νύχτα εδώ, για να δουν τη μαγευτικότερη –χωρίς υπερβολές– ανατολή της Μεσογείου. Ένας κατακόκκινος ήλιος ξεπροβάλλει κάτω από τα πόδια τους, βάφοντας τη θάλασσα με τα ομορφότερα χρώματα της ημέρας, δημιουργώντας μια από εκείνες τις εικόνες που καμία φωτογραφική μηχανή δεν μπορεί να πιάσει.

Γι’ αυτό οι επισκέπτες του νησιού επιστρέφουν ξανά και ξανά.

Στα πόδια του βράχου, το Δρακοντόσπηλο αξίζει, επίσης, μία επίσκεψη, ενώ εδώ κοντά, στην παραλία του Αγίου Ιωάννη, φημολογείται ότι εμφανίζονται τακτικά κοπάδια φώκιες –τα οποία δεν καταφέραμε να δούμε. Επιφυλασσόμαστε.

Λίγες ώρες αργότερα, το… beach hopping συνεχίζεται. Στο Κατσούνι, τη Φλαμουρού, τα Κατελυμάτσα, το Μέγα Ποταμό, το Μοναστήρι, τους Αγίους Αναργύρους. Οι παραλίες του νησιού, η μία καλύτερη απ’ την άλλη. Όλες σχεδόν ερημικές, με κρυστάλλινα, πεντακάθαρα νερά, απαλή άμμο και φόντο γαλάζιο, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι.

Σκηνικό παραμυθένιο, για λίγους. Ονειροπόλους. Ερωτευμένους. Ταξιδευτές.

Οι μέρες εδώ κυλούν αργά. Πολύ αργά. Λες κι έχει σταματήσει ο χρόνος. Με ατελείωτες περιπλανήσεις στα πανέμορφα, λιθόκτιστα σοκάκια της Χώρας, φρέσκους θαλασσινούς μεζέδες, ό,τι έχουν πιάσει τα καΐκια, στα κουκλίστικα ταβερνάκια στον Άγιο Νικόλαο, το Ρούκουνα, το Κλεισίδι και, βέβαια, τη Χώρα, απογευματινούς καφέδες με θέα τον ήλιο να βουτάει στη θάλασσα.

Κι όταν σκοτεινιάζει, αυτοσχέδια πάρτι στο Αρμενάκι. 'Όποιος έχει μουσικό όργανο το φέρνει'. Τραγούδια, χορός, ρακόμελα. Όλοι μια παρέα. Κι όλοι στο τέλος καταλήγουν στο Μύλο, το μπαράκι της Χώρας, για συνέχεια μέχρι το ξημέρωμα.

Μόνο τα Σαββατοκύριακα. Τις καθημερινές πρέπει να προλάβουμε να δούμε ανατολή από την Καλαμιώτισσα.

Κι από αξιοθέατα; Λίγα και καλά. Η αρχαία Χώρα, στη θέση Καστέλι, όπου σώζονται τείχη, λείψανα και τάφοι και τα Κατελυμάτσα, το παλιό λιμάνι του νησιού, με τους τάφους τους να αποτελούν ένδειξη της ύπαρξης αρχαίου νεκροταφείου.

Και, βέβαια, οι αμέτρητοι ναοί και τα εκκλησάκια που ξεφυτρώνουν σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο του νησιού.

Την τελευταία μέρα, στο μικρό μαγαζάκι με τα σουβενίρ στη Χώρα, συνειδητοποίησα ότι αυτό που μέχρι στιγμής εκλάμβανα ως παράπονο από τους τόσο φιλόξενους, εγκάρδιους και υπερήφανους κατοίκους του νησιού, δεν ήταν παρά ένα κλείσιμο του ματιού στον υποψιασμένο επισκέπτη, μια περιπαικτική διάθεση απέναντι σε αυτούς που αφέθηκαν να αλωθούν από τον τουρισμό, μια αίσθηση ευγνωμοσύνης για το μυστικό που φυλάσσεται ακόμα.


'Και τι θες;'μου είπε η ιδιοκτήτρια 'να γεμίσουν αυτά τα σοκάκια μεθυσμένους τουρίστες, να τα σπάνε κάθε βράδυ; Άσ’ τους να νομίζουν πως δεν έχουμε νερό να πιούμε. Καλύτερα έτσι'. Όντως. Καλύτερα έτσι.

Διαμονή


Στην Ανάφη δε θα βρείτε ξενοδοχεία 5 αστέρων με πισίνες και Jacuzzi. Ποιος χρειάζεται, άλλωστε, περιττές πολυτέλειες μπροστά σε τέτοιες εικόνες φυσικής ομορφιάς; Υπάρχουν, όμως, πολλά ενοικιαζόμενα δωμάτια, με μοναδική θέα στη θάλασσα, όμορφη διακόσμηση και όλες τις απαραίτητες παροχές –ψυγείο, κουζινάκι, air condition– η διαμονή στα οποία θα σας κοστίσει από 30 έως 50 ευρώ, ανάλογα με την περίοδο.


Ενδεικτικά αναφέρουμε τη Βίλα Γαλήνη (τηλ.: 22860 61279), το Πανόραμα (τηλ.: 22860 61292), τον Παράδεισο (τηλ.: 22860 61243) και το Maroulias Rooms (τηλ.: 22860 61307) στη Χώρα, και το Villa Apollon στο Κλεισίδι (τηλ.: 22860 61348, 61287).


Φαγητό και διασκέδαση

Όπως μάλλον θα καταλάβατε, παρά τις κακεντρεχείς διαδόσεις, και ψωμί να φάτε και νερό να πιείτε, αλλά και –κυρίως– φρεσκοψαρεμένες θαλασσινές νοστιμιές και σπιτικό φαγητό θα βρείτε στην Ανάφη.
Εξαιρετικούς ρεβυθοκεφτέδες και άλλες τοπικές σπεσιαλιτέ θα δοκιμάσετε στο εστιατόριο της Μαργαρίτας, στο Κλεισίδι, ενώ στη Χώρα θα κατευθυνθείτε στην ταβέρνα της Αλεξάνδρας για ολόφρεσκα ψάρια και θαλασσινά, σπιτική αστακομακαρονάδα και ντόπια κρέατα, με υπέροχη θέα στο απέραντο γαλάζιο.

Εκπληκτική αστακομακαρονάδα και άλλες –φρεσκότατες– θαλασσινές νοστιμιές θα απολαύσετε και στο 'Ακρογιάλι', στον Άγιο Νικόλαο, το λιμάνι του νησιού.
Το βράδυ, αυτοσχέδια πάρτι και ολονύχτια γλέντια οργανώνονται στο 'Αρμενάκι', που διαθέτει επίσης πολύ καλή κουζίνα, ενώ τα café της χώρας δυναμώνουν τη μουσική και λειτουργούν ως μπαράκια.


Info

Στην Ανάφη θα φτάσετε με πλοίο από τον Πειραιά σε 17 ώρες -λόγω των αμέτρητων ενδιάμεσων σταθμών του δρομολογίου. Για να αποφύγετε το πολύωρο του ταξιδιού, θα το συνδυάσετε με ένα day trip στη Σαντορίνη, απ’ όπου θα πάρετε το τοπικό πλοίο που θα σας μεταφέρει σε δύο μόλις ώρες στην Ανάφη.


Στο νησί υπάρχει λεωφορείο που εκτελεί τακτικά δρομολόγια από τη Χώρα προς το λιμάνι και τις παραλίες, καθώς και η δυνατότητα να νοικιάσετε αυτοκίνητο ή μηχανάκι.