Γράφει ο Γιώργος Θ. Δημόπουλος, Πνευμονολόγος-Εντατικολόγος, Επίκουρος Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ

Η πνευμονία είναι μια λοίμωξη που προσβάλλει τους πνεύμονες σε συχνότητα 8-15 περιπτώσεις ανά 1.000 άτομα, χαρακτηρίζεται από εποχική κατανομή γιατί τα περισσότερα κρούσματα παρουσιάζονται τους χειμερινούς μήνες, ενώ οι άνδρες προσβάλλονται συχνότερα από τις γυναίκες. 

Το κυριότερο βακτήριο (μικρόβιο) που προκαλεί την εμφάνιση πνευμονίας στην κοινότητα είναι ο Streptococcus pneumoniae ή αλλιώς πνευμονιόκοκκος. Η πνευμονία σε ποσοστό 15-20% και ταυτόχρονα με την προσβολή των πνευμόνων μπορεί να συνοδεύεται και από θετικές καλλιέργειες αίματος για Streptococcus pneumoniae , οπότε ονομάζεται διηθητική πνευμονιοκοκκική νόσος και αποτελεί την πλέον σοβαρή μορφή της. Ο Streptococcus pneumoniae θεωρείται βακτήριο χαμηλής λοιμογόνου δύναμης που περιβάλλεται από μια πολυσακχαριδική κάψα που είναι έντονα αντιγονική και καθορίζει τους οροτύπους, δηλαδή τις διάφορες μορφές του βακτηρίου. Ο Streptococcus pneumoniae αρέσκεται να "κατοικεί" στη στοματοφαρυγγική κοιλότητα του ανθρώπου και να μεταδίδεται από πάσχοντα σε υγιή με σταγονίδια. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πνευμονία μεταδίδεται αλλά ότι ένα υγιές άτομο μπορεί να "αποκτήσει" ένα στέλεχος Streptococcus pneumoniae από έναν πάσχοντα και όταν υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες πτώσης της άμυνας του οργανισμού να αυξηθεί σε συγκέντρωση και να προκαλέσει την εμφάνιση πνευμονίας.

Η θνητότητα από την πνευμονία παραμένει σταθερή τα τελευταία 50 έτη, γύρω στο 12-14%, παρά την πρόοδο της ιατρικής και την ανακάλυψη και χρήση ισχυρών αντιβιοτικών. Τα αίτια παραμένουν ασαφή αλλά σήμερα έχει διατυπωθεί η άποψη που υποστηρίζει ότι βασικό ρόλο στην έκβαση των ασθενών που πάσχουν από πνευμονία που εμφανίζεται στην κοινότητα διαδραματίζει η συννοσηρότητα, δηλαδή η συνύπαρξη χρόνιων νοσημάτων που επηρεάζουν την αμυντική λειτουργία του οργανισμού.

Η πνευμονία προσβάλλει κυρίως άτομα με εξασθενημένη αμυντική λειτουργία (ηλικιωμένους, καπνιστές, άτομα με χρόνια νοσήματα στα οποία περιλαμβάνεται ο σακχαρώδης διαβήτης, τα καρδιολογικά και αναπνευστικά νοσήματα, ανοσοκατσταλμένους ασθενείς. άτομα που είναι σε θεραπεία με κορτικοειδή παράγωγα και χημειοθεραπευτικά φάρμακα, άτομα με κακή θρέψη, ασθενείς με κυστική ίνωση κ.λ.π.). Ο συνδυασμός πνευμονίας και γρίπης αποτελεί την 7η αιτία θανάτου στις ΗΠΑ ενώ χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι από το 1979 έως το 1994 οι θάνατοι από πνευμονία και γρίπη αυξήθηκαν κατά 59% ειδικά στους ηλικιωμένους ασθενείς παρά τη χορήγηση αντιβιοτικών παραγώγων.

Συμπτώματα

Τα συμπτώματα με τα οποία εμφανίζεται συνήθως η πνευμονία είναι ο υψηλός πυρετός και ο βήχας (στο 80% των περιπτώσεων). Άλλα συμπτώματα είναι το άλγος πλευριτικού τύπου, δηλαδή πόνος που "κόβει την ανάσα", η κακουχία, η απόχρεμψη που μερικές φορές συνοδεύεται από αιμόφυρτα πτύελα, η ναυτία, ο έμετος, οι διάρροιες και οι μεταβολές του επιπέδου συνειδήσεως (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς). Οι ασθενείς της τρίτης ηλικίας αποτελούν μια ειδική ομάδα πληθυσμού, όσον αφορά την εμφάνιση της πνευμονίας, γιατί λόγω του γήρατος "χάνουν" μυϊκή μάζα και "κερδίζουν" σε λιπώδη ιστό.

Οι μεταβολές αυτές σε συνάρτηση με ορισμένες ορμονολογικές μεταβολές που συνοδεύουν την τρίτη ηλικία εμποδίζουν την εμφάνιση πυρετού ή άλλων συνοδών συμπτωμάτων, αλλά επειδή η πορεία της λοίμωξης συνεχίζεται ο μόνος τρόπος για να εκδηλωθεί είναι η πτώση του επιπέδου συνείδησης. Ο γιατρός πρέπει να έχει πάντα στο νου του την πνευμονία, εκτός των άλλων, σε έναν ηλικιωμένο ασθενή που τις τελευταίες ημέρες και ενώ ήταν δραστήριος εμφανίζει βυθιότητα, αλλαγή του τρόπου ζωής και άρνηση για λήψη τροφής. Αρκετά συχνά ο ασθενής που πάσχει από πνευμονία προσέρχεται στον γιατρό με δύσπνοια, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι πνεύμονες δεν μπορούν να επιτελέσουν τη φυσιολογική τους λειτουργία, δηλαδή να αποδώσουν το οξυγόνο που προσλαμβάνουν με την αναπνοή στο αίμα για να μεταφερθεί στο υπόλοιπο σώμα.

Αυτό αποτελεί εκδήλωση σοβαρής νόσου που χρήζει νοσηλείας σε νοσοκομείο και εκτός των άλλων απαιτεί χορήγηση οξυγονοθεραπείας. Κατά τη φυσική εξέταση ακροώνται χαρακτηριστικά ακροαστικά ευρήματα (μη μουσικοί ρόγχοι) ενώ από τον ακτινολογικό έλεγχο αποκαλύπτεται συνήθως σκίαση διαφόρου μεγέθους που μπορεί να συνοδεύεται και από πλευρίτιδα (συλλογή υγρού στην υπεζωκοτική κοιλότητα). Η βαρύτητα της πνευμονίας ποικίλει από ήπια, που μπορεί να αντιμετωπισθεί και στο σπίτι του ασθενούς (κάτω από στενή παρακολούθηση από τον θεράποντα ιατρό) έως πολύ σοβαρή που απαιτεί τη νοσηλεία του ασθενούς σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.

Θεραπεία

Η θεραπεία της πνευμονίας στηρίζεται αποκλειστικά στη χορήγηση αντιβιοτικών. Η αντιβιοτική θεραπεία πρέπει να χορηγείται όσο το δυνατό ταχύτερα (η πρώτη δόση αντιβιοτικού πρέπει να χορηγείται μέσα στις πρώτες 4 ώρες από την επιβεβαίωση της διάγνωσης) γιατί μειώνεται κατά 30% η θνητότητα και κατά πολύ οι επιπλοκές από τη νόσο, ενώ πολύ σημαντική είναι η σωστή επιλογή του αντιβιοτικού σκευάσματος (βάσει των οδηγιών από τις διάφορες επιστημονικές εταιρείες) και η χορήγηση της σωστής δόσης του αντιβιοτικού. Οι επιπλοκές που συνοδεύουν την πνευμονία είναι κυρίως το εμπύημα, δηλαδή η εμφάνιση πύου στην υπεζωκοτική κοιλότητα και ο πνευμοθώρακας. Η θεραπεία του εμπυήματος απαιτεί άμεση παροχέτευση του πύου με ειδικούς καθετήρες που τοποθετούνται στην υπεζωκοτική κοιλότητα και του πνευμοθώρακος παροχέτευση του αέρα. Σε περίπτωση που καθυστερήσει η παροχέτευση του εμπυήματος ο ασθενής οδηγείται στο χειρουργείο για αποφλοίωση, μια ειδική αλλά αρκετά σοβαρή επέμβαση που "απαλλάσσει" τον υπεζωκότα και τους πνεύμονες από το "πηγμένο" πύον. 


Η πνευμονία μπορεί να προληφθεί με τον εμβολιασμό έναντι του πνευμονιοκόκκου. Ο εμβολιασμός εφαρμόζεται με το 23-δυναμο πολυσακχαριδικό και το 7-δυναμο ή το νεότερο 13-δυναμο συζευγμένο πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο. Το πρώτο περιέχει 23 οροτύπους του Streptococcus pneumoniae, το 7-δυναμο 7 και το 13-δυναμο 13 οροτύπους. Η σημαντική μεταξύ τους διαφορά έγκειται στο ότι το πολυδύναμο εμβόλιο με την πάροδο του χρόνου χάνει την αντιγονικότητά του και δεν προστατεύει (μετά από 3-5 έτη), γεγονός που επιβάλλει μια αναμνηστική δόση ενώ τα συζευγμένα εμβόλια χρησιμοποιούν μια πρωτεΐνη-φορέα που μεταφέρει τους εξασθενημένους μικροοργανισμούς και ενεργοποιεί όλους τους τύπους της κυτταρική ανοσίας επάγοντας ανοσιακή μνήμη με αποτέλεσμα τα μέχρι σήμερα δεδομένα να μην υπροστηρίζουν επαναληπτική δόση μετά από 5 έτη παρά μόνο σε ειδικές κατηγορίες ασθενών (ασθενείς με AIDS, έντονα ανοσοκατσταλμένοι κ.λ.π.). Στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού συστήνεται να εμβολιάζονται τα παιδιά και τα άτομα υψηλού κινδύνου ενώ οι νεότερες τάσεις υποστηρίζουν τον εμβολιασμό και σε άτομα που δεν πάσχουν από χρόνια νοσήματα αλλά είναι άνω των 50 ετών και στους καπνιστές.